Στο “σφυρί” σκελετός T-Rex αξίας 30 εκατ. δολαρίων – Ανησυχία από τους επιστήμονες
Διαβάζεται σε 4'
Σε δημοπρασία βγαίνει ένας υπερμεγέθης σκελετός Τυραννόσαυρου Ρεξ με τους επιστήμονες να κάνουν λόγο για “χόμπι” που βλάπτει την έρευνα.
- 14 Ιουλίου 2026 10:02
Με τα τεράστια, κοφτερά δόντια του, το ισχυρό σαγόνι που μπορούσε να συνθλίψει οστά και το επιβλητικό του μέγεθος, ο Τυραννόσαυρος Ρεξ (Tyrannosaurus rex) κυριαρχούσε στη δυτική Βόρεια Αμερική κατά την Ύστερη Κρητιδική περίοδο. Σήμερα, εκατομμύρια χρόνια αργότερα, τα απολιθωμένα κατάλοιπά του ετοιμάζονται να πρωταγωνιστήσουν σε δημοπρασία, με εκτιμώμενη αξία που φτάνει τα 30 εκατομμύρια δολάρια.
Την Τρίτη, ο οίκος Sotheby’s στη Νέα Υόρκη θα βγάλει στο σφυρί έναν από τους μεγαλύτερους και πληρέστερους σκελετούς T. rex που έχουν ανακαλυφθεί, με τιμή εκτίμησης μεταξύ 20 και 30 εκατ. δολαρίων.
Δεν αποκλείεται μάλιστα να καταρρίψει κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Το 2024, ένας σκελετός στεγόσαυρου με το όνομα Apex πωλήθηκε επίσης από τον Sotheby’s έναντι 44,6 εκατ. δολαρίων, δηλαδή σε τιμή έντεκα φορές υψηλότερη από την αρχική εκτίμηση.
Ο «Gus», ηλικίας 67 εκατομμυρίων ετών
Ο σκελετός, που έχει πάρει το προσωνύμιο «Gus», εκτιμάται ότι έχει ηλικία περίπου 67 εκατομμυρίων ετών. Στημένος σε επιθετική στάση, φτάνει τα 3,8 μέτρα ύψος, ενώ, όπως σημειώνει ο οίκος δημοπρασιών, «τα τεράστια δόντια του προβάλλουν μέσα από τα ανοιχτά σαγόνια του».
Οι ειδικοί θεωρούν ότι πρόκειται για τα απολιθώματα ενός μεγάλου και εύρωστου ενήλικου T. rex.
Ανακαλύφθηκε το 2021 σε ράντσο στην κομητεία Χάρντινγκ της Νότιας Ντακότα και η ανασκαφή του διήρκεσε τρία χρόνια. Την έρευνα πραγματοποίησε η ιδιωτική εταιρεία Theropoda Expeditions, με την άδεια του ιδιοκτήτη της γης, Γκάρι «Γκας» Λίκινγκ, από τον οποίο πήρε και το όνομά του ο δεινόσαυρος. Ο Λίκινγκ πέθανε πριν ολοκληρωθεί η ανασκαφή.
Ο ερευνητής της εταιρείας, Κόουλ Τζέικομπς, θυμάται τη στιγμή της ανακάλυψης:
«Περπατούσα στον δρόμο και ήταν το πρώτο πράγμα που είδα την πρώτη κιόλας ημέρα. Διέκρινα ένα μετατάρσιο να προεξέχει από το έδαφος».
Ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα
Παρότι η ανακάλυψη θεωρείται εξαιρετικά σημαντική, πολλοί παλαιοντολόγοι εκφράζουν έντονη ανησυχία για την αυξανόμενη εμπορευματοποίηση των απολιθωμάτων.
Ο καθηγητής Παλαιοντολογίας Σπονδυλωτών του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, Ρίτσαρντ Μπάτλερ, χαρακτήρισε προβληματική την τάση πώλησης απολιθωμάτων σαν να πρόκειται για έργα τέχνης.
«Η σημερινή τάση να προωθούνται και να πωλούνται απολιθώματα δεινοσαύρων σε δημοπρασίες έναντι τεράστιων ποσών είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, όπως και η αντιμετώπισή τους ως σύμβολα κοινωνικού κύρους ή επενδυτικά αγαθά», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, όταν ένα απολίθωμα δεν καταλήγει σε αναγνωρισμένο μουσείο, ουσιαστικά χάνεται για την επιστημονική έρευνα.
«Τα απολιθώματα αγοράζονται και πωλούνται εδώ και εκατοντάδες χρόνια, όμως πλέον οι τιμές έχουν ξεφύγει από τις δυνατότητες των μουσείων, κάτι που βλάπτει σοβαρά την επιστήμη», πρόσθεσε.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου Στίβεν Μπρουσάτε.
«Η δημοπρασία φαίνεται να είναι νόμιμη, αφού στις ΗΠΑ ο ιδιοκτήτης της γης μπορεί να διαθέσει όπως επιθυμεί ό,τι βρίσκεται σε αυτή. Ωστόσο, ως επιστήμονας εξακολουθώ να ανησυχώ», ανέφερε.
Σημείωσε επίσης ότι, αν ο σκελετός πουληθεί για δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, τα πανεπιστήμια και τα μουσεία δεν θα μπορούν να ανταγωνιστούν τους δισεκατομμυριούχους συλλέκτες.
Η αγορά απολιθωμάτων και οι συλλέκτες
Ο πρώτος T. rex που πωλήθηκε σε δημοπρασία ήταν η περίφημη Sue, η οποία αγοράστηκε το 1997 από το Field Museum του Σικάγου έναντι περίπου 8 εκατ. δολαρίων, χάρη στη στήριξη ιδιωτών δωρητών και εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η McDonald’s.
Έκτοτε, όμως, η συλλογή απολιθωμάτων έχει εξελιχθεί σε χόμπι για εξαιρετικά εύπορους συλλέκτες, ανάμεσά τους και ο ηθοποιός Λεονάρντο Ντι Κάπριο.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ Μάικλ Μπέντον αναγνώρισε ότι ορισμένες φορές οι ιδιώτες ιδιοκτήτες δανείζουν ή δωρίζουν τα απολιθώματα σε μουσεία, επιτρέποντας την επιστημονική αξιοποίησή τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο στεγόσαυρος Apex, που αγοράστηκε από τον δισεκατομμυριούχο Κεν Γκρίφιν και στη συνέχεια παραχωρήθηκε για τέσσερα χρόνια στο Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.