Τράπεζες: Ακριβότερα δάνεια και μικρό όφελος στις καταθέσεις μετά την αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ

Διαβάζεται σε 4'
Τράπεζες: Ακριβότερα δάνεια και μικρό όφελος στις καταθέσεις μετά την αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ
Φωτογραφία αρχείου iStock

Η πρώτη αύξηση επιτοκίων μετά το 2023 ανεβάζει το κόστος εξυπηρέτησης στεγαστικών, καταναλωτικών και επιχειρηματικών δανείων, ενώ τα κέρδη για τους καταθέτες παραμένουν περιορισμένα.

Η πρώτη αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μετά το 2023 είναι πλέον πραγματικότητα και αναμένεται να επηρεάσει άμεσα εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ την περασμένη Πέμπτη να αυξήσει κατά 25 μονάδες βάσης τα βασικά επιτόκια, ως απάντηση στις νέες πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, μεταφράζεται σε ακριβότερο δανεισμό και υψηλότερες δόσεις για όσους έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Από τις 17 Ιουνίου 2026, το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων διαμορφώνεται στο 2,25%, το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης στο 2,40% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,65%.

Για την πραγματική οικονομία, η εξέλιξη αυτή σημαίνει αυξημένο κόστος χρήματος. Οι επιχειρήσεις θα δανείζονται ακριβότερα, ενώ τα νοικοκυριά με κυμαινόμενα δάνεια θα δουν τις μηνιαίες υποχρεώσεις τους να αυξάνονται. Η συνέπεια είναι μικρότερη διαθέσιμη ρευστότητα, περιορισμός της κατανάλωσης και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στις επενδύσεις.

Το Euribor δείχνει και νέα αύξηση

Οι αγορές ωστόσο είχαν ουσιαστικά προεξοφλήσει την απόφαση της ΕΚΤ. Το Euribor τριμήνου είχε ήδη κινηθεί ανοδικά τους τελευταίους μήνες, αντανακλώντας τις προσδοκίες για σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.

Μάλιστα, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η αγορά προεξοφλεί ακόμη μία αύξηση επιτοκίων μέσα στους επόμενους μήνες, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ στο 2,50%.

Ποιοι επηρεάζονται περισσότερο

Όπως εξηγούν υψηλόβαθμες τραπεζικές πηγές «η επίδραση των αυξήσεων δεν είναι ίδια για όλους τους δανειολήπτες, και συμπληρώνουν: οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις αφορούν όσους διατηρούν παλαιότερα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, τα οποία συνδέονται άμεσα με το Euribor».

Για παράδειγμα στα στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το 2022, η πλειονότητα ήταν συνδεδεμένη με κυμαινόμενο επιτόκιο. Εκτιμάται ότι ακόμη και σήμερα περίπου το 60%-70% του συνολικού υπολοίπου των στεγαστικών δανείων παραμένει εκτεθειμένο στις διακυμάνσεις των επιτοκίων, ενώ μόλις το 30%-40% αφορά δάνεια με σταθερό επιτόκιο ή περίοδο προστασίας.

Την ίδια στιγμή στα επιχειρηματικά δάνεια η έκθεση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς πάνω από το 80%-90% των χορηγήσεων παραμένει συνδεδεμένο με κυμαινόμενα επιτόκια.

Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια οι περισσότεροι νέοι δανειολήπτες επέλεξαν σταθερό επιτόκιο. Μετά τις αναταράξεις της περιόδου 2022-2024, περίπου το 70%-90% των νέων στεγαστικών δανείων χορηγείται με σταθερό επιτόκιο διάρκειας 3, 5, 10 ή και περισσότερων ετών. Αυτό σημαίνει ότι όσοι απέκτησαν κατοικία τα τελευταία χρόνια παραμένουν, προς το παρόν, προστατευμένοι από τις νέες αυξήσεις.

Πόσο αυξάνεται η δόση

Για ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 30 ετών και κυμαινόμενο επιτόκιο, η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης μεταφράζεται σε επιβάρυνση περίπου 15 ευρώ τον μήνα ή 176 ευρώ σε ετήσια βάση.

Το ποσό μπορεί να φαίνεται μικρό, ωστόσο για μεγαλύτερα δάνεια ή για νοικοκυριά που ήδη πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής, η επιβάρυνση αποκτά μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα αν ακολουθήσουν και νέες αυξήσεις επιτοκίων.

Ακριβότερα και τα καταναλωτικά δάνεια

Η άνοδος των επιτοκίων επηρεάζει και τα καταναλωτικά δάνεια. Στα υφιστάμενα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, οι δόσεις αυξάνονται κατά την επόμενη αναπροσαρμογή τους, ενώ όσα διαθέτουν σταθερό επιτόκιο παραμένουν ανεπηρέαστα μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επίδραση στα νέα καταναλωτικά δάνεια. Οι τράπεζες μεταφέρουν σχετικά γρήγορα το αυξημένο κόστος χρήματος στους πελάτες τους, με αποτέλεσμα τα νέα δάνεια να χορηγούνται με υψηλότερα επιτόκια και αυξημένο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης.

Παράλληλα, σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων οι τράπεζες συνήθως γίνονται πιο επιλεκτικές στις εγκρίσεις, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος καθυστερήσεων και δημιουργίας νέων «κόκκινων» δανείων.

Μικρό το όφελος για τους καταθέτες

Στην αντίπερα όχθη, οι καταθέτες δεν αναμένεται να δουν σημαντικές αλλαγές. Οι απλοί λογαριασμοί ταμιευτηρίου εξακολουθούν να προσφέρουν εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις, που στις περισσότερες περιπτώσεις κινούνται μεταξύ 0,01% και 0,10%, ενώ μόνο σε ορισμένα προϊόντα φθάνουν έως το 0,20%-0,30%.

Έτσι, η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ δύσκολα μεταφράζεται σε ουσιαστικό κέρδος για τον μέσο αποταμιευτή.

Καλύτερη εικόνα παρουσιάζουν οι προθεσμιακές καταθέσεις, όπου οι τράπεζες ενδέχεται να προχωρήσουν σε περιορισμένες αυξήσεις αποδόσεων προκειμένου να προσελκύσουν νέα κεφάλαια. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, οι αποδόσεις παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από την επιβάρυνση που προκαλεί η άνοδος των επιτοκίων στους δανειολήπτες.

Το αποτέλεσμα είναι ότι, για ακόμη μία φορά, οι κερδισμένοι από την αύξηση των επιτοκίων είναι κυρίως όσοι διαθέτουν μεγάλα ποσά σε προθεσμιακές καταθέσεις, ενώ τα περισσότερα νοικοκυριά θα βρεθούν αντιμέτωπα με ακριβότερο δανεισμό και μεγαλύτερη πίεση στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα