ΠΑΜΕ ΚΥΚΛΑΔΕΣ, ΑΛΛΑ ΓΙΑΤΙ ΤΙΣ ΛΕΜΕ ΚΥΚΛΑΔΕΣ;
Μύθοι, πειρατές, θεοί και φυτά – Η ετυμολογία του ονόματος των Κυκλάδων και των νησιών τους, όπως αναφέρονται σε ιστορικά και άλλα κιτάπια.
Οι Κυκλάδες γίνονται κάθε καλοκαίρι προορισμός για τους απανταχού τουρίστες που ονειρεύονται όλον τον χρόνο τον εαυτό τους στις παραλίες αυτών των νησιών, με τα γαλαζοπράσινα νερά, το ιδιόμορφο -θα έλεγες στις περισσότερες περιπτώσεις ξερό, αν και φέτος καταφέραμε να καεί και αυτό- τοπίο, τα μοναδικά σοκάκια των χωριών, και το φανταστικό φαγητό.
Αυτό που για τους Έλληνες είναι αβάσταχτη πολυτέλεια, για πολλούς ξένους είναι “στο πρόγραμμα”. Βέβαια, αν κρίνουμε από την κίνηση που υπάρχει φέτος σε πολλά νησιά, μάλλον έχουν υποψιαστεί πως υπάρχει μια κάποια υπερτίμηση σε όλα και οι ξένοι.
Εν πάση περιπτώσει, κάποια στιγμή όλοι έχουμε πάει ή θα πάμε σε κάποιο νησί των Κυκλάδων, που αποτελούνται γύρω από 33 κύρια νησιά και εκατοντάδες μικρότερες νησίδες και βραχονησίδες.
Τα 24 νησιά είναι κατοικημένα. Είναι κορυφές βυθισμένων οροσειρών, που παρουσιάζουν στοιχεία οικισμού από το 5.000 πΧ, πιθανότατα από ταξιδιώτες από τη Μικρά Ασία.
Γιατί λέμε τις Κυκλάδες… Κυκλάδες;
Το όνομα επινοήθηκε κατά την Αρχαϊκή περίοδο. Τότε διαπιστώθηκε πως τα νησιά του αρχιπελάγους σχηματίζουν, κατά προσέγγιση, κύκλο γύρω από το κεντρικό, ιερό νησί της Δήλου, γενέτειρα του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος.
Σε ό,τι αφορά τη μυθολογία, οι Κυκλάδες δημιουργήθηκαν όταν ο θεός της θάλασσας, Ποσειδώνας μετέτρεψε μια ομάδα θαλάσσιων νυμφών που ονομάζονταν Κυκλάδες σε πέτρινα νησάκια, όταν τον εξόργισαν.
Με την ευκαιρία, ας δούμε και γιατί λέγονται όπως λέγονται κάποια από τα νησιά των Κυκλάδων και από πότε έχουν κατοίκους.
Η ονοματοδοσία νησιών των Κυκλάδων
Δήλος
Η μυθολογία θέλει τον θεό του φωτός, Απόλλωνα και τη θεά του κυνηγιού, Αρτέμιδα (δίδυμα που έφερε στον κόσμο η Λητώ με τον Δία) να γεννήθηκαν στο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO και να το κάνει ιερό.Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως εκεί γεννήθηκε και η θεά του κυνηγιού, Άρτεμις.
Δεδομένου ότι είναι στο κέντρο των Κυκλάδων, ευθύς εξ αρχής ήταν σημαντικό πολιτικό και εμπορικό κέντρο από το 1.580-1.200 πΧ, όταν υπήρχε οικισμός κοντά στο λιμάνι. Εγκαταλείφθηκε στις αρχές του Μεσαίωνα, με τις επιδρομές που δεχόταν να είναι πολλές και “επανήλθε” στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν άρχισε αρχαιολογική έρευνα στο νησί. Το όνομα προέρχεται από τα θεϊκά δίδυμα, καθώς πριν γεννηθούν εκεί, το νησί ήταν αόρατο πλωτό κομμάτι γης -Άδηλος βράχος- και μετά φανερώθηκε -το στερέωσε ο Ποσειδώνας με αδαμάντινες κολόνες στον πυθμένα της θάλασσας.
Νάξος
Υπάρχουν πολλές θεωρίες για το πώς προέκυψε το όνομα του μεγαλύτερου, σε έκταση, νησιού των Κυκλάδων. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων -που έχει όσα θες να ξέρεις για όλα τα νησιά- αναφέρει ρητά ότι «η ετυμολογία του ονόματος Νάξος δεν είναι δυνατή και ότι θα μπορούσε να ανήκει στα προελληνικής καταγωγής τοπωνύμια.
Η αδυναμία ετυμολογίας οδήγησε συγγραφείς της αρχαιότητας να υποστηρίξουν, μεταξύ άλλων, την προέλευση του τοπωνυμίου από τον Καρικής καταγωγής οικιστή του, τον Νάξο», ηγεμόνα των πρώτων αποίκων. Μια άλλη πρόταση είναι πως αφορά το αρχαίο νάξαι, που σημαίνει θῦσαι και σχετίζεται με τις πολλές θυσίες που γίνονταν στο σημείο, προς τιμήν των Θεών. Κατοικείται από την 4η χιλιετία πΧ.
Άνδρος
Το δεύτερο, σε έκταση, νησί του “συμπλέγματος” στην αρχαιότητα λεγόταν Υδρούσα, χάριν των άφθονων νερών του, Επαγρίς, Νωναγρία (υγρό πεδίο), Λασία (με πλούσια βλάστηση) και Γαύρος, που διατηρείται έως σήμερα -ως το όνομα του λιμανιού. Το “Άνδρος” είναι το όνομα του πρώτου οικιστή του, Άνδρου (ή Ανδρέα), απόγονο του Απόλλωνα και του Διονύσου.
Κατοικείται από το 4.500-3.200 πΧ, όπως αποκάλυψαν βραχογραφίες. «Στους νεότερους χρόνους, το νησί αναπτύσσεται στον τομέα της εμπορικής ναυτιλίας. Ο Δημήτριος Μοραΐτης εγκαινίασε τη γραμμή Ελλάδας – Βορείου Αμερικής στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ το 1939 η Άνδρος ήταν δεύτερη, μετά τον Πειραιά, σε αριθμό νηολόγησης πλοίων».
Πάρος
Είναι από τα λίγα νησιά που φαίνεται να έχουν “ξεκάθαρη” ερμηνεία ονόματος. Αφορά τον Πάρο, αρχηγό Αρκάδων αποίκων και γιο του Παρράσιου -για αυτό αναφέρεται και ως Πάρος ο Παρράσιος– που εγκαταστάθηκαν στο νησί, το 1.100 πΧ.
Στην αρχαιότητα βέβαια, είχε πολλά άλλα ονόματα (Υρία -λόγω της πλούσιας βλάστησης-, Μινωίς -στην κρητική κυριαρχία- κλπ), με τους επιστήμονες να αρνούνται να “δώσουν” τη θεωρία του Πάρου ως δεδομένη. Κατοικείται από το 3.200-2.000 πΧ, όταν δημιουργήθηκαν οικισμοί στην Παροικιά, τον Κάμπο, τον Δρυό κλπ.
Τήνος
Ο “νονός” ήταν ο πρώτος οικιστής και αρχηγός ομάδας Ιώνων από την Καρία της Μικράς Ασίας, βασιλιάς Τήνος. Στην αρχαιότητα λεγόταν Οφιούσα ή Φιδούσα, λόγω των πολλών φιδιών που εξακολουθούν και υπάρχουν, όπως και Υδρούσα, χάριν των άφθονων νερών του νησιού -που πια, δεν υπάρχουν.
Σημειώστε και ότι ορισμένοι μελετητές συνδέουν το όνομα με τη φοινικική λέξη «Ταννότη». Κατοικείται από την 3η χιλιετία πΧ.
Μήλος
Και εδώ υπάρχουν διάφορες εκδοχές, ως προς το όνομα. Για παράδειγμα, το “βήλος” (πρόβατο) που με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μήλος, αλλά και τον Μήλο, από τη Δήλο, ο οποίος είχε πάει στην Κύπρο, συνδέθηκε με τη βασιλική οικογένεια και ο γιος του (ή ο ίδιος) μετοίκισε στο νησί, στο οποίο ήταν ο πρώτος άρχοντάς του.
Σύρος
Το νησί αυτό αναφέρεται καις την Οδύσσεια του Ομήρου -με την οποία ασχολείται τελευταία όλος ο πλανήτης-, ως πατρίδα του Εύμαιου. Ο Όμηρος την αναφέρει ως “Συρίη”. Οι πρώτοι οργανωμένοι σημαντικοί οικισμοί εντοπίζονται στην 3η χιλιετία πΧ, όπως για παράδειγμα εκείνος στη θέση Χαλανδριανή. Το όνομα προέρχεται από τη λέξη Σουρ ή Οσούρα, που στα αρχαία Φοινικικά σήμαινε “βραχώδης”.
Αμοργός
Το νησί με το μακρόστερο και πλαγιαστό σχήμα σαν να προστατεύει τις Μικρές Κυκλάδες, κατοικείται από τα τέλη της 4ης χιλιετίας πΧ, σύμφωνα με αρχαία ευρήματα. Άκμασε την εποχή του Κυκλαδικού πολιτισμού, μετά εμφανίστηκαν οι Μινωίτες, έπειτα κάτοικοι από τη Νάξο και Ίωνες από τη Μίλητο, που ίδρυσαν την Αιγιάλη. Το όνομα αποδίδεται στο φυτό αμοργίς, είδος λιναριού με το οποίο φτιάχνονταν οι περίφημοι “άλικοι αμοργίδες” (ακριβοί διαφανείς κόκκινοι) χιτώνες” που αναφέρει ο Αριστοφάνης στη “Λυσιστράτη”. Ως εναλλακτική προτείνεται το “ἀμέργω” (αναδύομαι).
Σαντορίνη
Το αρχαίο επίσημο όνομά της είναι Θήρα, δηλαδή το όνομα του αρχαίου Σπαρτιάτη, πρώτου αποίκου του νησιού. Χρησιμοποιούνταν από τους διερχόμενους σταυροφόρους, οι οποίοι σταματούσαν για ανεφοδιασμό κοντά στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης που ναι, υπήρχε από τότε στο νησί.
Η Αγία Ειρήνη αναφερόταν στον Μεσαίωνα ως Santa Irini και τώρα έχετε και το πώς προέκυψε το Σαντορίνη, που κατοικείται από την 3η χιλιετία πΧ, γνωστή ως Πρωτοκυκλαδική περίοδο.
Μύκονος
Η πιο επιστημονικά προσεκτική διατύπωση αναφέρει ότι το όνομα “μάλλον” συνδέεται με τοπωνύμιο που σημαίνει “πετρώδης τόπος” ή “σωρός λίθων”. Μια δεύτερη θεωρία θέλει να συνδέεται με τον μυθικό ήρωα Μύκονο, απόγονο του μυθικού βασιλιά της Δήλου, Άνιου και του θεού Απόλλωνα.
Η μυθολογία αναφέρει πως κάτω από τους βραχώδεις σχηματισμούς της θάφτηκαν οι Γίγαντες που σκότωσε ο Ηρακλής, στη Γιγαντομαχία. Κατοικείται από το 5.000 πΧ.
Ίος
Υπάρχουν εκδοχές που αφορούν α) τους μεξενέδες (ίον) που φύτρωναν εν αφθονία στο νησί και β) τη φοινικική ρίζα “Ίιον” που σημαίνει “σωροί από πέτρες”. Έχει καταγραφεί και πως λεγόταν Φοινίκη, μέχρι την άφιξη των Ιώνων τον 11ο αιώνα πΧ. Κατοικείται από περίπου το 2.700 με 2.300 πΧ.
Σίφνος
Ο Σίφνος ήταν γιος του ήρωα Σουνίου και αρχηγός ομάδας Ιώνων που εγκαταστάθηκαν στο νησί. Το επίθετο “σίφνος” συνδέεται με τα αρχαία μεταλλεία του νησιού που στην αρχαιότητα είχε διάφορα άλλα ονόματα, όπως Ακίς (λόγω του μυτερού και τριγωνικού σχήματος) ή Μερόπη (από το όνομα της εγγονής του Μίνωα, την εποχή που οι Μινωίτες κυριαρχούσαν στο νησί). Κατοικείται από το 3000 με 2000 πΧ.
Σέριφος
Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο “στέριφος” που σημαίνει άκαρπος, με το όνομα να συνδέεται με τα κατάξερα, άγονα εδάφη του νησιού. Οι πρώτες μαρτυρίες ανθρώπινης παρουσίας και συστηματικής εξόρυξης χαλκού και σιδήρου πάνε πίσω στον 3ο αιώνα πΧ.
Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Αιολείς από τη Θεσσαλία, τον 8ο αιώνα πΧ, αλλά εγκατέλειψαν γρήγορα λόγω της μακρινής απόστασης. Μετά εμφανίστηκαν οι Ίωνες και από την 3η χιλιετία πΧ κατοικείται.
Κουφονήσια
Ανασκαφές έχουν ενημερώσει πως κατοικούνται από την Εποχή του Χαλκού (3.200-1.100 πΧ). Σε ό,τι αφορά το όνομα, οι βασικές θεωρίες είναι οι εξής: α) οφείλεται στα μαλακά πετρώματα και τις τεράστιες σπηλιές στις ακτές, τις οποίες ναυτικοί και πειρατές έλεγαν “κουφά νησιά” και β) από το κουφός λιμήν (απάνεμο λιμάνι), ως περιοχής ανάμεσα στα νησιά που πρόσφερε προστασία από ανέμους.
Δονούσα
Ο θεός Διόνυσος έκρυψε εκεί την Αριάδνη, ώστε να μη τη βρει ο Θησέας κι έτσι έγινε ο προστάτης του νησιού. Αυτή είναι μια εκδοχή. Μια δεύτερη αφορά το “δονέω” (ταράζω, κινώ) και συνδέεται με τους ανέμους και τους σεισμούς που συντελούνται γύρω από το νησί που ενδέχεται να πήρε το όνομα του και από το ταπεινό “δέω” (δένω), καθώς οι ναυτικοί έδεναν τα πλοία στους ασφαλείς όρμους του νησιού αυτού, στα ταξίδια στο Αιγαίο. Κατοικείται από την Πρωτοκυκλαδική εποχή, αλλά αναπτύχθηκε οικιστικά τον 9ο αιώνα πΧ.
Σχοινούσα
Οι options για το όνομα αυτού του νησιού, είναι δυο. Η πρώτη έχει να κάνει με το θαμνώδες φυτό που λέγεται σχίνος και κατά τους αρχαίους συγγραφείς φύτρωνε σε όλο το νησί. Η δεύτερη αναφέρει ότι ο νονός ήταν ο άρχοντας της εποχής της Ενετοκρατίας, Σχινόζα. Κατοικείται από το 3.200-2.800 πΧ, εγκαταλείφθηκε πολλές φορές εξαιτίας των επιδρομών των πειρατών, με τη νεότερη μόνιμη επανεγκατάσταση να άρχισε στα μέσα του 19ου αιώνα (1830-1850), από Αμοργιανούς.
Ηρακλειά
Εν προκειμένω τα πράγματα -φαίνονται να- είναι απλά: οι πρώτοι κάτοικοι τιμούσαν ιδιαίτερα τον Ηρακλή και έδωσαν στο νησί το όνομα του. Στο Μεσαίωνα, το αποκαλούσαν και Ηρακλείτσα ή Αρακλειά/Ρακλειά. Είχε σημαντική ανάπτυξη από το 3.200-1.000 πΧ, πριν ερημωθεί λόγω των πειρατών, με τους μοναχούς της Χοζοβιώτισσας, στην Αμοργό να χρησιμοποιούν τα ελάχιστα καλλιεργήσιμα χωράφια του για τις καλλιέργειες τους. Από το 1826 άρχισε η μετοίκηση Αμοργιανών.