Ιρανός αναλυτής: Μια ευρείας κλίμακας χερσαία εισβολή από τις ΗΠΑ είναι ένα από τα λιγότερο πιθανά σενάρια

Διαβάζεται σε 12'
Σκηνές από την Τεχεράνη
Σκηνές από την Τεχεράνη AP Photo Vahid Salemi

Συνέντευξη με τον ειδικό σε θέματα Ιράν και Μέσης Ανατολής, Mohammad Khatibi, για το σενάριο χερσαίας εισβολής των ΗΠΑ, την ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος, τα Στενά του Ορμούζ, τις ισορροπίες με το Ιράκ και τη Σαουδική Αραβία.

Η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αντιπροσωπεύει τη σοβαρότερη κρίση ασφαλείας στη Μέση Ανατολή εδώ και δεκαετίες. Αυτό που ξεκίνησε ως εκστρατεία ανατροπής του καθεστώτος μέσω στοχευμένων στρατιωτικών πληγμάτων και εξολόθρευσης των βασικών αξιωματούχων, έχει πλέον εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση υψηλής έντασης με απρόβλεπτες συνέπειες.

Μέχρι στιγμής, ο πόλεμος διεξάγεται κυρίως μέσω αεροπορικών επιδρομών, επιθέσεων με πυραύλους και drones, ναυτικών επεισοδίων σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ, καθώς και πολέμου «δι’ αντιπροσώπων» (proxy warfare, όπως η περίπτωση των Χούθι) σε μέτωπα σε ολόκληρο των Περσικό Κόλπο, στη Συρία, το Ιράκ και την Ερυθρά Θάλασσα. Παρά τη συντριπτική τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, η Τεχεράνη επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Την ίδια στιγμή, οι διπλωματικές προσπάθειες —συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατου Μνημονίου Συναντίληψης (MoU) — έχουν βρεθεί σε αδιέξοδο, αφήνοντας την περιοχή σε μια παρατεταμένη κατάσταση πολέμου με τον κίνδυνο να εξελιχθεί σε μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή ανάφλεξη.

Επιχειρώντας να καταγράψουμε μια συνολική εικόνα της κατάστασης μέχρι τώρα και να εξερευνήσουμε την επόμενη μέρα στη σύγκρουση, συνομιλήσαμε με τον Mohammad Khatibi, αναλυτή εξωτερικής πολιτικής του Ιράν και ερευνητή στρατηγικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, ένα πρόσωπο που γνωρίζει καλά τις ισορροπίες εντός του καθεστώτος και τις ιδιαιτερότητες της σύγκρουσης. Ο κ. Khatibi αποτελεί έναν από τους πιο έγκριτους αναλυτές της σύγκρουσης στο Ιράν, με αναλύσεις του να φιλοξενούνται τακτικά σε Μέσα όπως το South China Morning Post, το Modern Diplomacy, το The New Arab και το Iran Daily, ενώ συνεργάζεται με διεθνή δίκτυα όπως τα BBC, το RT, το Al Jazeera, το TRT World και το NDTV.

Πριν προχωρήσουμε στη συνέντευξη, αξίζει να παρουσιάσουμε τέσσερα βασικά σημεία που έχουμε ξεχωρίσει από τη συζήτησή μας και τα οποία εκτιμάμε ότι θα είναι χρήσιμα στην κατανόηση όλων των σημείων της συνέντευξης.

Τέσσερα Βασικά Σημεία

Το πρώτο σημείο είναι η θεσμική ανθεκτικότητα του καθεστώτος και το φαινόμενο της συσπείρωσης της κοινωνίας μπροστά στον πόλεμο. «Η Δύση υποτιμά τη δομή του ιρανικού κράτους, το οποίο δεν εξαρτάται από ένα μόνο πρόσωπο αλλά από επικαλυπτόμενους θεσμούς» σημειώνει ο κ. Khatibi και προσθέτει ότι «οι εξωτερικές επιθέσεις δεν προκαλούν κατάρρευση, αλλά συσπειρώνουν τον πληθυσμό γύρω από την εθνική άμυνα».

Το δεύτερο σημείο είναι η αποτυχία της αλλαγής καθεστώτος και το σενάριο της χερσαίας εισβολής. «Η αλλαγή καθεστώτος απέτυχε επειδή οι μηχανισμοί ασφαλείας παραμένουν συμπαγείς και το διεθνές σύστημα είναι πλέον πολυπολικό (σ.σ. στήριξη από Κίνα και Ρωσία). Μια χερσαία εισβολή θεωρείται σχεδόν απαγορευτική λόγω της γεωγραφίας, του πληθυσμού των άνω των 90 εκατομμυρίων ανθρώπων και του δόγματος ασύμμετρης άμυνας του Ιράν» σημειώνει ο κ. Khatibi.

Το τρίτο σημείο είναι το δόγμα αποτροπής και η αποφυγή ενός ολοκληρωτικού πολέμου. «Το στρατηγικό δόγμα του Ιράν στοχεύει στο να κρατά τις απειλές μακριά από τα σύνορά του. Αν και ο κίνδυνος επεισοδίων παραμένει υψηλός, ένας ολοκληρωτικός περιφερειακός πόλεμος είναι απίθανος, καθώς το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος είναι απαγορευτικό για όλες τις πλευρές» υπογραμμίζει ο Ιρανός αναλυτής.

Το τέταρτο σημείο είναι η σημερινή πραγματικότητα αναφορικά με τα στενά του Ορμούζ. «Το Μνημόνιο Συναντίληψης (MoU) κατέρρευσε λόγω απουσίας εμπιστοσύνης και εκ διαμέτρου αντίθετων προτεραιοτήτων, με τις ΗΠΑ να ζητούν ελεύθερη ναυσιπλοΐα και έλεγχο ουρανίου και το Ιράν μόνιμη άρση των κυρώσεων. Για οποιαδήποτε νέα συμφωνία, το Ιράν θα απαιτήσει αναγνώριση του κομβικού του ρόλου στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ» αναφέρει ο κ. Khatibi.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

Από την ανάλυσή σας για την κάλυψη του πολέμου από δυτικά μέσα ενημέρωσης μέχρι στιγμής, ποιο είναι το κύριο σημείο που μπορεί να διαφεύγει της προσοχής τους σχετικά με την επιμονή και την αντοχή του πολιτικού, στρατιωτικού και θεσμικού κατεστημένου του Ιράν;

Ένα μείζον «τυφλό» σημείο σε μεγάλο μέρος της κάλυψης από δυτικά ΜΜΕ είναι το επιχείρημα ότι η στρατιωτική πίεση μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική ανισορροπία και σε ένα εύθραυστο σκηνικό στο εσωτερικό του Ιράν. Συχνά παραβλέπεται η ανθεκτικότητα των κρατικών θεσμών της χώρας.

Το Ιράν δεν κυβερνάται από έναν μόνο ηγέτη ή μια στενή ελίτ. Το σύστημά του βασίζεται σε αλληλοεπικαλυπτόμενους πολιτικούς, θρησκευτικούς, αμυντικούς και γραφειοκρατικούς θεσμούς που παρέχουν συνέχεια και εναλλακτικές δικλείδες ασφαλείας κατά τη διάρκεια κρίσεων.

Μια άλλη παρανόηση είναι η εξίσωση της λαϊκής δυσαρέσκειας με την υποστήριξη για αλλαγή καθεστώτος. Πολλοί Ιρανοί ασκούν κριτική στις οικονομικές συνθήκες και σε άλλα ζητήματα, αλλά οι εξωτερικές στρατιωτικές επιθέσεις τείνουν να ενισχύουν τον εθνικισμό και να μετατοπίζουν τις προτεραιότητες προς την υπεράσπιση της χώρας. Αυτό το φαινόμενο της συσπείρωσης γύρω από τη σημαία και την πατρίδα δεν είναι μοναδικό στο Ιράν—είναι μια καλά τεκμηριωμένη αντίδραση επιβίωσης σε πολλές κοινωνίες υπό εξωτερική απειλή.

Ως εκ τούτου, ρεπορτάζ δυτικών Μέσων εστιάζουν συχνά στις απώλειες στο πεδίο της μάχης, υποτιμώντας παράλληλα την ικανότητα του Ιράν να απορροφά τους κραδασμούς, να αντικαθιστά ανώτερα στελέχη, να αποκαθιστά τις δομές διοίκησης και να διατηρεί τη θεσμική συνέχεια σε περιόδους πολέμου.

Γιατί οι ΗΠΑ απέτυχαν να επιφέρουν την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη;

Η αλλαγή καθεστώτος έχει αποτύχει επειδή η στρατιωτική πίεση και οι αεροπορικές επιδρομές από μόνες τους σπάνια ανατρέπουν την οργανωτική δομή ενός κράτους. Απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις για να συμβεί αυτό: κατακερματισμός της ελίτ, κατάρρευση του μηχανισμού ασφαλείας και η ανάδειξη μιας αξιόπιστης εναλλακτικής ηγεσίας. Το Ιράν δεν έχει βιώσει καμία από αυτές τις προϋποθέσεις.

Παρά τη συνεχή στρατιωτική και οικονομική πίεση, οι θεσμοί ασφαλείας του Ιράν—συμπεριλαμβανομένων των ενόπλων δυνάμεων, των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), των υπηρεσιών πληροφοριών και των σωμάτων επιβολής του νόμου—παρέμειναν συμπαγείς. Οι κυρώσεις έχουν αναμφίβολα προκαλέσει σημαντικό οικονομικό κόστος, αλλά δεν έχουν οδηγήσει σε πολιτική κατάρρευση. Αντίθετα, έχουν επιταχύνει την οικονομική προσαρμογή, την υποκατάσταση εισαγωγών και τη βαθύτερη εμπλοκή με μη δυτικούς εταίρους.

Πρέπει να βάλουμε στην εξίσωση και το διεθνές περιβάλλον, το οποίο έχει επίσης αλλάξει. Σε αντίθεση με πριν από δύο δεκαετίες, το Ιράν λειτουργεί σε μια πιο πολυπολική τάξη πραγμάτων όπου δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία, αν και όχι επίσημοι σύμμαχοι της Τεχεράνης, μειώνουν τη διπλωματική του απομόνωση και αμβλύνουν τον αντίκτυπο εκστρατειών και επιθέσεων εναντίον του Ιράν. Η Ουάσινγκτον πέτυχε να περιορίσει τις δυνατότητες του Ιράν, αλλά όχι να διαλύσει τα πολιτικά και θεσμικά θεμέλια του κράτους.

Η χερσαία εισβολή κατά του Ιράν φαίνεται να παρουσιάζεται ως ένα από τα κύρια σενάρια των ΗΠΑ. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτό; Πόσο προετοιμασμένο είναι το Ιράν για μια τέτοια εξέλιξη σε στρατιωτικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο;

Κατά την εκτίμησή μου, μια ευρείας κλίμακας χερσαία εισβολή είναι ένα από τα λιγότερο πιθανά σενάρια, επειδή το κόστος της θα υπερέβαινε κατά πολύ τα πιθανά οφέλη για τις ΗΠΑ ή οποιονδήποτε άλλο δρώντα. Η γεωγραφία του Ιράν αποτελεί μείζονα αποτρεπτικό παράγοντα: η τεράστια επικράτεια, το ορεινό έδαφος, τα πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα και ο πληθυσμός των άνω των 90 εκατομμυρίων ανθρώπων καθιστούν οποιαδήποτε τέτοια αποστολή εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή.

Για δεκαετίες, το Ιράν έχει δομήσει τον στρατό του γύρω από την ασύμμετρη άμυνα—όχι την προβολή ισχύος. Η στρατηγική του βασίζεται σε δυνατότητες πυραυλικών συστημάτων και drones, στην αεράμυνα και στην ναυτική ανάσχεση στον Περσικό Κόλπο, σε αποκεντρωμένες δομές διοίκησης σχεδιασμένες να επιβάλλουν βαρύ κόστος σε οποιαδήποτε δύναμη εισβολής.

Πολιτικά, μια εισβολή πιθανότατα θα ενίσχυε παρά θα εξασθενούσε τη νομιμότητα του κράτους. Η Ιστορία δείχνει ότι η εξωτερική στρατιωτική επέμβαση συχνά ενώνει διαιρεμένες κοινωνίες γύρω από την εθνική άμυνα. Ενώ οι Ιρανοί διατηρούν ποικίλες πολιτικές απόψεις, μια ξένη κατοχή σχεδόν με βεβαιότητα θα πυροδοτούσε ευρεία αντίσταση σε όλες τις ιδεολογικές γραμμές.

Πως έχει αναδιαμορφωθεί η στρατιωτική και γεωπολιτική ισορροπία στην περιοχή του Περσικού Κόλπου τους τελευταίους πέντε μήνες;

Πρώτον, τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου έχουν γίνει ακόμη πιο διστακτικά όσον αφορά την ανάληψη ρίσκου. Προτεραιότητά τους είναι εδώ και καιρό ο οικονομικός μετασχηματισμός και η επενδυτική σταθερότητα—όχι η εμπλοκή σε έναν πόλεμο.

Δεύτερον, οι πύραυλοι και τα drones έχουν γίνει το επίκεντρο της περιφερειακής αποτροπής για το Ιράν. Η σύγκρουση ανέδειξε τόσο την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των δυνατοτήτων πληγμάτων ακριβείας όσο και τα ισχυρά σημεία—αλλά και τα όρια—των ολοκληρωμένων συστημάτων αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας.

Τρίτον, ενώ οι ΗΠΑ παραμένουν ο κύριος πυλώνας ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο, τα κράτη της περιοχής υιοθετούν όλο και περισσότερο στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου, εμβαθύνοντας τους δεσμούς τους με άλλες μεγάλες δυνάμεις, ιδιαίτερα την Κίνα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ποιο είναι το στρατηγικό δόγμα του Ιράν στην περιοχή; Επίσης, υπάρχει κίνδυνος κλιμάκωσης του πολέμου;

Η περιφερειακή στρατηγική του Ιράν κατανοείται καλύτερα ως «επιθετική αποτροπή». Αντί να προβάλλει ισχύ για εδαφική επέκταση, η Τεχεράνη επιδιώκει να κρατήσει τις απειλές μακριά από τα σύνορά της, χτίζοντας στρατηγικό βάθος και αυξάνοντας το κόστος της στρατιωτικής δράσης εναντίον της. Οι επικριτές θεωρούν αυτό το δόγμα αποσταθεροποιητικό, ενώ οι θιασώτες του το πλασιώνουν ως αμυντική αναγκαιότητα.

Κοιτάζοντας μπροστά, ο κίνδυνος κλιμάκωσης παραμένει υπαρκτός, αλλά ένας περιφερειακός πόλεμος πλήρους κλίμακας εξακολουθεί να είναι απίθανος, επειδή το κόστος του θα ήταν απαγορευτικό για όλες τις πλευρές. Ένα πιο πιθανό σενάριο είναι η συνέχιση της αντιπαράθεσης χαμηλής έντασης, ακριβώς όπως αυτή που βλέπουμε μετά το Μνημόνιο Συμπερίληψης (MoU).

Έρχομαι τώρα στο MoU. Γιατί απέτυχε; Και, επίσης, μιας και συμπεριλαμβάνει τα Στενά του Ορμούζ, ποια ήταν η κατάσταση στα Στενά πριν από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση;

Το Μνημόνιο Συναντίληψης (MoU) «υπέφερε» από τρεις θεμελιώδεις αδυναμίες: ασαφείς διατάξεις, βαθύ έλλειμμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και απουσία αξιόπιστων εγγυήσεων εφαρμογής.

Το σημαντικότερο είναι ότι οι δύο πλευρές προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις με διαφορετικές προτεραιότητες. Οι ΗΠΑ εστίασαν στη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας χωρίς διόδια μέσω των Στενών του Ορμούζ, την απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου και την ενίσχυση των μηχανισμών επαλήθευσης. Το Ιράν, αντίθετα, επεδίωκε βιώσιμη ελάφρυνση των κυρώσεων και δεσμευτικές διαβεβαιώσεις ότι οι μελλοντικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν μονομερώς τη συμφωνία. Αυτοί οι στόχοι δεν συμβιβάστηκαν ποτέ πλήρως.

Προχωρώντας προς το μέλλον, η Τεχεράνη θα επιμείνει σε ισχυρότερες εγγυήσεις για τις κυρώσεις, στην αναγνώριση των ανησυχιών της για την ασφάλεια και στη διατήρηση των αποτρεπτικών της δυνατοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του κομβικού ρόλου στην ασφάλεια και την εποπτεία των Στενών του Ορμούζ. Ένας μηχανισμός τελών διέλευσης θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως συμβολική αναγνώριση της στρατηγικής θέσης του Ιράν, αλλά μόνο εάν η Τεχεράνη διατηρήσει την τελικό έλεγχο για την εφαρμογή του. Χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις και μεγαλύτερη στρατηγική αμοιβαιότητα, οποιαδήποτε νέα συμφωνία είναι πιθανό να αντιμετωπίσει την ίδια μοίρα με την προηγούμενη.

O Mohammad Khatibi
O Mohammad Khatibi Mohammad Khatibi

Πως έχουν διαμορφωθεί οι διμερείς σχέσεις Ιράν-Ιράκ και Ιράν-Σαουδικής Αραβίας μετά την έναρξη της σύγκρουσης; Έχουν υποστεί κάποιον σημαντικό μετασχηματισμό;

Αναφορικά με τις σχέσεις με το Ιράκ, ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στην ανάλυση της πολιτικής του Ιράκ είναι η υπόθεση ότι πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη. Δεν χρειάζεται. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι πολιτικές μετατοπίζονται. Οι συμμαχίες εξελίσσονται. Αλλά η γεωγραφία και η κοινωνία είναι πολύ πιο ανθεκτικές.

Το Ιράν και το Ιράκ μοιράζονται σύνορα 1.600 χιλιομέτρων, βαθύτατους οικονομικούς δεσμούς, εκατομμύρια ετήσιους θρησκευτικούς προσκυνητές και αιώνες κοινής ιστορίας. Για εκατομμύρια ανθρώπους και στις δύο πλευρές, η φράση «Ḥubbu al-Ḥusayn yajmaʿunā» (حبُّ الحسينِ يجمعُنا) — «Η αγάπη για τον Χουσεΐν μας ενώνει» (σ.σ. σιίτης ιμάμης του 7ου αιώνα)— είναι κάτι περισσότερο από ένα σύνθημα. Αντικατοπτρίζει δεσμούς μεταξύ των λαών που η πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να τους σβήσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράκ είναι προέκταση του Ιράν ή ότι δεν μπορεί να διατηρήσει ισχυρές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Σημαίνει ότι το δίλημμα «ΗΠΑ ή Ιράν» παρερμηνεύει τη στρατηγική πραγματικότητα του Ιράκ. Η εξωτερική πολιτική μπορεί να επαναπροσαρμοστεί. Η γεωγραφία, η ιστορία και η κοινωνία δεν μπορούν.

Τώρα αναφορικά με τις σχέσεις Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, από την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων το 2023, οι δύο χώρες έχουν ακολουθήσει μια προσεκτική προσέγγιση παρά τον διαρκή στρατηγικό τους ανταγωνισμό.

Τα πρόσφατα πλήγματα ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας στο Ιράκ ενδέχεται να σηματοδοτούν μια πιο συγκρουσιακή φάση, αλλά ούτε η Τεχεράνη ούτε το Ριάντ φαίνεται να επιδιώκουν έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας. Για τη Σαουδική Αραβία, προτεραιότητα παραμένει ο εγχώριος οικονομικός μετασχηματισμός. Μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν θα έθετε σε κίνδυνο τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και την περιφερειακή σταθερότητα, ενώ θα εξέθετε αδυναμίες που έχουν ήδη υπογραμμιστεί από τις επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα.

Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει επίσης μικρό ενδιαφέρον για έναν περιφερειακό πόλεμο μεγάλης κλίμακας ή μια άμεση χερσαία αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Οι πρόσφατες ενέργειές του θα πρέπει να κατανοηθούν κυρίως ως επίδειξη της ικανότητάς του να κλιμακώνει την ένταση, να αυξάνει το κόστος της στρατιωτικής πίεσης και της ρητορικής προς την Ουάσινγκτον και τους περιφερειακούς εταίρους της.

Τόσο το Ιράν όσο και η Σαουδική Αραβία αναγνωρίζουν ότι η παρατεταμένη περιφερειακή αβεβαιότητα δεν εξυπηρετεί καμία πλευρά. Ενώ ο ανταγωνισμός θα συνεχιστεί, και οι δύο πλευρές έχουν ισχυρά στρατηγικά κίνητρα να αποτρέψουν την κλιμάκωση από το να εξελιχθεί σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα