ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΙΝΤΙΝΓΚ ΡΕΦΝ ΣΤΟ NEWS 24/7: ΔΕΝ ΗΤΑΝ “ΠΑΡΑΛΙΓΟ”. ΠΕΘΑΝΑ. ΗΜΟΥΝ ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ 25 ΛΕΠΤΑ
O σκηνοθέτης του “Drive” και του “Neon Demon” επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη 10 χρόνια (και μια τεράστια περιπέτεια υγείας) μετά, με το νουάρ “Η Δική της Κόλαση”. Το NEWS24/7 συνομίλησε μαζί του στο φεστιβάλ Καννών.
Μια φουτουριστική μητρόπολη βουτηγμένη στο νέον. Ήδη η εικόνα, η αισθητική αυτού του κατασκευασμένου κόσμου, παραπέμπει στο κινηματογραφικό σύμπαν του δανού auteur πίσω από το Drive και το Neon Demon.
Ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη μετά από μια δεκαετία, με ένα φιλμ πολύ προσωπικό για τον ίδιο, φτιαγμένο μέσα από ένα άγγιγμα με τον θάνατο, όσο και την ανάδυση των παιδικών του αναμνήσεων – όταν ως πιτσιρικάς ήρθε στη Νέα Υόρκη και η αισθητική του ζάπινγκ δημιούργησε νέες συνάψεις στο μυαλό του. Πώς μπορεί τόση ετερόκλητη πληροφορία να συνυπάρχει μέσα σε μία ροή;
Μοιάζει ακόμα να προσπαθεί να το απαντήσει αυτό, όπως μας εξηγεί κι ο ίδιος όταν τον συναντούμε από κοντά στις Κάννες, εκεί όπου η Δική της Κόλαση έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της.
Η ταινία μας συστήνει έναν υπνωτικό κόσμο που μοιάζει να ξεπήδησε από σκοτεινή επιστημονική φαντασία, ισορροπώντας διαρκώς ανάμεσα στη σαγήνη και τη βία. Εκεί, ακολουθούμε δύο βασικές ιστορίες.
Στην πρώτη, ο Private K (ο Τσαρλς Μέλτον του May December και του Riverdale) είναι ένας Αμερικανός στρατιώτης που, κυριευμένος από την απόγνωση, ψάχνει τη μικρή του κόρη πεπεισμένος πως βρίσκεται παγιδευμένη στην Κόλαση.
Η δεύτερη επικεντρώνεται στην Ελ (Σόφι Θάτσερ), μια νεαρή ανερχόμενη σταρ που καταρρέει υπό το βάρος μιας βαθιάς προδοσίας: ο πατέρας της πρόκειται να παντρευτεί την πρώην κολλητή της φίλη.
Πώς συνδέονται οι ιστορίες; «Όλη η ιδέα βρισκόταν σε αυτή την αίσθηση του να αλλάζεις κανάλια», παραδέχεται γελώντας μιλώντας στο NEWS24/7.
Αυτή η αισθητική του είχε γίνει βίωμα από μικρός, όπως και στους περισσότερους από εμάς, αλλά δεν είναι το μόνο στοιχείο της ταινίας που προέρχεται από κάπου βαθιά μέσα του. Ο Private K, παραδέχεται μιλώντας μας, δεν είναι παρά μια ακόμα έκφραση του σταθερού του κινηματογραφικού alter ego που έχουν ερμηνεύσει σε παλαιότερες ταινίες ο Μαντς Μίκελσεν (Valhalla Rising) και ο Ράιαν Γκόσλινγκ (Drive).
Τον δε ηθοποιό που τον ερμηνεύει, τον Τσαρλς Μέλτον, που έγινε ο αγαπημένος των κριτικών με το ρόλο του στο May December; Τον ανακάλυψε όταν η κόρη του τον έβαλε να δει μια σεζόν του Riverdale.
Το πιο βαθιά προσωπικό όμως στοιχείο όλων; Το πώς η ταινία – και γενικότερα η επιστροφή του Ρεφν στον κινηματογράφο – μοιάζει να πηγάζει από μια νέα αύρα αισιοδοξίας και ορμητικότητας που τον έχει καταλάβει από τη στιγμή που, όπως μας λέει, «πέθανα για 25 λεπτά».
Πίσω στο 2023, ο Ρεφν είχε διαγνωστεί τυχαία με αυτό που περιγράφει ως «leaking heart», χωρίς να ξέρουμε με κάθε λεπτομέρεια τι ακριβώς πάθηση ήταν. Ξέρουμε όμως ότι οι πνεύμονές του άρχισαν να γεμίζουν αίμα, η ζωή του μπήκε σε κίνδυνο και, δύο βδομάδες αφού τυχαία ανακάλυψε την όλη κατάσταση, υποβλήθηκε σε επείγουσα επέμβαση ανοιχτής καρδιάς.
Για όλα αυτά τα σοκαριστικά μας μίλησε στο φεστιβάλ Καννών, και για άλλες πολλές σκέψεις του γύρω από το industry και τον κόσμο – από το γιατί δεν του αρέσει η φιλοσοφία του Netflix και του Amazon, μέχρι την γνώμη του για το ΑΙ στην τέχνη: «Γιατί παραπονιόμαστε για αυτό;», λέει προβοκατόρικα.
Καθώς η Δική της Κόλαση, το νέον meta-νουάρ του Ρεφν, βρίσκει τον αληθινά μοναδικό δημιουργό του Drive και του Neon Demon, επιτέλους ξανά πίσω στη μεγάλη οθόνη, το NEWS24/7 μιλά μαζί του φεστιβάλ των Καννών εφ’όλης της ύλης. Από το πώς ο παρολίγον-θάνατός του, άλλαξε το πώς βλέπει τον κόσμο, μέχρι το πώς επιβιώνουν οι παιδικές του αναμνήσεις σήμερα, και το λόγο που συνεχίζει να κάνει ταινίες βουτηγμένες στο νέον.
Ορφέας, Ευρυδίκη, και η αίσθηση του να κάνεις αέναο ζάπινγκ
Η ταινία ουσιαστικά ξεκινά από δύο μεγάλες, ξεχωριστές ιδέες, τις οποίες προσπαθείς να ενώσεις. Σε δυσκόλεψε το να συνδυάσεις αυτό το νουάρ στοιχείο με την πιο δραματική ιστορία των γυναικών;
Ναι, είχα δύο ιδέες. Η μία ήταν οι κοπέλες και η άλλη ο Private K.
Πιστεύω ότι σήμερα συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και με τον τρόπο που επηρεάζουν την εσωτερική μας αφήγηση καθώς κάνουμε scroll, κάτι στο οποίο είμαστε όλοι εθισμένοι. Παρότι οι εικόνες δεν συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους, δημιουργούν ένα μοτίβο, γιατί ο υπολογιστής δημιουργεί ένα μοτίβο μέσα στο μυαλό σου χωρίς καν να του το ζητήσεις. Τρέφεται από τα συναισθήματά σου.
Έτσι δημιουργείται οργανικά μια αφήγηση μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση.
Όταν ήμουν οκτώ ετών μετακόμισα στη Νέα Υόρκη. Στη Δανία δεν υπήρχε τέτοια τηλεόραση. Όταν βρέθηκα στη Νέα Υόρκη και μπορούσα να αλλάζω συνεχώς κανάλια – κάτι που έγινε πραγματική εμμονή για μένα, σε σημείο που ανησυχούσε τη μητέρα μου – ένιωθα ότι μπορούσα να πηδάω από το ένα στιγμιαίο συναίσθημα στο άλλο και, κάποια στιγμή, να δημιουργώ μια αφήγηση που την έφτιαχνα εγώ ο ίδιος. Εγώ έβαζα την κόλλα ανάμεσα σε όλα αυτά τα διαφορετικά πράγματα. Θα μπορούσε να είναι μια διαφήμιση, μια τηλεοπτική σειρά, μια ταινία ή οτιδήποτε άλλο παιζόταν τότε στην τηλεόραση της Νέας Υόρκης.
Και σκέφτηκα: «Ωραία. Αν αυτή είναι η μορφή που θα πάρει ο κινηματογράφος του μέλλοντος, τότε ας τον προσεγγίσω έτσι. Ας πάρω όλα όσα αγαπώ και ας τα βάλω μέσα σε μία ταινία. Μετά θα τη γυρίσω και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, θα ανακαλύψω πώς θα τη συνθέσω.»
Μόλις το βάλω αυτό σε μια τάξη, τότε ο ήχος θα δημιουργήσει μια ακόμη μορφή αφήγησης. Μετά η μουσική θα δημιουργήσει μια άλλη μορφή αφήγησης. Και ύστερα θα επιστρέψω ξανά στην ταινία για να τη δω από την αρχή. Μπορεί ακόμη και να αλλάξω κάποιες επιλογές στο μοντάζ, γιατί, ξανά και ξανά, συνειδητοποιούσα ότι όλη η ιδέα βρισκόταν σε αυτή την αίσθηση του να αλλάζεις κανάλια.
Πάνω σε αυτό το αίσθημα που περιγράφεις, νιώθεις γενικά ότι δέχεσαι έναν τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών; Ως άνθρωπος, πώς λειτουργείς απέναντί του, είσαι δεκτικός;
Είμαι σαν κάθε έφηβος. Παρασύρομαι κι εγώ. Και ξαφνικά λέω: «Τι απέγιναν τα τελευταία είκοσι λεπτά της ζωής μου; Εξαφανίστηκαν!» Οπότε ναι, φυσικά. Νομίζω ότι αυτή η εσωτερική επιθυμία, αυτή η έκρηξη αδρεναλίνης, αυτή η ντοπαμίνη, είναι απίστευτα εθιστική.
Κάποια στιγμή η ταινία θυμίζει και τον Ορφέα που αναζητά την Ευρυδίκη στον Άδη. Πέρα από την τηλεόραση και τον ίδιο τον κινηματογράφο, αποτελεί και η μυθολογία πηγή έμπνευσης για σένα;
Πάρα πολύ. Κατάγομαι από τη γενιά του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ο οποίος ήταν πιθανότατα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς στον κόσμο. Ύστερα από πολλές αποτυχίες, βρήκε τελικά τη μεγάλη του δύναμη στα παραμύθια. Τα παραμύθια είναι είδος. Και το είδος ξεπερνά εποχές, φύλα, χώρες και χρόνο, γιατί είναι διαχρονικό. Μιλά για την ανθρώπινη συμπεριφορά με έναν εξαιρετικά σύνθετο τρόπο.
Είτε πρόκειται για την ελληνική μυθολογία είτε για οποιαδήποτε άλλη ιστορική παράδοση, η ιδέα του παραμυθιού είναι κάτι με το οποίο έχω σχεδόν εμμονή. Ξεκίνησα την πορεία μου προσπαθώντας να κάνω ταινίες που να αποτυπώνουν την αυθεντικότητα. Όταν όμως συνειδητοποίησα ότι δεν μπορείς ποτέ να συλλάβεις πραγματικά την πραγματικότητα, άρχισα να με ενδιαφέρει το μη πραγματικό.
Είπες ότι αυτά τα τηλεοπτικά κανάλια συνδέονται μεταξύ τους μέσα από έναν εσωτερικό διάλογο. Ποιος είναι λοιπόν ο εσωτερικός διάλογος που ενώνει αυτές τις διαφορετικές ιστορίες;
Προφανώς, ο βασικός θεματικός άξονας είναι η σχέση πατέρα και κόρης. Πριν από μερικά χρόνια έκανα το Only God Forgives. Εκεί η σχέση ήταν γιου και μητέρας, οπότε σκέφτηκα ότι είχε έρθει η ώρα να ασχοληθώ με το άλλο μισό.
Ύστερα υπάρχουν, φυσικά, οι προσωπικές μου εμμονές, όσα με ενδιαφέρουν. Μου άρεσε πάρα πολύ που δούλεψα με τη Σόφι [Θάτσερ], την Κριστίν [Φρόσεθ] και τη Χαβάνα [Ρόουζ Λιου], καθώς και με τον κόσμο που άρχισα να εξερευνώ στο Neon Demon. Ήθελα πραγματικά να επιστρέψω σε αυτόν.
Ο Private K συνδέεται περισσότερο με έναν συγκεκριμένο τύπο χαρακτήρα που χρησιμοποιώ ήδη από το Valhalla Rising. Ο Μαντς [Μίκελσεν] τον ενσάρκωσε ως Βίκινγκ, ο Ράιαν [Γκόσλινγκ] ως τον Οδηγό στο Drive και ως τον Τζούλιαν στο Only God Forgives. Είναι ένα σταθερό alter ego στο οποίο δεν μπορώ να αντισταθώ. Πάντα καταλήγω να τον φέρνω μέσα στην αφήγηση, γιατί κατά κάποιον τρόπο είναι ο εσωτερικός μου εαυτός.
Το Her Private Hell αντλεί λοιπόν έμπνευση από στοιχεία προηγούμενων έργων σου. Γιατί επέλεξες να γυρίσεις ακόμη μία νέον ταινία τρόμου;
Έχω αχρωματοψία, οπότε είναι προφανές ότι με ελκύουν ορισμένα χρώματα και συνεχίζω να τα επαναλαμβάνω. Δεν βλέπω πραγματικά τα χρώματα με τον συμβατικό τρόπο. Μπορώ να τα αισθανθώ, αλλά όχι απαραίτητα να τα ορίσω. Απλώς ακολουθώ αυτό που ευχαριστεί το μάτι μου. Αυτό είναι που με τραβάει.
«Πέθανα. Και επέστρεψα, με μια αίσθηση ελπίδας.»
Μιλώντας για το πόσο προσωπικό είναι όλο αυτό. Αυτή είναι η πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία σας έπειτα από δέκα χρόνια, αλλά και το πρώτο σου έργο από τότε που –όπως έχεις αναφέρει– παραλίγο να πεθάνεις. Πώς σε άλλαξε αυτή η εμπειρία ως δημιουργό. Χωρίς να γίνω πολύ προσωπικός, πώς σας άλλαξε αυτή η εμπειρία ως δημιουργό;
Δεν ήταν «παραλίγο». Πέθανα. Ήμουν νεκρός για είκοσι πέντε λεπτά.
Κοιτάξτε, υπάρχει η κλισέ εκδοχή αυτής της ιστορίας: επιστρέφεις και επανεκτιμάς τα πάντα στη ζωή σου. Εγώ όμως επέστρεψα, ή τέλοσπάντων αποφάσισα να αντιμετωπίσω όλο αυτό, με μια αίσθηση ελπίδας. Σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Γιατί ποιος πεθαίνει στα πενήντα του και επιστρέφει σε μια ηλικία όπου έχει ακόμη μπροστά του είκοσι πέντε καλά χρόνια ζωής; Αυτό είναι δώρο.
Είναι σαν να σου λέει ο Θεός: «Θα σου δώσω…» Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παίρνουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Εγώ πήρα. Και τώρα πρέπει να τη χρησιμοποιήσω πολύ προσεκτικά και πολύ σοφά.
Φυσικά, αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον χρόνο, γιατί πλέον δεν έχω μπροστά μου τόσο χρόνο όσο είχα κάποτε. Από τη στιγμή που γεννήθηκα μέχρι τη στιγμή που πέθανα, αυτό το κομμάτι της ζωής μου έχει ήδη περάσει. Τώρα μου απομένει μόνο το άλλο μισό. Και το ερώτημα είναι τι θα κάνω με αυτόν τον χρόνο.
Ο χρόνος αποκτά πραγματική αξία. Και συνειδητοποιώ πολύ έντονα ότι, όταν ζητώ από τους ανθρώπους να δουν κάτι που έχω δημιουργήσει, τους ζητώ στην ουσία να μου αφιερώσουν τον χρόνο τους. Κι αυτός ο χρόνος είναι ένα νόμισμα που δεν πρόκειται ποτέ να πάρουν πίσω. Άρα οφείλω να τους δώσω κάτι σε αντάλλαγμα.
Δεν πιστεύω στο να τροφοδοτείς απλώς τη μηχανή. Δεν πιστεύω ότι ο νους εξελίσσεται επειδή ικανοποιεί την επιθυμία του αλγορίθμου να διατηρεί τη ντοπαμίνη σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Πιστεύω ότι ο νους εξελίσσεται και μεγαλώνει όταν δοκιμάζεται. Γι’ αυτό φτιάχνω έργα που ελπίζω – όχι επειδή το επιδιώκω συνειδητά, αλλά έτσι φαίνεται να συμβαίνει – πατούν πολλά κουμπιά. Και γι’ αυτό είμαι πολύ περήφανος.
Πριν την προβολή χτες ανέφερες ότι αυτή η εμπειρία σου έδωσε και μια νέα οπτική για τον κινηματογράφο. Με ποιον τρόπο εκφράζεται αυτή η νέα οπτική στο Her Private Hell;
Δεν ξέρω αν αποτυπώνεται πραγματικά στην ιστορία. Εκείνο που ξέρω είναι ότι μου δημιουργεί την επιθυμία να πάω αμέσως και να γυρίσω κι άλλες ταινίες. Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένος που θέλω να συνεχίσω να κάνω κινηματογράφο. Είμαι pumped, όπως θα έλεγαν και στις Ηνωμένες Πολιτείες!
Γενικά έγινα πολύ αισιόδοξος. Παλιά ήμουν σαν όλους τους άλλους. Ίσως γκρίνιαζα λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. «Α, είναι τόσο δύσκολο… Α, συμβαίνει αυτό… Α, συμβαίνει εκείνο…» Και μετά λες: «Μα τι είναι αυτά που λέω;»
Υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που διψούν για αυθεντικότητα και δημιουργικότητα, που αναζητούν αυτή την εμπειρία. Το μόνο που έχω να κάνω είναι να τους φτάσω. Αυτό είναι όλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς ένα οικοσύστημα που αλλάζει, κυρίως σε οικονομικό επίπεδο, και αυτό τρομάζει ορισμένους ανθρώπους. Αλλά αυτή είναι η εξέλιξη.
Και, κατά τη γνώμη μου, τώρα είναι ίσως η καλύτερη εποχή για να κάνεις ταινίες.
Ενδιαφέρον που το λες αυτό τη στιγμή που τόσοι πολλοί συνάδελφοί σου μοιάζουν να ανησυχούν, σχεδόν να έχουν παραλύσει, με όσα συμβαίνουν γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Εγώ όμως λατρεύω την τεχνητή νοημοσύνη. Πιστεύω ότι η AI είναι ένα υπέροχο πινέλο. Τη λατρεύω. Για μένα, η AI, όταν χρησιμοποιείται δημιουργικά, είναι απλώς ένας ακόμη καμβάς.
Έχει συνέπειες; Ασφαλώς. Είναι τρομακτικές για κάποιους ανθρώπους; Ασφαλώς.
Αλλά το ίδιο συνέβη και όταν περάσαμε από το φωτοχημικό φιλμ στο ψηφιακό. Καριέρες εξαφανίστηκαν. Γνώσεις χάθηκαν, επειδή τα πάντα έγιναν πλέον ψηφιακά. Αυτή είναι απλώς η εξέλιξη του ίδιου του μέσου. Τουλάχιστον προς το παρόν, εγώ έχω λατρέψει να δουλεύω με την AI. Δεν έρχεται να αντικαταστήσει τίποτα για μένα. Είναι απλώς ένας ακόμη καμβάς.
Σε κοινωνικό επίπεδο, όμως, έχω πολλές επιφυλάξεις. Δεν θέλω να ζήσω σε έναν κόσμο με τόσο μεγάλες ανισότητες. Δεν πιστεύω ότι είναι υγιές για τους ανθρώπους να ζουν καθημερινά με τόσο μεγάλο βάρος εξαιτίας της οικονομικής ανασφάλειας. Εκεί είναι που η AI γίνεται επικίνδυνη. Και βέβαια υπάρχει και το ζήτημα της παραπληροφόρησης και όλα τα υπόλοιπα. Αλλά αυτή είναι μια διαφορετική συζήτηση.
Αν όμως μιλάμε αποκλειστικά για τη δημιουργικότητα, φανταστείτε κάποιος να σας έδινε μια παλέτα χρωμάτων που δεν γνωρίζατε καν ότι υπάρχει. Γιατί να παραπονιόμαστε γι’ αυτό;
«Δεν είμαι θαυμαστής της φιλοσοφίας του Netflix και του Amazon»
Αναφέρθηκες νωρίτερα και στους αλγόριθμους. Έχεις δουλέψει μέσα σε αυτό το οικοσύστημα με τις τηλεοπτικές σειρές που έκανες για το Netflix και το Amazon. Κοιτάζοντας πίσω, πώς αξιολογείς δημιουργικά αυτή την εμπειρία; Πώς βλέπεις σήμερα τη δουλειά που έκανες μέσα σε αυτό το σύστημα;
Πιστεύω ότι ο αλγόριθμος είναι ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς της δημιουργικότητας, γιατί στην ουσία ταΐζει τον κόσμο μόνο με αυτό που ήδη ξέρει ότι θέλει. Είναι σαν το σεξ: αν κάνεις σεξ μόνο με έναν τρόπο, χάνεις ένα σωρό άλλες υπέροχες εμπειρίες. Αν όμως αυτές οι εμπειρίες δεν σου παρουσιαστούν ποτέ, τότε όλα αρχίζουν να γίνονται γενικά, ομοιόμορφα, και στο τέλος χάνεις το ενδιαφέρον σου.
Για μένα, λοιπόν, ο αλγόριθμος δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα οικονομικό εργαλείο. Υπηρετεί το να βγάζουν κάποιοι άνθρωποι πάρα πολλά χρήματα. Δεν πιστεύω ότι κάνει καλό στο μυαλό μας. Κατά τη γνώμη μου, ο αλγόριθμος είναι ο εχθρός των σειρών μου. Έφτιαξα μία για το Amazon και μία για το Netflix. Προσωπικά, λάτρεψα τη διαδικασία. Αγαπώ αυτό που δημιούργησα και τις αντιμετώπισα ακριβώς όπως αντιμετωπίζω μια ταινία, απλώς ήταν μια πολύ μεγαλύτερη σε διάρκεια.
Δεν είμαι ιδιαίτερα θαυμαστής της φιλοσοφίας αυτών των εταιρειών, αλλά χαίρομαι που υπάρχουν. Προσφέρουν τεράστια οικονομική στήριξη και διοχετεύουν πολλά χρήματα στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Το αρνητικό είναι ότι ελέγχουν και το τελευταίο στάδιο της αλυσίδας, επειδή ελέγχουν τη διανομή και τη ροή του περιεχομένου. Στο τέλος της ημέρας, όλα καταλήγουν στο ποιος θα βγάλει το μεγαλύτερο κέρδος.
Εγώ είμαι υπερβολικά αφελής ιδεαλιστής. Πιστεύω ότι η τέχνη υπάρχει για να εμπνέει, να κάνει τον κόσμο καλύτερο, να ψυχαγωγεί τους ανθρώπους και να τους χαρίζει όμορφες στιγμές. Πιστεύω επίσης ότι η τέχνη υπηρετείται καλύτερα μέσα στον κινηματογράφο. Γι’ αυτό και το σινεμά εξακολουθεί να με ενδιαφέρει περισσότερο: επειδή έχει λιγότερους περιορισμούς.
Ισχύει ότι βρήκες τον Τσαρλς Μέλτον επειδή η κόρη σου έβλεπε το Riverdale;
Ναι! Η Λιζιλού ήταν μεγάλη φαν του Riverdale και δεν σταματούσε να μου μιλάει γι’ αυτό. Ήταν σε εκείνη την ηλικία που βλέπεις τις ίδιες σεζόν ξανά και ξανά. Επέμενε συνεχώς ότι έπρεπε να το δω κι εγώ. Της είπα λοιπόν: «Εντάξει, θα το δω, αλλά μετά θα δούμε κάτι που θα διαλέξω εγώ, για να σου προσφέρω κι εγώ λίγη εκπαίδευση.»
Μου έβαλε να δω τη σεζόν που διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’50, γιατί της άρεσε πολύ η αισθητική της. Και τότε εμφανίστηκε στην οθόνη ο Τσαρλς. Φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν, τα μαλλιά του ήταν υπέροχα και εκείνη την περίοδο έψαχνα απεγνωσμένα τον ηθοποιό που θα υποδυόταν τον Private K. Δεν έβρισκα κανέναν και σκεφτόμουν συνεχώς: «Γαμώτο, τι θα κάνω; Δεν πρόκειται ποτέ να βρω αυτόν τον ήρωα.»
Και τότε εμφανίστηκε στην οθόνη και σκέφτηκα αμέσως: «Να τον.» Δεν υπήρξε ούτε στιγμή αμφιβολίας. Ήταν απλώς: «Αυτός είναι. Τώρα πρέπει να βρω τρόπο να τον φέρω εδώ.» Κάπως έτσι έγιναν όλα, χάρη στην κόρη μου.
Η ταινία Η Δική της Κόλαση (Her Private Hell) κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 23 Ιουλίου από την TFG. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο φεστιβάλ Καννών.