Πρύτανης Παν.Αιγαίου: Δεν έχουμε συλλάβει ακριβώς τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης

Διαβάζεται σε 9'
Πρύτανης Παν.Αιγαίου: Δεν έχουμε συλλάβει ακριβώς τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΙΟΥ

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου Δημήτρης Παπαγεωργίου μιλά στο NEWS 24/7 για τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα εκτός Αθηνών και Θεσσαλονίκης Πανεπιστήμια.

To να διοικεί κανείς ένα Πανεπιστήμιο που εδράζεται σε έξι συνολικά νησιά του Αιγαίου αποτελεί πολύ δύσκολο στοίχημα. Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Δημήτρης Παπαγεωργίου περιγράφει ακριβώς αυτές τις δυσκολίες και τις απαντήσεις που δίνονται και μπορούν να δοθούν.

Η πρόκληση για ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο όπως το Πανεπιστήμιο Αιγαίου είναι η αντοχή στις σημερινές δύσκολες δημογραφικές προκλήσεις και τη μείωση των φοιτητών. Πως μπορεί να το πετύχει αυτό το Πανεπιστήμιο;

Κατ’ αρχήν νομίζω ότι ο όρος «περιφερειακό Πανεπιστήμιο» αναπαράγει μια διάκριση «κέντρου-περιφέρειας» που αρχίζει σήμερα να είναι μάλλον ξεπερασμένη, μετά τη συνεχή άνοδο της χρήσης των νέων τεχνολογιών, που γεφυρώνουν ή μάλλον εκμηδενίζουν αποστάσεις, παρ’ ότι πράγματι αυτό δεν έχει γίνει απολύτως κατανοητό από την πλειονότητα του κοινωνικού συνόλου. Επίσης ο όρος δεν έχει σαφές περιεχόμενο, αφού άλλα χαρακτηριστικά έχει για παράδειγμα το Πανεπιστήμιο Πατρών και άλλα το Δημοκρίτειο, ή το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου είναι ένα ακριτικό Πανεπιστήμιο που εδράζεται σε τέσσερα νησιά του Βορείου Αιγαίου (Λήμνο, Λέσβο, Χίο, Σάμο) και σε δύο του Νοτίου Αιγαίου (Σύρο, Ρόδο). Έχει ως πλεονεκτήματα για την προσέλκυση φοιτητών και φοιτητριών το εντυπωσιακό φυσικό περιβάλλον των νησιών, τη σημαντική τους πολιτισμική κληρονομιά, την ευκολία της μετακίνησης στο εσωτερικό των πόλεων που αποτελούν έδρα των τμημάτων του, το ασφαλές περιβάλλον σε σχέση με τις μεγαλουπόλεις και την καλή σχέση με τις τοπικές κοινωνίες, τη σημαντική τεχνολογική υποδομή που διαθέτει, η οποία μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στη σύγκριση με αυτή των υπολοίπων Πανεπιστημίων της Ελλάδας και του εξωτερικού, αλλά και την επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων του που βρίσκεται σε καλά επίπεδα. Τα μειονεκτήματα αφορούν στη σύνδεση (ακτοπλοϊκή και αεροπορική) με την ελληνική ενδοχώρα, αλλά και άλλα νησιά του Αιγαίου (όπως για παράδειγμα την Κρήτη, απ΄ όπου προέρχεται ένας αρκετά σημαντικός αριθμός φοιτητών και φοιτητριών του Πανεπιστημίου Αιγαίου), αλλά και στην ανεύρεση φοιτητικής στέγης σε ένα περιβάλλον όπου οι απαιτήσεις της τουριστικής ανάπτυξης επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα και ανεβάζουν τις τιμές.

Συναφές με το τελευταίο πρόβλημα είναι το θέμα των φοιτητικών Εστιών που καλύπτουν ένα σχετικά μικρό ποσοστό των φοιτητικών αναγκών, όπως και στο σύνολο (νομίζω) των ελληνικών Πανεπιστημίων. Για παράδειγμα την περίοδο 2025-26 επί 2916 εισακτέων πρωτοετών υπήρξαν 959 αιτήσεις στέγασης και έγιναν δεκτές 668, αφού τόση ήταν η χωρητικότητα των διαθέσιμων δωματίων στο σύνολο των νησιών. Υπάρχει ανάγκη να αυξηθεί αυτό το ποσοστό, οπότε προχωρούν ενέργειες για την απόκτηση οικοπέδων ώστε να υπάρξει η βάση για δημιουργία πρόσθετων φοιτητικών Εστιών. Επισημαίνω ότι ο φετινός αριθμός εισακτέων είναι λίγο υψηλότερος: 3030 άτομα.

Συνολικά, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου διατηρεί ένα αριθμό περίπου 14000 προπτυχιακών φοιτητών και φοιτητριών (δεδομένου και των τριών τμημάτων της Πολυτεχνικής Σχολής που είναι πενταετούς διάρκειας, καθώς και του αριθμού των φοιτητών και φοιτητριών που δεν ολοκληρώνουν τις σπουδές τους ακριβώς στο χρόνο διάρκειας των Προπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών, στο πλαίσιο μιας λογικής καθυστέρησης, που δεν συνεπάγεται διαγραφή).

Επιπρόσθετα, λειτουργούν και 47 Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ), τα περισσότερα εκ των οποίων ολοκληρώνονται μέσω σύγχρονης εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με την παρουσία των φοιτητών/φοιτητριών στα νησιά για περιορισμένα χρονικά διαστήματα, στο πλαίσιο εντατικών εβδομάδων μαθημάτων (crush courses), όπως ισχύει πλέον και σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Σε αυτά φοιτούν περίπου 2100 άτομα, ενώ υπάρχουν και περίπου 850 υποψήφιοι/ες διδάκτορες.

Τέλος, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου έχει ξεκινήσει μια πολιτική δημιουργίας Παράλληλων Προγραμμάτων Σπουδών που αναμένεται να προσελκύσουν πρόσθετο αριθμό φοιτητών/φοιτητριών, αλλά και Ξενόγλωσσων (προς το παρόν αγγλόφωνων) Προγραμμάτων Σπουδών, που πιθανόν θα προσθέσουν ικανό αριθμό φοιτητών/φοιτητριών στο δυναμικό του, δεδομένου ότι η περιοχή του Αιγαίου αποτελεί ένα ελκυστικό προορισμό για φοιτητές/φοιτήτριες του εξωτερικού, εξ’ αιτίας της διεθνούς του αναγνώρισης ως τουριστικού προορισμού, αλλά και της κομβικής του θέσης ως διάμεσου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ή, με άλλα λόγια, του ορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και κρατικές οντότητες της Εγγύς αλλά και της ευρύτερης Ανατολής.

Αποτελεί χρόνιο αίτημα η αύξηση της χρηματοδότησης των κρατικών ΑΕΙ. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το επιτυγχάνει. Ποια είναι η κατάσταση που βιώνετε; Πόσο κοντά ή πόσο μακριά βρισκόμαστε από μία επαρκή χρηματοδότηση του δημόσιου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα;

Η χρηματοδότηση των ελληνικών Πανεπιστημίων έχει αυξηθεί τα προηγούμενα χρόνια, αλλά πάλι υπολείπεται σε σημαντικό βαθμό της χρηματοδότησης των χρόνων που προηγήθηκαν της περίφημης «κρίσης». Θα πρέπει βέβαια να διευκρινιστεί ότι όταν μιλάμε για χρηματοδότηση αναφερόμαστε στον τακτικό προϋπολογισμό ενός Πανεπιστημίου.

Από κει και πέρα υπάρχουν ορισμένες φορές και έκτακτες χρηματοδοτήσεις, που καλύπτουν ορισμένες ανάγκες για τις οποίες δεν επαρκούν τα κονδύλια του τακτικού προϋπολογισμού, όπως για παράδειγμα η ηλεκτροδότηση, αλλά και δυνατότητες αξιοποίησης κονδυλίων που προέρχονται από διάφορες πηγές, όπως οι Περιφέρειες στις οποίες εδράζεται το κάθε Πανεπιστήμιο, το ΕΣΠΑ, κ.ο.κ.

Για παράδειγμα το Πανεπιστήμιο Αιγαίου κατάφερε, με τη συνδρομή του Υπουργείου Παιδείας, να ολοκληρώσει την αγορά δύο οικοπέδων, ένα στη Ρόδο και ένα στη Σάμο για την ανέγερση φοιτητικών Εστιών, θα αποκτήσει ένα ακόμη στη Λήμνο από δωρεά του ιδιώτη κ. Ηλιάδη, βρίσκεται σε συνεννόηση με την Περιφέρεια Β. Αιγαίου για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης πρόσθετων κτιρίων στο χώρο των φοιτητικών Εστιών στη Χίο, του παραχωρείται χώρος για δημιουργία campus από το Δήμο στη Σύρο, ενώ οι Μητροπόλεις Μυτιλήνης και Χίου συνδράμουν επίσης στην προσπάθεια παρέχοντας οικόπεδα που μπορούν να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία φοιτητικών Εστιών, αλλά και άλλων υποδομών.

Όπως φαίνεται, οι χρηματοδοτικές ροές δεν είναι μονοδιάστατες, αλλά περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα ευκαιριών αλλά και εμποδίων, που θα πρέπει να επιλυθούν στο πλαίσιο ενός στρατηγικού σχεδιασμού, αλλά και τακτικών επιλογών (on the spot). Γενικότερα, μάλλον «λεφτά υπάρχουν», αλλά η αναζήτηση και η αξιοποίησή τους είναι πλέον θέμα του κάθε Πανεπιστημίου και εκφεύγει εν μέρει από τον κρατικό σχεδιασμό.

Το Πανεπιστήμιο έχει την έδρα του σ’ έναν γενικότερο γεωγραφικό χώρο με τεράστια ιστορία αλλά και σύγχρονο ενδιαφέρον. Πως μπορεί αλήθεια να συμβάλλει στην όσο το δυνατόν περισσότερη ομαλοποίηση των σχέσεων με την Τουρκία; Πως μπορεί η εκπαίδευση και η έρευνα να φέρουν κοντά δύο λαούς;

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου διατηρεί μια κομβική θέση ως διάμεσου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ή, με άλλα λόγια, του ορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και κρατικές οντότητες της Εγγύς αλλά και της ευρύτερης Ανατολής.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, υπήρχαν και υπάρχουν συνεργασίες με τουρκικά Πανεπιστήμια, αλλά και άλλα Πανεπιστήμια των γεωγραφικών περιοχών που προσδιορίζονται από την παραπάνω αναφορά. Οι συγκεκριμένες συνεργασίες επηρεάζονται από τις κρατικές πολιτικές, αλλά αυτό δεν είναι κομβικό διακύβευμα. Τα πιθανά προβλήματα είναι κυρίως τεχνικά και αφορούν σε όρους και προϋποθέσεις υποβολής συγκεκριμένων ερευνητικών προτάσεων ή projects.

Μπορούν να υπερκεραστούν με συστηματική δουλειά, αλλά απαιτούν αρκετό κόπο. Πέρα απ’ αυτό, οι σχέσεις με τους λαούς που υπόκεινται σε διάφορες κρατικές οντότητες διέρχονται από διάφορες παροδικές φάσεις: σήμερα οι Τούρκοι τουρίστες πλημμυρίζουν τα νησιά του Βορείου Αιγαίου σε μια αρμονική συνύπαρξη. Δεν μπορώ να υποθέσω πως αυτό συμβιβάζεται με ποικίλους στρατηγικούς σχεδιασμούς που εκπορεύονται από διάφορα κέντρα, αλλά και πως θα εξελιχθεί στο μέλλον.

Θα ήθελα τη γνώμη σας για τα τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Χρειάζονται; Θα επηρεάσουν τη λειτουργία των δημόσιων; Θα είναι ανταγωνιστικά προς αυτά;

Κατά τη γνώμη μου, αυτή τη στιγμή τα «Μη Κρατικά μη Κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια» υστερούν σημαντικά σε εξειδικευμένο προσωπικό και υποδομές ως προς τα Δημόσια Ιδρύματα. Τι θα γίνει στο μέλλον εξαρτάται από πολλές παραμέτρους.

Δεν πρόκειται ακριβώς για ανταγωνισμό μεταξύ Ιδρυμάτων, αλλά περισσότερο μεταξύ Σχολών ή/και Τμημάτων με συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα, όπως για παράδειγμα Ιατρικών και Νομικών Σχολών στις οποίες εστιάζουν κατά κόρον τα «Μη Κρατικά μη Κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια».

Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου δεν διαθέτει τέτοια Τμήματα και έτσι δεν αντιμετωπίζει άμεσα κάποιο πρόβλημα ανταγωνισμού για την προσέλκυση υποψηφίων φοιτητών/φοιτητριών. Ίσως αντιμετωπίσει μελλοντικά, για παράδειγμα σε σχέση με Τμήματα που έχουν σχέση με Πληροφορική, αν και αυτό θα εξαρτηθεί και από τις εξελίξεις στο πεδίο της Artificial Intelligence (AI ή Τεχνητής Νοημοσύνης), θέμα στο οποίο αναφέρομαι στο επόμενο ερώτημα.

Πόσο, επίσης, αλλάζει τη δουλειά σας και ειδικότερα το επιστημονικό σας αντικείμενο η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης; Ποιες δυνατότητες ανοίγονται αλλά και ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν κατά την οπτική σας;

Πιστεύω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) θα επηρεάσει σημαντικά ποικίλα γνωστικά αντικείμενα. Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε συλλάβει ακριβώς τις δυνατότητές της, αλλά και το τι αλλαγές μπορεί να προκαλέσει. Οι δυνατότητες δεν είναι σαφώς προσδιορισμένες, οι κίνδυνοι είναι εμφανείς: οικειοποίηση μιας σειράς γνωστικών αντικειμένων που αφορούν σε Πληροφορική, Ιατρική, Μηχανικούς κάθε ειδικότητας, κ.ο.κ.

Θεωρώ ότι μια σειρά κανονισμών για τη χρήση της ΤΝ στην εκπαίδευση θα ξεπεραστούν πολύ σύντομα από την πραγματικότητα, αλλά και πάλι αυτό δεν είναι το κυρίως πρόβλημα: η Τεχνητή Νοημοσύνη διεισδύει σε πολλαπλές πτυχές της επιστημονικής παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής ζωής. Τα αποτελέσματα θα φανούν μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια και θα είναι καταλυτικά.

Τόσο τα ελληνικά Δημόσια Πανεπιστήμια, όσο και το σύνολο της κοινωνίας θα πρέπει να αντιμετωπίσουν νέες συνθήκες προσαρμογής σε μια νεοφυή πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να προδιαγράψουμε το αποτέλεσμα, αλλά μπορούμε να εφιστήσουμε την προσοχή των αρμόδιων φορέων για τη δημιουργία συνθηκών για την όσο το δυνατόν ομαλότερη προσαρμογή των εκπαιδευτικών και παραγωγικών διαδικασιών σε μια νέα πραγματικότητα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα