Ο ΒΑΓΚΝΕΡ ΜΟΟΥΡΑ ΜΑΣ ΑΝΑΓΚΑΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ – ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΚΡΙΝΟΥΜΕ
Είδαμε την παράσταση «A Trial» στην Πειραιώς 260 που σκηνοθετεί η Κριστιάνε Ζαταΐ και πρωταγωνιστεί ο Βάγκνερ Μόουρα και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.
Κριστιάνε Ζαταΐ και Βάγκνερ Μόουρα: δύο ονόματα που ήταν αρκετά για να μας οδηγήσουν σχεδόν στον αυτόματο στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και στην Πειραιώς 260, με την περιέργεια να δούμε πώς μια από τις σημαντικότερες δημιουργούς του σύγχρονου θεάτρου και ένας ηθοποιός με ισχυρή διεθνή παρουσία θα διαχειρίζονταν τον «Έναν εχθρό του λαού» του Χένρικ Ίψεν.
Η Βραζιλιάνα σκηνοθέτις, γνωστή για τον τρόπο με τον οποίο ενώνει το θέατρο με τον κινηματογράφο, τη μυθοπλασία με το ντοκουμέντο και τη σκηνή με την πραγματική ζωή, δεν επιχείρησε μία ακόμη σύγχρονη μεταφορά του έργου.
Στο «A Trial» δημιουργεί ουσιαστικά τη συνέχειά του: ο ιψενικός ήρωας Τόμας Στόκμαν επιστρέφει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε μια δημόσια δίκη, με τον αδελφό του Πέτερ απέναντί του ως κατήγορο και το ίδιο το κοινό στη θέση του τελικού κριτή.
Τον Στόκμαν ενσαρκώνει ο Βάγκνερ Μόουρα, ο διάσημος από το «Narcos» και τον «Μυστικό Πράκτορα» Βραζιλιάνος ηθοποιός, σε μια ερμηνεία που αποτελεί τον απόλυτο πυρήνα της παράστασης.
Προτού, όμως, φτάσουμε στη δίκη, χρειάζεται να θυμηθούμε τι ακριβώς έχει προηγηθεί στον κόσμο του Ίψεν.
Στο έργο του 1882, ο Τόμας Στόκμαν είναι γιατρός σε μια μικρή λουτρόπολη, της οποίας ολόκληρη η οικονομική προοπτική στηρίζεται στα ιαματικά λουτρά. Είναι η μεγάλη επένδυση της πόλης, η υπόσχεση τουρισμού, πλούτου και κοινωνικής ανόδου. Ο ίδιος ο Στόκμαν έχει συμβάλει στη δημιουργία τους και πιστεύει πως η επιστημονική του ανακάλυψη θα αντιμετωπιστεί ως αυτονόητη υπηρεσία προς το κοινό καλό.
Οι αναλύσεις, όμως, αποκαλύπτουν ότι τα νερά είναι μολυσμένα από απόβλητα των βυρσοδεψείων της περιοχής και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ασθένειες. Για τον γιατρό, η λύση είναι μονόδρομος: τα λουτρά πρέπει να κλείσουν, οι εγκαταστάσεις να επισκευαστούν και οι πολίτες να ενημερωθούν.
Η αλήθεια, πιστεύει, αρκεί. Αυτό που δεν έχει υπολογίσει είναι το κόστος της.
Η αποκάλυψη απειλεί ολόκληρο τον οικονομικό και πολιτικό μηχανισμό της πόλης. Οι επισκευές απαιτούν χρόνο και χρήμα, το κλείσιμο των λουτρών σημαίνει οικονομική καταστροφή και ο αδελφός του, Πέτερ Στόκμαν, δήμαρχος και πρόεδρος της διοίκησής τους, του ζητά ουσιαστικά να σιωπήσει.
Ο Τύπος και οι τοπικοί παράγοντες, που αρχικά εμφανίζονται πρόθυμοι να τον στηρίξουν, υποχωρούν μόλις αντιλαμβάνονται τι συνεπάγεται η αποκάλυψη. Ο Στόκμαν χάνει τη δουλειά του, το σπίτι του δέχεται επίθεση, η οικογένειά του απομονώνεται και ο ίδιος ανακηρύσσεται «εχθρός του λαού».
Ο «Εχθρός του λαού» σήμερα
Περισσότερα από 140 χρόνια μετά τη συγγραφή του, το έργο του Ίψεν δεν μοιάζει απλώς επίκαιρο. Μοιάζει σαν να γράφτηκε για έναν κόσμο στον οποίο τα γεγονότα δεν αρκούν πλέον για να συγκροτήσουν την αλήθεια.
Ο Στόκμαν διαθέτει στοιχεία. Οι αντίπαλοί του διαθέτουν μηχανισμούς, πρόσβαση, εξουσία και ένα πιο εύπεπτο αφήγημα. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκιο. Είναι ποιος μπορεί να επιβάλει τη δική του εκδοχή ως κυρίαρχη.
Η Ζαταΐ μεταφέρει αυτή τη σύγκρουση στον κόσμο της μετα-αλήθειας, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των δημόσιων καταδικών. Εκεί όπου μια θέση δεν κρίνεται αποκλειστικά από τα στοιχεία της, αλλά από το πρόσωπο που την εκφέρει, τον τόνο του, τον θυμό του, την εικόνα του και το κατά πόσο παραμένει συμπαθές.
Η αλήθεια δεν αρκεί να αποδειχθεί. Πρέπει να κερδίσει και το κοινό.
Και εδώ βρίσκεται η πιο αιχμηρή ιδέα της παράστασης: ένας άνθρωπος μπορεί να έχει δίκιο και ταυτόχρονα να είναι αλαζόνας, δύστροπος, οργισμένος ή βαθιά εγωκεντρικός. Αυτό, όμως, δεν κάνει την αλήθεια του λιγότερο αληθινή.
Η Ζαταΐ δεν αγιοποιεί τον Στόκμαν. Τον εκθέτει. Δείχνει την αδυναμία του να ακούσει, την ανάγκη του να δικαιωθεί και τη ροπή του να μετατρέπει την ηθική του βεβαιότητα σε προσωπική ανωτερότητα. Δεν του αφαιρεί, όμως, το δίκιο μόνο και μόνο επειδή δεν είναι συμπαθής.
Και έτσι στρέφει τη δίκη προς το κοινό: κρίνουμε τα γεγονότα ή τον άνθρωπο που τα εκφέρει;
Ο Βάγκνερ Μόουρα και μια ερμηνεία απόλυτου ελέγχου
Στον πυρήνα αυτής της σύνθετης συνθήκης βρίσκεται ο Βάγκνερ Μόουρα, σε μια ερμηνεία που μαγνητίζει διαρκώς το βλέμμα.
Ο Μόουρα δεν παίζει τον Στόκμαν ως έναν μονοδιάστατο μάρτυρα της αλήθειας. Τον παρουσιάζει πληγωμένο, ευφυή, πεισματάρη, αστείο, αλαζόνα και βαθιά εκτεθειμένο. Κυρίως, τον κρατά διαρκώς σε κίνηση, συναισθηματική και υποκριτική.
Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα περνά από την οργή στην ψυχραιμία, από την ειρωνεία στην απόγνωση και από την επιθετικότητα σε μια σχεδόν παιδική ανάγκη να ακουστεί. Κάθε μεταβολή είναι ελεγχόμενη, χωρίς ποτέ να φαίνεται κατασκευασμένη.
Είναι ετοιμόλογος, απολύτως παρών και ανοιχτός στο απρόβλεπτο. Απαντά στις παρεμβάσεις των θεατών, ενσωματώνει τις αντιδράσεις τους και διαχειρίζεται όσα γεννιούνται ζωντανά μέσα στην αίθουσα χωρίς να χάνει ούτε στιγμή τον ρυθμό, τον χαρακτήρα ή τη δραματουργική κατεύθυνση της σκηνής.
Ακόμη και όταν ο Στόκμαν παρασύρεται από τον θυμό του, ο Μόουρα δεν παρασύρεται ποτέ.
Ελέγχει τη φωνή, το σώμα, τις παύσεις και το βλέμμα του με εντυπωσιακή ακρίβεια. Και το σημαντικότερο: συνδέεται με το κοινό χωρίς να το κολακεύει και χωρίς να το διδάσκει. Δεν ζητά να τον αγαπήσουμε. Μας αναγκάζει να τον ακούσουμε.
Η ερμηνεία του γίνεται έτσι ένα μάθημα για το πώς ένας ηθοποιός μπορεί να αφηγείται, να αυτοσχεδιάζει και να κρατά μια ολόκληρη αίθουσα σε διαρκή εγρήγορση, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα ή την αποδοχή της.
Από τον Ίψεν στα «Σαγόνια του Καρχαρία»
Μία από τις πιο εύστοχες στιγμές της παράστασης έρχεται όταν ο ίδιος ο Μόουρα συνδέει τον «Εχθρό του λαού» με τα «Σαγόνια του Καρχαρία» του Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Η αναλογία είναι σχεδόν τέλεια. Στον Ίψεν, ένας γιατρός προειδοποιεί ότι τα νερά μιας λουτρόπολης είναι μολυσμένα. Στον Σπίλμπεργκ, ένας αστυνομικός προειδοποιεί ότι ένας καρχαρίας απειλεί μια τουριστική παραλία. Και στις δύο περιπτώσεις, η τοπική εξουσία αρνείται να αναγνωρίσει τον κίνδυνο, επειδή η αλήθεια θα πλήξει την οικονομία.
Η αναφορά λειτουργεί με χιούμορ, αλλά φωτίζει με ακρίβεια τον πυρήνα του έργου. Οι κοινωνίες δεν αρνούνται πάντοτε την αλήθεια επειδή δεν την πιστεύουν. Συχνά την αρνούνται επειδή δεν αντέχουν το κόστος της.
Ο καρχαρίας, όμως, δεν εξαφανίζεται επειδή ο δήμαρχος αποφασίζει να κρατήσει ανοιχτή την παραλία. Ούτε το μολυσμένο νερό γίνεται καθαρό επειδή η πόλη ψηφίζει εναντίον του Στόκμαν.
Το κοινό στη θέση των ενόρκων
Δραστική σκηνοθετική επιλογή της Ζαταΐ είναι η μετατροπή της παράστασης σε πραγματική διαδικασία κρίσης.
Πριν από την έναρξη, όποιος θεατής επιθυμούσε μπορούσε να φορέσει ένα αριθμημένο βραχιολάκι, δηλώνοντας ότι ήταν διαθέσιμος να συμμετάσχει. Κατά τη διάρκεια της παράστασης πραγματοποιήθηκε κλήρωση και έντεκα από αυτούς ανέβηκαν στη σκηνή για να πάρουν τη θέση των ενόρκων στη δίκη του Τόμας Στόκμαν.
Δεν πρόκειται για διακοσμητικούς κομπάρσους ούτε για ένα εύκολο τέχνασμα συμμετοχής. Οι έντεκα θεατές ακούν τις καταθέσεις, διατυπώνουν ερωτήματα και καλούνται να αποφασίσουν. Η συνθήκη μεταβάλλει και τη θέση όσων παραμένουν στις κερκίδες. Κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την ασφάλεια του παρατηρητή.
Κι εδώ η παράσταση γίνεται πραγματικά άβολη: αποκαλύπτει ότι η κρίση μας δεν εξαρτάται μόνο από τα γεγονότα, αλλά από τη γοητεία, την ευγλωττία και την εικόνα εκείνου που τα παρουσιάζει.
Θα πειθόμασταν το ίδιο από τον Στόκμαν, αν δεν τον υποδυόταν ένας τόσο χαρισματικός ηθοποιός όπως ο Μόουρα;
Το ερώτημα δεν υπονομεύει την ερμηνεία του. Αντιθέτως, αποκαλύπτει με τον καθαρότερο τρόπο το θέμα της παράστασης: η αλήθεια περνά αναπόφευκτα μέσα από τα πρόσωπα, τις φωνές και τις αφηγήσεις που τη διεκδικούν.
Μπορούμε ακόμη να ακούμε;
Αυτό που ένιωσα, είναι πως το «A Trial» δεν ενδιαφέρεται τελικά τόσο για την αθωότητα ή την ενοχή του Στόκμαν. Εξετάζει αν είμαστε ακόμη ικανοί να ακούμε έναν άνθρωπο με τον οποίο διαφωνούμε χωρίς να έχουμε ήδη αποφασίσει ποιος είναι.
Στον σημερινό δημόσιο διάλογο, η κρίση προηγείται συχνά της ακρόασης. Η γνώμη σχηματίζεται πριν παρουσιαστούν τα στοιχεία, η διαφωνία μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση και ο συνομιλητής παύει να είναι κάποιος που ίσως έχει κάτι να πει και γίνεται ένας αντίπαλος που πρέπει να ηττηθεί.
Η Ζαταΐ δεν προσφέρει καθαρές απαντήσεις και καλά κάνει. Αφήνει τη δίκη ανοιχτή όχι μόνο για τον Στόκμαν, αλλά και για το ίδιο το κοινό. Ζητά από τους θεατές να κρίνουν έναν άνθρωπο και, χωρίς να το αντιλαμβάνονται αμέσως, τους αναγκάζει να εκθέσουν τον δικό τους τρόπο κρίσης.
Μια δίκη που μας αφορά
Το «A Trial» είναι μια πυκνή, πολιτική και ζωντανή θεατρική εμπειρία. Δεν «εκσυγχρονίζει» τον Ίψεν προσθέτοντας απλώς σύγχρονες αναφορές. Αποκαλύπτει ότι ο μηχανισμός του έργου του βρίσκεται ήδη στον πυρήνα της εποχής μας: η αλήθεια συγκρούεται με το συμφέρον, η εξουσία βαφτίζει τον κίνδυνο υπερβολή και η κοινή γνώμη μετατρέπεται εύκολα σε δικαστήριο.
Στο κέντρο όλων βρίσκεται ένας απίθανος Βάγκνερ Μόουρα, ο οποίος κάνει τη δίκη του Στόκμαν μια ερμηνεία-μάθημα. Όχι μόνο για το πώς ένας ηθοποιός ελέγχει τα μέσα του, αλλά για το πώς μπορεί να δημιουργεί μια πραγματική σχέση με το κοινό χωρίς να ζητά την εύκολη αποδοχή του.
Μια παράσταση που δεν μας ρωτά απλώς ποιος έχει δίκιο. Μας φέρνει αντιμέτωπους με κάτι πολύ πιο άβολο: με ποια κριτήρια αποφασίζουμε ποιον θα πιστέψουμε.