Θεσμική εμπιστοσύνη και βιώσιμη ανάπτυξη, η αθέατη αδυναμία του ελληνικού υποδείγματος
Διαβάζεται σε 4'
Η Ευγενία Φωτονιάτα γράφει στο NEWS24/7 για τα ευρήματα του ΟΟΣΑ σχετικά με την εμπιστοσύνη στους θεσμούς στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας τη σύνδεση θεσμικής δυσπιστίας και αναπτυξιακής υστέρησης
- 02 Ιουλίου 2026 09:23
Με αφορμή τα ευρήματα της τελευταίας έρευνας του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς (OECD Survey on Drivers of Trust in Public Institutions 2026 Results), αξίζει να φωτίσουμε μια διάσταση που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο στη δημόσια συζήτηση. Η πρώτη ανάγνωση είναι εύλογη. Η δυσπιστία παγιώνεται και η δημοκρατική εμπιστοσύνη υποχωρεί. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη πλευρά. Η θεσμική δυσπιστία δεν αφορά μόνο την ποιότητα της δημοκρατίας. Αγγίζει τον πυρήνα της αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας.
Δεν είναι μια γενική πολιτική παρατήρηση. Βρίσκεται στον πυρήνα του έργου για το οποίο ο Daron Acemoglu, μαζί με τους Simon Johnson και James Robinson, τιμήθηκε με το Nobel Οικονομίας το 2024. Οι χώρες δεν κρίνονται μακροχρόνια από συγκυριακές επιδόσεις, αλλά από την ποιότητα των θεσμών τους. Από το αν οι κανόνες μένουν σταθεροί και δίκαιοι. Από το αν η ισχύς ελέγχεται. Από το αν οι πολλοί μπορούν να συμμετέχουν στο παραγωγικό αποτέλεσμα ή αν η ανάπτυξη εγκλωβίζεται σε κλειστά δίκτυα προσόδων, προνομίων και άνισης πρόσβασης.
Υπό αυτό το πρίσμα, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας δείκτης δημοκρατικής κόπωσης. Δείχνουν και μια βαθύτερη αναπτυξιακή αδυναμία. Η εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση πέφτει στο 24% το 2025, από 32% το 2023, έναντι 40% στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Η εμπιστοσύνη στη δημόσια διοίκηση βρίσκεται επίσης στο 24%, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 45%. Τα πολιτικά κόμματα καταγράφουν 15%. Μόλις 21% των πολιτών θεωρεί ότι άνθρωποι σαν τους ίδιους έχουν λόγο σε όσα κάνει η κυβέρνηση.
Αυτά τα ευρήματα δεν περιγράφουν μόνο μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τους θεσμούς της. Περιγράφουν και μια οικονομία που δεν αισθάνεται βέβαιη για τους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν αυτή η εμπιστοσύνη λείπει, αυξάνεται το κόστος συναλλαγών, ενισχύεται η αίσθηση διοικητικού και ρυθμιστικού κινδύνου, αποθαρρύνεται η παραγωγική επένδυση και ευνοείται η αναζήτηση προσόδων γύρω από το κράτος. Οι αδύναμοι θεσμοί, τελικά, δεν είναι μόνο δημοκρατικό έλλειμμα. Έχουν και πραγματικό οικονομικό κόστος.
Εδώ ακριβώς δοκιμάζεται το σημερινό κυβερνητικό success story. Προβάλλει τις επενδύσεις, αλλά συχνά αποφεύγει τη συζήτηση για τη σύνθεσή τους. Επικαλείται τη μεγέθυνση, χωρίς να απαντά πειστικά στο ερώτημα της παραγωγικότητας. Επενδύει επικοινωνιακά στην ψηφιοποίηση του κράτους, αλλά αφήνει ανοιχτά τα ζητήματα της ψηφιακής κυριαρχίας, της διακυβέρνησης των δεδομένων και της λογοδοσίας της διοίκησης. Μιλά για μεταρρυθμίσεις, χωρίς να εξηγεί επαρκώς ποιος κερδίζει, ποιος μένει εκτός και ποιος έχει πραγματική πρόσβαση στην ευκαιρία. Επικαλείται την εμπιστοσύνη των αγορών, ενώ υποτιμά τη δυσπιστία των πολιτών.
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Στην Ελλάδα, οι θετικές αντιλήψεις για το αν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τεκμηρίωση στη λήψη αποφάσεων μειώνονται από 37% το 2023 σε 30% το 2025. Η αντίληψη ότι η κυβέρνηση ισορροπεί τα συμφέροντα διαφορετικών γενεών πέφτει από 28% σε 24%. Η αίσθηση ότι οι αιτήσεις για κοινωνικά επιδόματα αντιμετωπίζονται δίκαια μειώνεται από 39% σε 36%, ενώ η πεποίθηση ότι το Δημόσιο χρησιμοποιεί νόμιμα τα δεδομένα των πολιτών υποχωρεί από 45% σε 39%.
Δεν πρόκειται για δευτερεύοντα ευρήματα. Είναι δείκτες θεσμικής (αν)ικανότητας. Δείχνουν αν ένα κράτος μπορεί να σχεδιάζει με βάση δεδομένα, να εφαρμόζει πολιτικές δίκαια, να προστατεύει τον πολίτη, να ρυθμίζει την αγορά, να στηρίζει την καινοτομία και να κατανέμει το αναπτυξιακό αποτέλεσμα με τρόπο που γίνεται αντιληπτός ως δίκαιος. Χωρίς αυτή την ικανότητα, η ανάπτυξη μπορεί να εμφανίζεται στους δείκτες, αλλά δεν ριζώνει στην παραγωγική βάση και δεν μετατρέπεται σε συλλογική ευημερία.
Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό βάθος της θεσμικής κρίσης. Δεν αφορά μόνο την ποιότητα της δημοκρατίας, όσο κρίσιμη κι αν είναι. Αφορά το αν η χώρα μπορεί να οικοδομήσει ένα βιώσιμο αναπτυξιακό υπόδειγμα, με παραγωγικές επενδύσεις που υπηρετούν την κοινωνική ευημερία, εργασία που ανακτά μερίδιο στον πλούτο που παράγει, δημόσιες υπηρεσίες που στηρίζουν την παραγωγή και κανόνες που περιορίζουν την αυθαιρεσία της ισχύος.Διαφορετικά, η μεγέθυνση μένει ρηχή. Συγκεντρώνει οφέλη, αλλά δεν παράγει εμπιστοσύνη. Μπορεί να κινεί κεφάλαια, χωρίς όμως να κινητοποιεί κοινωνικές δυνάμεις.
*Η Ευγενία Φωτονιάτα είναι συντονίστρια του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου του Αλέξη Τσίπρα