Νέες ταινίες: Η “Καινούργια Μέρα” του Σπάιντερ-Μαν βάζει τους χαρακτήρες πριν από τη δράση
Διαβάζεται σε 15'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 30 Ιουλίου 2026 06:06
Σε 10 μέρες έχει περάσει τις 400.000 εισιτηρίων η “Οδύσσεια”, σε ένα δεύτερο τριήμερο με ελάχιστη πτώση, κάτι σχεδόν αδιανόητο για άνοιγμα τέτοιου μεγέθους. Θα γράφει εισπράξεις για καιρό ακόμη, την ώρα που στο περιθώριο της ταινίας του Νόλαν υπάρχουν εναλλακτικές προτάσεις που λειτουργούν πολύ καλά.
Όπως η “Πρόσκληση” της Ολίβια Γουάιλντ, που έφτασε τα 45.000, και φυσικά το κλασικό διδυμάκι “Εμμονή” και “Toy Story 5” που παλεύουν εδώ και βδομάδες σε ένα σχεδόν ίδιο σύνολο εισιτηρίων – η “Εμμονή” στα 255.000 αυτή τη στιγμή, έναντι των 252.000 του φιλμ του Άντριου Στάντον.
Στις επανεκδόσεις η “Αμελί” δεν φρενάρει με τίποτα καθώς έχει σχεδόν φτάσει τις 24.000 εισιτήρια, ενώ το “Τρέξε Λόλα Τρέξε” άνοιξε με 746, το “Μια Θέση στον Ήλιο” με 1.276 και οι “Αρμονίες Βερκμάιστερ” του Μπέλα Ταρ έχουν φτάσει τις 2.300 βρίσκοντας το σινεφίλ τους – πολύ όμορφη είδηση.
Αυτή την εβδομάδα ο νέος Σπάιντερ-Μαν έρχεται να διεκδικήσει το μερίδιό του από την εμπορική πίτα κόβοντας αίθουσες από τον Νόλαν και στοχεύοντας σε ένα τεράστιο διεθνές άνοιγμα. Αυτό που στο αθλητικό ρεπορτάζ αποκαλούν “ευχάριστος πονοκέφαλος για τον ομοσπονδιακό κόουτς”.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Spider-Man: Καινούργια Μέρα
(“Spider-Man: Brand New Day”, Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον, 2ω25λ)
★★★
Κανείς πια δεν θυμάται τον Πίτερ Πάρκερ, ο οποίος ζει μια μοναδική ζωή πλήρως αφοσιωμένη στην καταπολέμηση του εγκλήματος ως Σπάιντερμαν. Κάτι μέσα του όμως αρχίζει να αλλάζει, ακριβώς τη στιγμή που μια τρομακτική νέα παρουσία εμφανίζεται αναζητώντας κάτι μυστηριώδες και απειλητικό.
Σε 25 λέξεις: Συναισθηματικό, τρυφερό, με ζεστές υφές στο λουκ και φροντίδα στους χαρακτήρες και την γειωμένη διάσταση του ήρωα. Εξαιρετικό καστ, απογειώνει το φιλμ ακόμα και όταν του λείπει το κρεσέντο ή η εστίαση.
Κριτική
Ο Σπάιντερμαν πάντα ήταν ο ‘αστικός’ από τους υπερήρωες – εκτός από κομμάτι του DNA του, είναι και τεράστιο κομμάτι της διαχρονικότητάς του. Ακόμα κι όταν οι υπερηρωικές ταινίες δεν είναι το κέντρο πια της συζήτησης, ο Σπάιντερμαν είναι. Ακόμα κι όταν επί Covid οι αίθουσες άδειασαν, ο Σπάιντερμαν τις ξαναγέμισε.
Κι ακόμα κι όταν το πάλαι ποτέ κραταιό κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel βρίσκεται σε κρίση, ο Amazing Spider-Man είναι εκεί για να λειτουργήσει ως εισαγωγή σε μια νέα, κρίσιμη φάση.
Είναι αναγκαία αυτή η παρατήρηση, γιατί φυσικά δε χρειάζεται να είναι κανείς κυνικός για να δει πώς αυτή η νέα περιπέτεια του ανθρώπου-αράχνη χρησιμοποιείται από το στούντιο για να επικοινωνήσει στο κοινό τη Νέα Μέρα του σύμπαντος, όσο και του ίδιου του ήρωα. Μια νέα, πιο προσγειωμένη προσέγγιση, νέο status quo, αλλά και νέοι χαρακτήρες: Η ηρωίδα που παίζει η Σέιντι Σινκ του “Stranger Things” (το ένα άτομο από όλο εκείνο το καστ που ήταν προφανές πως θα είχε αληθινή καριέρα στη συνέχεια), και που εντελώς ακατανόητα της φέρεται η προώθηση της ταινίας σα να επρόκειτο για κάποιο μυστικό, θα είναι αναμφίβολα κεντρική φιγούρα στο μέλλον αυτού του κόσμου.
Τα αναφέρουμε όλα αυτά εξαρχής γιατί ναι: Αυτή είναι μια ταινία που έχει όντως τους, εχμ, ιστούς της απλωμένους σε όλο το σύμπαν. Ο Punisher του Τζον Μπέρνθαλ είναι εδώ. Ο Χαλκ του Μαρκ Ράφαλο το ίδιο. Άλλος ένας χαρακτήρας κάνει ένα σύντομο πέρασμα. Και φυσικά μετά έχουμε το όλο Σέιντι Σινκ ζήτημα. Συνήθως αυτού του τύπου τα περάσματα κάνουν τις ταινίες να μοιάζουν λιγότερο με ταινίες και περισσότερο με διαφημιστικά φυλλάδια για επόμενες ταινίες – βλέπε και το χαωδώς κάκιστο “Captain America: Civil War”.
Κι όμως, η “Καινούργια Μέρα” λειτουργεί. Δεν είναι σπουδαία ταινία, καθώς έχει και πάλι προβλήματα ρυθμού, είναι ένα μισάωρο πιο μεγάλη από ό,τι χρειάζεται και κάποιες σκηνές δράσης μοιάζουν τοποθετημένες εκεί αταίριαστα, με το ζόρι. Όμως, λειτουργεί.
Λειτουργεί γιατί υπό την καθοδήγηση του Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον (“Short Term 12”, “Ο Σανγκ Τσι και ο Θρύλος των Δέκα Δαχτυλιδιών”), η ταινία πράγματι φέρνει τον Σπάιντερμαν στο έδαφος (της πόλης του) την ίδια στιγμή που τον ακολουθεί ψηλά στον ουρανό (των ουρανοξυστών, και όχι των πτήσεων με τους Avengers, ευτυχώς). Είναι ένα όμορφο φιλμ, κάτι καθόλου δεδομένο όταν μιλάμε για τη Marvel, με υφές στην εικόνα και στην απεικόνιση των γειτονιών, των μικροκαταστημάτων, των διαμερισμάτων.
Όλων αυτών των σημείων όπου κατοικούν οι ήρωές της, μέλη μιας γενιάς που μοιάζει χαμένη, συναισθηματικά αλλά και κοινωνικά. Η Εμ Τζέι (της Zendaya) επανασυστήνεται στην ταινία σε μια σκηνή όπου μαθαίνουμε πως πήρε μια δουλειά την οποία, με μια παραίτηση, παραδέχεται πως αρνήθηκε γιατί αντιβαίνει τις ηθικές της αξίες, αλλά δεν έχει άλλη εύκολη λύση. Μαζί με τον κολλητό της από το σχολείο Νεντ, σπουδάζουν στο ΜΙΤ αλλά δε μοιάζουν να ξέρουν πού θα καταλήξει αυτό.
Ο ίδιος ο Πίτερ Πάρκερ (Τομ Χόλαντ) είναι κυριολεκτικά ξεχασμένος από όλους, μετά τα γεγονότα της προηγούμενης ταινίας. Δεν είμαι φαν του συγκεκριμένου αφηγηματικού trope καθώς δημιουργεί εκβιαστικό δράμα, όμως ο χειρισμός είναι πάλι προσεγμένος. Χρησιμοποιείται όχι τόσο για να στηθούν παρεξηγήσεις ή κάποιο υπερβολικό μελό, αλλά περισσότερο για να υπογραμμιστεί η μοναξιά του Πίτερ Πάρκερ καθώς αναλώνεται στην Σπάιντερμαν περσόνα του αμελώντας τον ίδιο τον εαυτό του – ο οποίος αρχίζει αναπόφευκτα να αλλάζει, και να ξεφεύγει από τον έλεγχό του.
Στον ευρύτερο κύκλο του θα εμφανιστεί κι η ηρωίδα της Σέιντι Σινκ, μια κοπέλα-σύμβολο της κοινωνικής αποξένωσης. Κυνηγημένη, μόνη, δίχως να έχει γνωρίσει οικογενειακή θαλπωρή ή κοινωνική κατανόηση, στρέφεται με απόγνωση ενάντια στο σύστημα που την απέρριψε. Οι πιο δυνατές στιγμές της ταινίας – και αντιπροσωπευτικές των όσων θέλει να πει και να κάνει – περνάνε μέσα από αυτό τον χαρακτήρα.
Εδώ, το κεντρικό μοτίβο της ταινίας ξεδιπλώνεται μέσα από αυτή τη μοναξιά: Ο Πίτερ αλλάζει και, όπως άλλοι χαρακτήρες γύρω του, όπως ο Δρ. Μπάνερ του Μαρκ Ράφαλο, ο Φρανκ του Τζον Μπέρνθαλ, και φυσικά η ηρωίδα της Σέιντι Σινκ, είναι μοναχικά όντα που εξερευνούν (είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι) την ίδια τους τη φύση. Ποιοι είναι, γιατί είναι, και πώς θα είναι; Είμαστε η φύση μας ή είμαστε οι επιλογές μας;
Η ταινία του Κρέτον μοιάζει να ακολουθεί το πατρόν του τιμιότατου “Thunderbolts*” που είδαμε πέρυσι, το οποίο μοιάζει να στήνει ένα παράδειγμα για την Νέα Marvel, όπως κάποτε το “Iron Man” (και σε δεύτερο χρόνο, ακόμα πιο πολύ οι “Εκδικητές”) υπήρξε η βάση για την πρώτη δεκαετία ταινιών του στούντιο. Μεγάλες σκηνές δράσης υπάρχουν κι εδώ, άλλες δυναμικές (ο Σπάιντερμαν εναντίον των νίντζα της Hand) κι άλλες μάλλον σφηνωμένες με το ζόρι (ο Χαλκ), όμως τον πρώτο λόγο στο φιλμ παίρνει η εσωτερική μάχη των ηρώων.
Αυτή η «ας μιλήσουμε για τα συναισθήματά μας» προσέγγιση μπορεί συχνά να δίνει δραματικές ευκολίες και ποπ ψυχολογία ως βασικό δραματουργικό σκελετό, αλλά εδώ προκύπτει οργανικά, φροντισμένα, και εξαιρετικά παιγμένα από σύσσωμο το καστ. Όπως συνέβαινε και στο “Short Term 12”, ο Κρέτον δείχνει κι εδώ πως έχει μια πολύ καλή αίσθηση για να αντλεί νατουραλιστικές ερμηνείες από ένα νεανικό καστ: Η Σέιντι Σινκ είναι καταπληκτική, η Zendaya με τον Τομ Χόλαντ είναι αξιαγάπητοι και θες να τους βλέπεις να αλληλεπιδρούν και να βιώνουν τις πιο μικρές και μεγάλες λεπτομέρειες της καθημερινότητάς τους, κι ακόμα και κάποιος σαν τον Τζέικομπ Μπαταλόν (ως Νεντ) παίζει με γλύκα και φροντίδα απέναντι στον χαρακτήρα του.
Οι προσγειωμένες στιγμές και η σκιαγράφηση των χαρακτήρων με δραματικούς όρους συνυπάρχει φυσικά με τη δράση, αλλά και με το χιούμορ – σήμα κατατεθέν του Σπάιντερμαν. Σπιρτόζικο αλλά όχι εξυπνακίστικο, και με ξεκάθαρες standout σκηνές εκείνες που ο Πίτερ μοιράζεται με τον Punisher, όπου η ταινία αποκαλύπτεται ως ένα (εν μέρει) κρυφό κωμικό buddy movie.
Η ισορροπία δεν λειτουργεί πάντα, καθώς σε σημεία της ταινίας μοιάζει σαν άλλα κεντρικά σημεία της ταινίας να έχουν ξεχαστεί, ενώ κι η πλοκή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια κουρασμένη και κουραστική συνθήκη: Να πρέπει ο κεντρικός χαρακτήρας να μοιάζει τελείως ανίδεος μπροστά σε πράγματα τελείως προφανή στο μάτι του θεατή.
Ακόμα και κάποιες από τις καλές ιδέες του φιλμ μένουν κάπως ανεκμετάλλευτες, όπως το κουλ όσο και τρομακτικό concept των “αλμάτων” από το ένα άτομο στο άλλο. Εδώ αναρωτιέσαι εύλογα τι θα είχε κάνει με την ιδέα ένας πολύ πιο τολμηρός ή οπτικός σκηνοθέτης, όπως ο Ρέιμι. Πόσο δραματικό καύσιμο θα μπορούσε ακόμα να έχει αντληθεί; Τι ευρηματικά set pieces θα μπορούσαμε να έχουμε δει, σε αντίθεση με την επαναληψιμότητα που παίρνουμε εδώ;
Κι ενώ η ταινία είναι εν γένει πολύ πιο υποψιασμένη απέναντι σε συστημικές οντότητες από ό,τι τα εντελώς άστοχα φιλμ του Τζον Γουάτς (όπου ο urban ήρωας Σπάιντερμαν υπήρχε βασικά ως κομμάτι του κόσμου των Avengers και κάτι-σαν θετός γιος του Τόνι Σταρκ, για κάποιο λόγο), υπάρχει ένα όριο στο οποίο μπορεί να φτάσει προτού επιχειρήσει καν να πει κάτι ενδιαφέρον για αυτά τα συστήματα – και τους χαρακτήρες που (επιλέγουν να) ζουν έξω από αυτά.
Όπως είπαμε και παραπάνω: Όχι μια σπουδαία ταινία. Όμως είναι μια ταινία Σπάιντερμαν με τρόπο που είχε καιρό να υπάρξει (από την εποχή του προαναφερθέντος Σαμ Ρέιμι, τολμώ να πω), με φροντίδα στους χαρακτήρες και τον κόσμο τους, με χιούμορ, με συναίσθημα και με διάθεση να εκφράσει κάποιες ανθρώπινες διαπιστώσεις. Αν αυτό ήταν το νέο μηνιαίο τευχάκι Spider-Man που έπιανα στα χέρια μου, κλείνοντάς το θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος. Μέχρι το επόμενο, λοιπόν.
Αχνή Θέα των Λόφων
(“A Pale View of Hills”, Κέι Ισικάβα, 2ω3λ)
★★½
1982, Ηνωμένο Βασίλειο. Μια επίδοξη Ιαπωνοβρετανίδα συγγραφέας παίρνει συνέντευξη από την μητέρα της, σχεδιάζοντας να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο στις μεταπολεμικές εμπειρίες της στο Ναγκασάκι. Στην πορεία, ανακαλύπτει πως κάτι σε αυτές τις διηγήσεις δεν ταιριάζει.
Σε 25 λέξεις: Όμορφη, αισθητικά πλούσια μεταφορά του πρώτου βιβλίου του Καζούο Ισιγκούρο στη μεγάλη οθόνη. Οι παράλληλες αφηγήσεις δεν λειτουργούν όσο αρμονικά θα ήθελε η ταινία.
Κριτική
Γεννημένος στο Ναγκασάκι, ο σπουδαίος βρετανο-ιάπωνας συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο εξερευνά μέσα από το έργο του ζητήματα μνήμης με ένα τρόπο σαρωτικά συναισθηματικό. Όταν η σουηδική ακαδημία του απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, σημείωσε στα έργα του, μέσα από «σπουδαία συναισθηματική δύναμη, αποκαλύπτει την άβυσσο κάτω από την απατηλή αίσθηση σύνδεσής μας με τον κόσμο».
Σε κάποιες αληθινά εξέχουσες διασκευές έργων του στο σινεμά (“Απομεινάρια Μιας Μέρας”, “Never Let Me Go”), είναι αυτή ακριβώς η συναισθηματική δύναμη που αποτυπώνεται, ποτέ με προφανείς δραματικές συμβάσεις αλλά μέσα σε μια βουβή αίσθηση, σαν μέσα στις ραφές του ίδιου του κόσμου που υφαίνεται. Αυτή είναι η προσέγγιση και του Κέι Ισικάβα με τη διασκευή του πρώτου βιβλίου του Ισιγκούρο, όπου μέσα από δύο παράλληλες ιστορίες ξετυλίγεται μια εσωτερική αναζήτηση και μια σπουδή του συλλογικού τραύματος της ατομικής βόμβας.
Ο Ισικάβα φέρνει έναν σκεπτόμενο συλλογισμό στο πώς αναπτύσσει την ιστορία και πώς υφαίνει τον κόσμο. Υπάρχει προσοχή στις λεπτομέρειες που διαχωρίζουν τις εποχές, εντείνοντας τη σημασία του πώς η μία εποχή (και ιστορία) επηρεάζει την άλλη. Όμως ίσως υπάρχει και μια υπερβολή στη διακριτικότητα: Αυτή η παράλληλη αφήγηση δυσκολεύεται (επί δύο!) να βρει ρυθμό, με μια σιωπή συχνά να κυριαρχεί δίχως κάτι να σιγοβράζει. Μέχρι το δυνατό φινάλε, η ταινία μοιάζει περισσότερο μονοδιάστατη από ό,τι βουβά συναισθηματική. Όμορφη, αλλά εν τέλει τονικά και ρυθμικά ελαφρώς άστοχη.
Η Παρακολούθηση
(“Following”, Κρίστοφερ Νόλαν, 1ω9λ)
★★★
Ο Μπιλ είναι άνεργος αλλά θέλει να γίνει συγγραφέας. Μια μέρα περπατώντας στους δρόμους του Λονδίνου ακολουθώντας τυχαία επιλεγμένους περιαστικούς, θα διασταυρωθεί με έναν μυστηριώδη ξένο που θα κάνει αυτό το φαινομενικά ακίνδυνο χόμπι του Μπιλ, αληθινά επικίνδυνο.
Σε 25 λέξεις: Δυνατή, lo-fi προσέγγιση στο νουάρ, ξετυλίγει το μετέπειτα σετ εμμονών του Νόλαν πάνω στην ταυτότητα και τα σκοτεινά είδωλα. Ενδιαφέρον για τους φανς του είδους, must για τους φανς του σκηνοθέτη.
Κριτική
Πρώτη ταινία, πενιχρά μέσα, αλλά ο σκελετός των μετέπειτα μοτίβων του Νόλαν είναι ήδη εκεί, στην ιστορία ενός άντρα που ακολουθεί τυχαίους περαστικούς για έμπνευση στο γράψιμό του, αλλά όταν δεν καταφέρνει να κρατήσει τις αποστάσεις του θα μπλέξει με τον υπόσκομο. Γυρισμένο όσο φτηνότερα δυνατόν, το φιλμ έχει κυρίως ιστορικό/σινεφιλικό ενδιαφέρον στο πώς εξερευνά τις νολανικές εμμονές περί σκοτεινών, απομακρυσμένων ειδώλων, και ένα –κυριολεκτικά– κυνηγητό αντρών με το ίδιο το υπερ-εγώ τους.
Το φιλμ εξελίσσεται ως lo-fi νουάρ, ένα είδος στο οποίο ο Νόλαν θα εμβαθύνει με τις αμέσως δύο επόμενες ταινίες του. Αλλά πριν έρθουν οι χολιγουντιανοί σταρ του “Insomnia” και μη γραμμική αφήγηση του “Memento”, το πρώτο του μεγάλου μήκους φιλμ προσεγγίζει το είδος με μια αγάπη στην παλιά ασπρόμαυρη βρετανική τηλεόραση και το πώς τοποθετούνται στο αστικό σκηνικό, αλλά και δημιουργούς από τον Χίτσκοκ μέχρι τον Κάφκα.
Ψηλά Τακούνια
(“Tacones Lejanos / High Heels”, Πέδρο Αλμοδόβαρ, 1ω54λ)
★★★★
Αποξενωμένες για 15 χρόνια, μια φαντασμαγορική ηθοποιός και η κόρη της σμίγουν ξανά, με την κατάσταση να περιπλέκεται από το γεγονός πως η κόρη είναι παντρεμένη με έναν πρώην της μητέρας. Αυτό είναι μόνο η αρχή – σύντομα θα ακολουθήσει ένας φόνος, για τον οποίον θα βρεθούν κι οι δύο ύποπτες…
Σε 25 λέξεις: Crime θρίλερ γυρισμένο σαν μελόδραμα μάνας-κόρης στα χνάρια του μεγαλειώδους έργου του Ντάγκλας Σερκ. Φιλμ-γέφυρα ανάμεσα στην αναρχική και την μελοδραματική περίοδο του Αλμοδόβαρ με κλασικές σκηνές και φοβερές Βικτόρια Αμπρίλ και Μαρίσα Παρέδες.
Κριτική
Στη διάρκεια της συναρπαστικής για το ίδιο δεκαετίας του ‘90, ο Αλμοδόβαρ πραγματοποίησε μια σταδιακή μετάβαση από την πανκ περίοδο προς το μετέπειτα «ώριμο» σινεμά του, και είναι απολαυστικό το να επιχειρήσεις να χαρτογραφήσεις αυτή τη διαδρομή ξεκινώντας από το 1991 και τα “Ψηλά Τακούνια” μέχρι το 1999 και το “Όλα για τη Μητέρα Μου”. Όπως συχνά στο έργο του, έτσι κι εδώ έχουμε σαν κεντρικές ηρωίδες γυναίκες που είναι μητέρες, που είναι κόρες, που είναι ηθοποιοί, σε μια εξερεύνηση ορίων, παθών, σεξουαλικότητας και αγάπης.
Εδώ ο Αλμοδόβαρ εμπνέεται περισσότερο από ποτέ από τον Ντάγκλας Σερκ (έτσι κι αλλιώς έναν από τους σκηνοθέτες με διαχρονική επιρροή πάνω στο σύνολο του έργου του ισπανού) και το “Imitation of Life”, συνδυάζοντας απολαυστικά σε αυτή την αφήγηση στοιχεία μελοδράματος όσο και νουάρ. Υπάρχει ένας φόνος, αλλά το ζήτημα δεν είναι ποτέ Ποια Το Έκανε, όσο το τι σημαίνει αυτό για τη δοκιμασμένη, τρικυμιώδη (αλλά τόσο ριζικά, αγνά παθιασμένη) σχέση των δύο γυναικών. Υπάρχει κάτι πιο αλμοδοβαρικό;
Η Γοητεία της Αμαρτίας
(“Conversation Piece / Gruppo di Famiglia in un Interno”, Λουκίνο Βισκόντι, 2ω1λ)
★★★
Ηλικιωμένος καθηγητής νοικιάζει διαμέρισμα της έπαυλής του σε μια οικογένεια ιταλών που τεστάρουν τα όρια της ήρεμης ζωής του καθώς βαθιά μέσα του γοητεύεται από τη συμπεριφορά τους, ενώ έρχεται αντιμέτωπος με τη σεξουαλικότητά του και τον θάνατο που πλησιάζει.
Σε 25 λέξεις: Ώριμη δουλειά του Βισκόντι, αγγίζει ερωτήματα που διαχρονικά τον απασχόλησαν, κι ας μην είναι από τις μεγάλες στιγμές του έργου του.
Κριτική
H προτελευταία ταινία του Λουκίνο Βισκόντι αποτέλεσε στην εποχή της και αφορμή μεγάλης διαφωνίας ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κριτική, όπου χαρακτηρίστηκε μέχρι και αριστούργημα, και την αμερικάνικη, με το κοινό στο φεστιβάλ τη Νέας Υόρκης να γιουχάρει ανηλεώς. Όμως αυτή η ώριμη δουλειά του μεγάλου δημιουργού αγγίζει όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχόλησαν διαμέσου της φιλμογραφίας του, έστω και με τρόπο όχι καλύτερο από παρελθοντικές δουλειές του.
Ο Βισκόντι συνθέτει ένα ψυχολογικό παζλ εσωτερικής πάλης προς εξερεύνηση του θανάτου, της μοναξιάς και της αποσύνθεσης των παραδοσιακών αξιών με τον Μπαρτ Λάνκαστερ να συνεργάζεται ξανά με τον ιταλό σκηνοθέτη με εξαιρετικά αποτελέσματα. Το γεγονός βέβαια πως η ταινία μοιράζεται θεματικές με ανώτερα δείγματα δουλειάς του Βισκόντι (η οικογενειακή δυναμική που συναντάμε στον “Ρόκο και τα Αδέλφια του” ή η ξεκάθαρων “Θανάτου στη Βενετία” υποστρωμάτων σχέση του καθηγητή με τον γιο της οικογένειας) τονίζει το γεγονός πως η ταινία δεν είναι εξίσου ολοκληρωμένη: σε κανένα σημείο του φιλμ οι ταραξίες δεν αναπτύσσονται επαρκώς, αφήνοντάς μας στο σκοτάδι σχετικά και με τον ίδιο τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα σαν συνέπεια.