Έκθεση Κομισιόν: ΦΠΑ και μισθωτή εργασία “αυγατίζουν” τα έσοδα – Τα “καμπανάκια”
Διαβάζεται σε 4'
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει τις σημαντικές ψηφιακές αλλαγές στη φορολογική διοίκηση και την ενίσχυση της συμμόρφωσης, ωστόσο επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζει τα φορολογικά της έσοδα στην υψηλή επιβάρυνση της εργασίας, στους έμμεσους φόρους και στη βαριά φορολόγηση της ενέργειας.
- 13 Ιουλίου 2026 06:40
Η σημαντική πρόοδος που έχει καταγράψει η Ελλάδα στη φορολογική διοίκηση μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό δεν αρκεί για να καλύψει τις ενεργές και βαθιές αδυναμίες του φορολογικού συστήματος. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της Ετήσιας Έκθεσης Φορολογίας 2026 της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αναγνωρίζει τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τις δομικές στρεβλώσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το ελληνικό φορολογικό μοντέλο.
Η έκθεση καταγράφει ως θετικές εξελίξεις την επέκταση της πλατφόρμας myDATA, την κατάργηση του χαρτοσήμου και την αντικατάστασή του από το ψηφιακό τέλος συναλλαγών, καθώς και την ενίσχυση των φορολογικών ελέγχων, οι οποίοι συνέβαλαν ουσιαστικά στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Ωστόσο, σύμφωνα με την Κομισιόν, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντλεί σημαντικό μέρος των δημοσίων εσόδων από τη βαριά φορολόγηση της μισθωτής εργασίας, τον ΦΠΑ, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τους φόρους στην ενέργεια, μια επιλογή που επιβαρύνει κυρίως εργαζόμενους και νοικοκυριά.
Η υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην ΕΕ
Συγκεκριμένα, το πλέον ανησυχητικό εύρημα της έκθεσης αφορά την επιβάρυνση της εργασίας. Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής στην εργασία (Implicit Tax Rate on Labour) διαμορφώθηκε το 2024 στο 44,8%, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο συγκεκριμένος δείκτης περιλαμβάνει όχι μόνο τον φόρο εισοδήματος, αλλά και τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που συνδέεται με τη μισθωτή απασχόληση. Με απλά λόγια, από κάθε 100 ευρώ συνολικού κόστους εργασίας, σχεδόν τα 45 ευρώ κατευθύνονται στο Δημόσιο μέσω φόρων και εισφορών.
Η διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς στην ΕΕ ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώνεται στο 37,1%.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό. Το συνολικό φορολογικό βάρος στην Ελλάδα έφθασε το 39,3% του κόστους εργασίας το 2025, έναντι 35,1% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, διατηρώντας τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις της σχετικής κατάταξης.
Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι οι πραγματικοί οριακοί φορολογικοί συντελεστές αυξάνονται αισθητά στα υψηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, στοιχείο που μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά για την αύξηση των αποδοχών ή την ανάληψη πρόσθετης εργασίας. Σημειώνεται, πάντως, ότι από φέτος εφαρμόζονται αλλαγές στη φορολογική κλίμακα και για τα υψηλότερα εισοδήματα, με στόχο τη μείωση της σχετικής επιβάρυνσης.
Εξάρτηση των εσόδων από τον ΦΠΑ και τους έμμεσους φόρους
Η δεύτερη μεγάλη διαρθρωτική αδυναμία που εντοπίζει η Κομισιόν αφορά τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων.
Η Ελλάδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση του μεριδίου του ΦΠΑ στο συνολικό φορολογικό μείγμα, κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2014, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο φόρος προστιθέμενης αξίας αποτελεί πλέον βασικό πυλώνα χρηματοδότησης των δημόσιων εσόδων.
Παράλληλα, η χώρα συγκαταλέγεται, μαζί με την Ουγγαρία και τη Γαλλία, στις μόλις τρεις χώρες της ΕΕ όπου το μερίδιο των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα δεν μειώθηκε, αντίθετα με τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση.
Την ίδια ώρα, ο Έμμεσος Συντελεστής (ITR) Κατανάλωσης μειώθηκε κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες, στοιχείο που, σύμφωνα με την έκθεση, υποδηλώνει ότι η διατήρηση των υψηλών φορολογικών εσόδων δεν οφείλεται σε ενίσχυση της κατανάλωσης ή της αγοραστικής δύναμης, αλλά στη διατήρηση υψηλών φορολογικών συντελεστών σε βασικά αγαθά.
Η Ελλάδα εξακολουθεί επίσης να εφαρμόζει έναν από τους υψηλότερους βασικούς συντελεστές ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 24%, γεγονός που επιβαρύνει περισσότερο τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Πρωτιά στη φορολόγηση της ενέργειας και των καυσίμων
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους περιβαλλοντικούς φόρους, όπου η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους αντιστοιχούν στο 3,8% του ΑΕΠ, επίδοση που φέρνει τη χώρα στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Η εικόνα αυτή αποδίδεται κυρίως στη σημαντική φορολόγηση της ενέργειας και των καυσίμων.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι οι συγκεκριμένοι φόροι υπηρετούν τους στόχους της πράσινης μετάβασης, επισημαίνει όμως ότι η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλών ενεργειακών τιμών.
Αντίθετα, η συμμετοχή των φόρων στην ακίνητη περιουσία στο συνολικό φορολογικό σύστημα εμφανίζεται μειωμένη σε σχέση με το 2014, παρότι εξακολουθούν να αποδίδουν περίπου 6,6% των συνολικών φορολογικών εσόδων.