Έμπολα: Ένοπλες συγκρούσεις και επιθέσεις σε υγειονομικούς εμποδίζουν την αντιμετώπιση της επιδημίας

Διαβάζεται σε 6'
Εξάπλωση του ιού έμπολα
AP Photo/Al-hadji Kudra Maliro

Τουλάχιστον 100 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από τον Έμπολα στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, λιγότερο από έναν μήνα μετά την κήρυξη της επιδημίας, με τις ένοπλες συγκρούσεις, τις επιθέσεις κατά υγειονομικών και τη δυσπιστία μέρους του πληθυσμού να δυσχεραίνουν τις προσπάθειες περιορισμού της νόσου.

Τουλάχιστον 100 άνθρωποι έχουν πεθάνει από τον Έμπολα λιγότερο από έναν μήνα μετά την κήρυξη επιδημίας της νόσου στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ανακοίνωσαν οι αρχές.

Οι επιθέσεις εναντίον υγειονομικών εργαζομένων από εξοργισμένους κατοίκους, ο σκεπτικισμός ορισμένων τοπικών κοινοτήτων και οι ένοπλες συγκρούσεις στις περιοχές όπου καταγράφονται τα περισσότερα κρούσματα εξακολουθούν να δυσχεραίνουν τις προσπάθειες περιορισμού της επιδημίας, η οποία κηρύχθηκε στις 15 Μαΐου.

Από τα 550 επιβεβαιωμένα κρούσματα μέχρι την Κυριακή, έχουν καταγραφεί 101 θάνατοι και 19 αναρρώσεις, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση κατάστασης που δημοσιεύθηκε αργά τη Δευτέρα.

Η επιδημία επικεντρώνεται στην ανατολική επαρχία Ιτούρι του Κονγκό, όπου καταγράφεται περισσότερο από το 90% των κρουσμάτων. Κρούσματα έχουν επίσης εντοπιστεί στις επαρχίες Βόρειο Κίβου και Νότιο Κίβου, ενώ η νόσος έχει εξαπλωθεί και πέρα από τα σύνορα, στην Ουγκάντα.

Ο πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων στο Κονγκό εκτιμάται ότι είναι υψηλότερος, καθώς η επιδημία επιβεβαιώθηκε με καθυστέρηση αρκετών εβδομάδων. Η αντιμετώπισή της είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς για τον συγκεκριμένο ιό δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή θεραπεία.

Η τρέχουσα έξαρση της νόσου προκαλείται από τον σπάνιο ιό Bundibugyo, για τον οποίο δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή θεραπεία, σε αντίθεση με τον λεγόμενο «ιό Ζαΐρ» — τη συνηθέστερη μορφή του ιού Έμπολα — που ευθύνεται για τις περισσότερες από τις 16 προηγούμενες επιδημίες της νόσου στο Κονγκό.

Η ταχεία αύξηση των κρουσμάτων οφείλεται εν μέρει στην ενίσχυση των διαγνωστικών δυνατοτήτων, που επέτρεψε τον έλεγχο μεγάλου αριθμού δειγμάτων τα οποία είχαν συλλεχθεί προηγουμένως αλλά δεν είχαν ακόμη αναλυθεί, ανέφεραν οι αρχές.

Οι υγειονομικοί της πρώτης γραμμής, με ελάχιστη αμοιβή και χωρίς επαρκή ξεκούραση, έχουν δεχθεί επανειλημμένα επιθέσεις από εξοργισμένους κατοίκους, ενώ σε ορισμένες κοινότητες δεν έχουν καταφέρει καν να φτάσουν λόγω των συγκρούσεων με ένοπλες αντάρτικες ομάδες.

Η ανατολική περιοχή του Κονγκό πλήττεται εδώ και χρόνια από επιθέσεις δεκάδων διαφορετικών ανταρτικών και ένοπλων οργανώσεων, ορισμένες από τις οποίες διατηρούν δεσμούς με ξένες χώρες ή με την εξτρεμιστική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος.

Οι συγκρούσεις «περιορίζουν την πρόσβαση των ομάδων αντιμετώπισης της επιδημίας, διαταράσσουν τις δραστηριότητες επιτήρησης και απόκρισης και αυξάνουν τον κίνδυνο αδιάγνωστης μετάδοσης του ιού», ανέφερε τη Δευτέρα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ).

«Τέτοια περιστατικά υπογραμμίζουν τις δυσκολίες του περιβάλλοντος στο οποίο εξελίσσεται η επιδημία και τη σημασία της στενής συνεργασίας με τους τοπικούς ηγέτες και τις κοινότητες», πρόσθεσε ο ΠΟΥ.

Οι μνήμες του 2018

Παρόλο που έχουν περάσει αρκετά χρόνια, οι αναμνήσεις από την επιδημία του Έμπολα του 2018 είναι εξαιρετικά επίπονες για τον πληθυσμό της περιοχής.

Κάθε φορά που ακόει το όνομα της νόσου, ο Vianney Kambale Kombi θυμάται τον πόνο και τον φόβο στην κοινότητά του στην πόλη Μπένι, στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, κατά τη διάρκεια της επιδημίας Έμπολα του 2018-2020, της δεύτερης μεγαλύτερης στην ιστορία, με περισσότερα από 3.400 καταγεγραμμένα κρούσματα και πάνω από 2.200 θανάτους. Η επιδημία τέθηκε υπό έλεγχο με τη βοήθεια εμβολίων.

Ο Kombi θυμάται επίσης την εκτεταμένη δυσπιστία απέναντι στην ασθένεια, τις επιθέσεις κατά υγειονομικών εργαζομένων και την αδράνεια πολλών ασθενών, τα οποία θεωρεί υπεύθυνα για την ταχεία εξάπλωση του ιού.

«Νομίζαμε ότι ήταν μαγεία», είπε ο Kombi. «Η κοινότητα δεν είχε αποδεχθεί ότι αυτή η ασθένεια υπήρχε και δεν πίστευε ότι μπορούσαμε να αναρρώσουμε από αυτήν».

Στη Μπένι, ένα πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο κοντά στα σύνορα με την Ουγκάντα και τη Ρουάντα, ορισμένοι φοβούνται ότι η επανάληψη των λαθών των προηγούμενων επιδημιών στο Κονγκό και η έλλειψη εγκεκριμένου εμβολίου αυτή τη φορά ενδέχεται να καταστήσουν δυσκολότερη την αντιμετώπιση της νέας έξαρσης.

“Νομίζαμε ότι ήταν μια πνευματική ασθένεια”

Ο Kombi θυμήθηκε ότι μολύνθηκε από τον ιό έπειτα από επαφή με άλλα άτομα που είχαν προσβληθεί. Είπε ότι τότε υπήρχαν ελάχιστες πληροφορίες για την ασθένεια και ότι ενώ πολλοί πίστευαν πως επρόκειτο για μαγεία και άλλοι τη θεωρούσαν «δυτική συνωμοσία για λόγους χρηματοδότησης».

«Η κοινότητα δεν είχε αποδεχθεί ότι μπορούσαμε να αναρρώσουμε από αυτήν την ασθένεια, γι’ αυτό και η επανένταξή μας στην κοινωνία ήταν αρχικά αρκετά δύσκολη», είπε.

«Όταν ξεσπά μια πανδημία εδώ στο Κονγκό, αρχικά πιστεύουμε ότι πρόκειται για πολιτικό ζήτημα», δήλωσε ο Bienfait Wanzire, ο οποίος επίσης επέζησε αφού προσβλήθηκε από Έμπολα κατά την επιδημία του 2018.

«Στην αρχή νομίζαμε ότι ήταν μια πνευματική ασθένεια», είπε. «Στη συνέχεια, επειδή διεξάγονταν προεκλογικές εκστρατείες, πιστέψαμε ότι ήταν πολιτικό θέμα».

Γιατρός θυμάται ότι έχασε τον θείο του και συναδέλφους του

Ο δρ. Babah Mutuza Lusungu, γιατρός στο Ιατρικό Κέντρο «Dieu Est Grand» στη Μπένι, θυμάται ότι έχασε τον θείο του και δύο συναδέλφους του, ακόμη κι ενώ προσπαθούσε να πείσει τους ανθρώπους ότι η επιδημία ήταν πραγματική.

«Υπήρχε πολύ ισχυρή αντίσταση», είπε ο Lusungu. «Και έτσι δημιουργήθηκε ένα κλίμα δυσπιστίας ανάμεσα στον πληθυσμό, τις αρχές, τους εταίρους και τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας».

Οι νέοι τότε δεν συμμετείχαν άμεσα στις προσπάθειες αντιμετώπισης της κρίσης, είπε, καλώντας τις τοπικές αρχές να συνεργαστούν στενότερα με τους ηγέτες της νεολαίας ώστε να ενημερωθεί καλύτερα ο πληθυσμός για την ασθένεια.

«Αν περιμένουμε να υπάρξουν πάρα πολλά επιβεβαιωμένα κρούσματα για να ξεκινήσουμε μια αποτελεσματική αντίδραση, τότε θα έχουμε χάσει εντελώς τον στόχο», δήλωσε.

Τα εμβόλια έσωσαν την οικογένειά της

Η Esperance Masinda, η οποία εργαζόταν για τη UNICEF στη Μπένι κατά τη διάρκεια της επιδημίας του 2018, είπε ότι ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να φροντίζει παιδιά που είχαν χάσει τους γονείς τους από τον Έμπολα.

Η ίδια μολύνθηκε ενώ φρόντιζε τον σύζυγό της, ο οποίος εργαζόταν ως γιατρός. Παρότι και οι δύο ανάρρωσαν αργότερα, το εμβόλιο που συνέβαλε στη σωτηρία τους τούς απομάκρυνε από συγγενείς και γείτονες.

«Όταν επιστρέψαμε στην κοινότητα, μας έλεγαν ότι δεν θα ζήσουμε ούτε πέντε χρόνια, ότι θα πεθάνουμε εξαιτίας του φαρμάκου που πήραμε εκεί», είπε η Masinda.

«Και σήμερα, όταν μας βλέπουν, αυτοί οι άνθρωποι δεν μας στιγματίζουν πλέον», πρόσθεσε. «Είμαστε όλοι άνθρωποι, ακόμη κι αν υπήρξαμε θύματα του Έμπολα, είμαστε όλοι άνθρωποι».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα