Αυτή είναι η ύπουλη χοληστερίνη που απειλεί την καρδιά μας

Διαβάζεται σε 7'
Γιατρός δείχνει σε ασθενή τις παθήσεις των αγγείων με τη χρήση ειδικού μοντέλου.
Γιατρός δείχνει σε ασθενή τις παθήσεις των αγγείων με τη χρήση ειδικού μοντέλου. iStock

Υπάρχει ένας δείκτης που δεν περιλαμβάνεται κατά κανόνα στις συνηθισμένες εξετάσεις: η λιποπρωτεΐνη(a), γνωστή ως Lp(a).

Ο έλεγχος της χοληστερόλης αποτελεί μία από τις πιο συνηθισμένες προληπτικές εξετάσεις. Ένα τυπικό λιπιδαιμικό προφίλ περιλαμβάνει την ολική χοληστερόλη, την LDL, την HDL και τα τριγλυκερίδια και δίνει στον γιατρό μια πρώτη εικόνα για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Η LDL, η γνωστή «κακή» χοληστερόλη, μπορεί όταν βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα να συσσωρευτεί στα τοιχώματα των αρτηριών και να συμβάλει στον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών.

Η HDL, αντίθετα, αποκαλείται «καλή» χοληστερόλη, επειδή συμμετέχει στη μεταφορά της περίσσειας χοληστερόλης προς το ήπαρ, όπου μπορεί να απομακρυνθεί από τον οργανισμό. Τα αυξημένα τριγλυκερίδια αποτελούν επίσης επιβαρυντικό παράγοντα, ιδίως όταν συνυπάρχουν με υψηλή LDL.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας ακόμη δείκτης που δεν περιλαμβάνεται κατά κανόνα στις συνηθισμένες εξετάσεις: η λιποπρωτεΐνη(a), γνωστή ως Lp(a).

Ωστόσο, στην Ελλάδα με το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» του υπουργείου Υγείας, 5,2 εκατομμύρια πολίτες ηλικίας από 30 έως 70 ετών έκαναν δωρεάν την σημαντική για τη ζωή προληπτική εξέταση.

Ο Ryan Smith, καρδιολόγος στο Orlando Health Heart and Vascular Institute, την περιγράφει ως «έναν συγκεκριμένο τύπο λιποπρωτεϊνικού σωματιδίου που κυκλοφορεί στο αίμα και αποτελεί σημαντικό, ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο».

Το στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η συχνότητά της. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους πέντε ανθρώπους έχει αυξημένη Lp(a). Κι όμως, όπως συμβαίνει συχνά και με την υψηλή χοληστερόλη, δεν υπάρχουν προειδοποιητικά συμπτώματα. Έτσι, κάποιος μπορεί να έχει αυξημένες τιμές επί χρόνια χωρίς να το γνωρίζει, έως ότου προκύψει σοβαρή στένωση ή απόφραξη αγγείου που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Lp(a) έχει αρχίσει να απασχολεί περισσότερο την ιατρική κοινότητα. Νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση της χοληστερόλης, στις οποίες συμμετείχε και η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία (American Heart Association), συνιστούν πλέον κάθε ενήλικος να κάνει μία μέτρηση της Lp(a) τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του.

Η εξέταση είναι απλή και γίνεται με αιμοληψία. Μπορεί να προστεθεί στον συνηθισμένο λιπιδαιμικό έλεγχο ή να ζητηθεί μαζί με άλλες εξετάσεις αίματος.

Μέχρι πρόσφατα, η Lp(a) δεν είχε ενταχθεί με την ίδια έμφαση στις οδηγίες για τη χοληστερόλη, κυρίως επειδή δεν υπήρχε σαφής τρόπος αντιμετώπισης των υψηλών τιμών της. Όπως εξηγεί ο Jeffrey Berger, διευθυντής του Center for the Prevention of Cardiovascular Disease στο NYU Langone Heart, δεν έχει ακόμη αποδειχθεί οριστικά ότι η μείωση της Lp(a) συνεπάγεται και αντίστοιχη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Τα επιστημονικά δεδομένα, πάντως, έχουν πλέον καταστήσει σαφές ότι όσο υψηλότερη είναι η Lp(a), τόσο μεγαλύτερος μπορεί να είναι ο κίνδυνος για την καρδιά και τα αγγεία. Επομένως, ακόμη και αν προς το παρόν δεν μπορεί να μειωθεί εύκολα η ίδια η Lp(a), η γνώση της τιμής της επιτρέπει στον γιατρό και στον ασθενή να αντιμετωπίσουν πιο αυστηρά τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου.

Γιατί θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνη η Lp(a)

Η Lp(a) διαφέρει από άλλους δείκτες χοληστερόλης κυρίως επειδή τα επίπεδά της καθορίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την κληρονομικότητα. Η διατροφή, η άσκηση και η απώλεια βάρους, που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την LDL και τα τριγλυκερίδια, δεν μεταβάλλουν ουσιαστικά την Lp(a).

Τιμές πάνω από 125 νανομόρια ανά λίτρο —ή περίπου 50 mg/dL, ανάλογα με τη μονάδα μέτρησης— έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιοπάθειας και εγκεφαλικού επεισοδίου. Σε πολύ υψηλότερες τιμές, γύρω στα 250 νανομόρια ανά λίτρο ή 100 mg/dL, ο κίνδυνος μπορεί να είναι έως και διπλάσιος.

Διευκρινίζεται ότι οι μετρήσεις και οι τιμές των εξετάσεων διαφέρουν, πάντως, ακόμα και από εργαστήριο σε εργαστήριο στην Ελλάδα, οπότε αυτές που αναφέρονται είναι ενδεικτικές.

Η δράση της θυμίζει σε έναν βαθμό εκείνη της LDL: μπορεί να συσσωρεύεται στο εσωτερικό των αρτηριών και να συμβάλλει στην αθηροσκλήρωση, δηλαδή στον σχηματισμό πλακών που στενεύουν τα αγγεία και εμποδίζουν την ομαλή κυκλοφορία του αίματος.

Η Lp(a), όμως, έχει ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό. Περιέχει την απολιποπρωτεΐνη(a), μια πρωτεΐνη που φαίνεται να την κάνει περισσότερο επιρρεπή στην εναπόθεση στα αγγειακά τοιχώματα και στον σχηματισμό αθηρωματικής πλάκας.

Παράλληλα, φαίνεται να επηρεάζει και τον μηχανισμό με τον οποίο ο οργανισμός διαλύει τους θρόμβους, ενισχύοντας ενδεχομένως την τάση για θρόμβωση. Μεταφέρει επίσης ουσίες που συνδέονται με τη φλεγμονή και οι οποίες, με την πάροδο των ετών, μπορεί να συμβάλουν σε βλάβες της αορτικής βαλβίδας και στη σκλήρυνση των αρτηριών.

Με άλλα λόγια, η Lp(a) μπορεί να επιβαρύνει το καρδιαγγειακό σύστημα με περισσότερους από έναν μηχανισμούς: ευνοεί την αθηροσκλήρωση, συνδέεται με αυξημένη θρομβωτική τάση και ενισχύει φλεγμονώδεις διεργασίες.

Ποιοι έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο

Επειδή η Lp(a) είναι κυρίως κληρονομική, η πιθανότητα να εμφανίζεται σε υψηλές τιμές διαφέρει μεταξύ πληθυσμών και οικογενειών. Αυξημένα επίπεδα παρατηρούνται συχνότερα σε ανθρώπους αφρικανικής ή νοτιοασιατικής καταγωγής, ενώ ακολουθούν άτομα ευρωπαϊκής, ισπανόφωνης και ανατολικοασιατικής καταγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο έλεγχος όταν υπάρχει γνωστό οικογενειακό ιστορικό υψηλής Lp(a) ή όταν κάποιος έχει ο ίδιος, ή στενός συγγενής του, εμφανίσει καρδιαγγειακή νόσο σε σχετικά νεαρή ηλικία. Ως πρόωρη καρδιαγγειακή νόσος θεωρείται συνήθως εκείνη που εκδηλώνεται πριν από τα 55 χρόνια στους άνδρες και πριν από τα 65 στις γυναίκες.

Ο έλεγχος έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία για όσους πάσχουν από οικογενή υπερχοληστερολαιμία, μια κληρονομική διαταραχή που προκαλεί πολύ υψηλές τιμές LDL.

Στους περισσότερους ανθρώπους, μία μόνο μέτρηση αρκεί, καθώς η Lp(a) παραμένει σχετικά σταθερή σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Υπάρχουν πάντως ορισμένες καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν προσωρινά την τιμή της, όπως ορισμένες διαταραχές του θυρεοειδούς, το νεφρωσικό σύνδρομο, οξείες φλεγμονώδεις παθήσεις, η εγκυμοσύνη και η εμμηνόπαυση. Όταν ο παράγοντας που προκαλεί τη μεταβολή υποχωρήσει ή αντιμετωπιστεί, η Lp(a) συνήθως επανέρχεται κοντά στα επίπεδα που καθορίζονται από τη γενετική προδιάθεση.

Τι μπορεί να γίνει όταν η λιποπρωτεΐνη άλφα είναι υψηλή

Το γεγονός ότι η Lp(a) δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από τον τρόπο ζωής δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι ανήμπορος απέναντι στον αυξημένο κίνδυνο. Το αντίθετο: όταν η Lp(a) είναι υψηλή, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ο αυστηρός έλεγχος όλων των υπόλοιπων παραγόντων που μπορούν να τροποποιηθούν.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει καλή ρύθμιση της LDL χοληστερόλης, της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου, διακοπή του καπνίσματος, διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους και συστηματική σωματική δραστηριότητα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη μείωση της LDL. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η περαιτέρω πτώση της μπορεί να περιορίσει σε σημαντικό βαθμό τον επιπλέον καρδιαγγειακό κίνδυνο που συνοδεύει την υψηλή Lp(a).

Οι συστάσεις για τον τρόπο ζωής παραμένουν οι γνώριμες: τουλάχιστον 150 λεπτά μέτριας έντασης άσκησης την εβδομάδα, διατροφή με έμφαση στις φυτικές τροφές, αποχή από το κάπνισμα, διατήρηση υγιούς βάρους και επτά έως εννέα ώρες ύπνου κάθε βράδυ.

Όταν αυτά δεν αρκούν, μπορεί να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή. Οι στατίνες δεν μειώνουν την ίδια την Lp(a), αλλά περιορίζουν την LDL και κατά συνέπεια τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να χορηγηθεί εζετιμίμπη, η οποία μειώνει την απορρόφηση της χοληστερόλης από το έντερο, ή αναστολείς PCSK9, που βοηθούν το ήπαρ να απομακρύνει περισσότερη LDL από το αίμα και ενδέχεται παράλληλα να μειώνουν σε κάποιο βαθμό και την Lp(a).

Την ίδια ώρα, η έρευνα στρέφεται σε νέες θεραπείες που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για τη μείωση της Lp(a). Πρόκειται για φάρμακα που βρίσκονται σε προχωρημένα στάδια κλινικών δοκιμών και παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς παραγωγής της λιποπρωτεΐνης, στοχεύοντας το σχετικό RNA.

Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι μπορούν να επιτύχουν σημαντική μείωση των επιπέδων της. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: αν αυτή η πτώση θα οδηγήσει πράγματι και σε λιγότερα εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια και άλλα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάματα.

Μέχρι να υπάρξει οριστική απάντηση, η Lp(a) πρέπει να θεωρείται ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι της συνολικής εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου. Η μέτρησή της δεν αλλάζει από μόνη της την υγεία κάποιου, μπορεί όμως να αποκαλύψει έναν κρυφό κληρονομικό παράγοντα και να οδηγήσει σε πιο έγκαιρη και στοχευμένη πρόληψη.

Όπως καταλήγει ο Smith, «η πρόληψη είναι πραγματικά το σημαντικότερο όπλο στον τομέα μας».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα