ΔΕΗ
Scott A Garfitt/Invision/AP, File

Η CHARLI XCX, Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΚΙ Ο ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΚΡΟΝΕΝΜΠΕΡΓΚ

Το πολυσυζητημένο νέο άλμπουμ της Charli μετά το “brat”, με τον Μάρτιν Σκορσέζε, τον Μαρκ Τζέικομπς και τον Τζον Κέιλ στο εξώφυλλο, έχει ως μεγαλύτερη επιρροή την πιο πρόσφατη ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, “Ο Κύριος των Νεκρών”. Κοινό τους στοιχείο; Η συνειδητοποίηση πως τίποτα δεν κρατά για πάντα.

«Βλέπω συχνά ταινίες για να δω νεκρούς ανθρώπους. Θέλω να τους ξαναδώ, θέλω να τους ακούσω. Κατά κάποιον τρόπο ο κινηματογράφος είναι ένα νεκροταφείο». ~ Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ

«Περπατάμε σε μια πασαρέλα που οδηγεί κατευθείαν στην κόλαση / Τίποτα δεν πρόκειται να μας σώσει, ούτε η μουσική, ούτε η μόδα, ούτε το σινεμά». ~ Charli XCX

***

Ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ κι η Charli XCX πίνουν καφέ στο Τορόντο, και συζητούν για τη ζωή, την δημιουργία, και τον θάνατο. Εκείνη θέλει να μάθει τις σκέψεις του όταν «πέρασε η ζωή μπροστά από τα μάτια του». Εκείνος της απαντά τι ήταν αυτό που δεν πέρασε: «Δεν σκέφτηκα καθόλου την τέχνη. Σκέφτηκα τους ανθρώπους, σκέφτηκα τη ζωή».

Και τότε γιατί δημιουργούν;

Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφορεί το Music, Fashion Film, ένα από τα άλμπουμ της χρονιάς. Οι απαντήσεις βρίσκονται όλες εκεί – αλλά και σε όλα όσα είχαν φτιάξει νωρίτερα.

***

Καταλαβαίνω ότι μπορεί να μοιάζει αστείο ή και περίεργο, αλλά την πιο μεγάλη μου υπαρξιακή συνειδητοποίηση ένιωσα να τη βιώνω ακούγοντας το άλμπουμ Pop 2. Άλλοι το παθαίνουν διαβάζοντάς Καμύ, άλλοι βλέποντας Ταρκόφσκι, εγώ ακούγοντας Charli XCX, ό,τι μπορεί ο καθένας.

Για κάποιο λόγο που δε μπορώ 100% να προσδιορίσω, αυτές οι σκέψεις συνόδευαν πάντα τον τρόπο που απολάμβανα τη μουσική της Charli, ακόμα και χρόνια πριν (συμπτωματικά; μάλλον όχι!) αρχίσουν να εκφράζονται όντως μέσα τα κομμάτια της – ειδικά στα δύο τελευταία της άλμπουμ.

Στο brat, έγραφα το καλοκαίρι που η Charli συνεπήρε τον πλανήτη, «μιλάει για φόβους, για σκέψεις, για άγχη, χωρίς να φοβάται μήπως και αντικρούσει συχνά τον εαυτό της. Δεν είναι ημερολόγιο, αλλά είναι ανησυχίες και εξομολογήσεις στο ιδρωμένο dancefloor, διάσπαρτες, συγκεχυμένες, αλλά απολύτως αληθινές. […] Άγχη, υπαρξιακά και έκσταση σε ένα κοκτέιλ, αυτή η φευγαλέα αίσθηση του να δραπετεύεις ενώ σκέφτεσαι τι ωραία που είναι να μη σκέφτεσαι».

Από τα ρέιβ των late ‘00s στο Λονδίνο μέχρι την κορυφή της ποπ σκηνής, αυτό που πάντα πιστεύω πως ακολουθούσε την καλλιτέχνιδα από το Έσσεξ είναι μια αίσθηση απελευθέρωσης – είτε μιλάμε για το να ζεις, είτε για το να δημιουργείς, είτε για τον Χορό, είτε για τον Χρόνο. Ακόμα κι όταν αμφισβητεί με άγχος τα πάντα γύρω από τον εαυτό της και την ταυτότητα και τις επιλογές της (όπως στο I Think About It All the Time ή το Girl, so Confusing του brat ή σε όλο το πανέμορφο πανδημικό άλμπουμ How I’m Feeling Now), το κάνει απασφαλίζοντας και επιτρέποντας στον εαυτό της το δικαίωμα του να χαθεί μέσα σε αυτά που απολαμβάνει.

Από το πρώτο της άλμπουμ, True Romance (που ως ανέκαθεν σινεφίλ, είχε ονομάσει προς τιμήν του ομώνυμου φιλμ του Τόνι Σκοτ) έχει περάσει πια πάνω από δεκαετία, κι η Charli έχει βγάλει 10 άλμπουμ και mixtapes μαζί με αμέτρητα διάσπαρτα singles, b-sides και remix μέσα σε μια δισκογραφία που διαρκώς μεν εξελίσσεται αλλά αρνείται να συμβιβαστεί με το ‘πώς κάνουν τα πράγματα’.

Η ταχύτητα με την οποία δοκιμάζει πράγματα και πειραματίζεται με τον ήχο της την κάνει αεικίνητη με ένα τρόπο που ενσαρκώνει την απόλυτη ουσία του τι σημαίνει ποπ μουσική. Δίνει την αίσθηση πως δεν αγχώνεται για το τι θα αφήσει πίσω, για το πώς ταιριάζουν τα πάντα μεταξύ τους, για το πώς συγκροτείται το Έργο της, παρά ζει και δημιουργεί σε ένα Τώρα που εκτείνεται στο Πάντα. Μια διαρκής έκσταση, ένα διαρκές συναίσθημα, ένας διαρκής πειραματισμός. Όλα έχουν σημασία, άρα τίποτα δεν έχει σημασία. Είναι απελευθερωτικό με έναν τρόπο ειλικρινά θαυματουργό.

Στο προαναφερθέν Pop 2, έγραφα πέρσι πως «ακούμε διάσπαρτους ήχους μιας glitchy κακοφωνίας να συνθέτουν σταδιακά μελωδικές λούπες που έρχονται και εφορμούν η μία πάνω στην άλλη δημιουργώντας ένα πανέμορφο κρεσέντο που μοιάζει την ίδια στιγμή stripped down αλλά και βουτηγμένο στον μαξιμαλισμό. Μουσική που ξέρει πότε να επιτίθεται και πότε να αφήνει να χτιστεί κενό».

Το hyperpop αριστούργημα της Charli και του παραγωγού A.G. Cook συνδυάζει μελωδικότητα, ήχους που σπάνε και ανασυντίθενται, τεράστια μελαγχολία και αμφισβήτηση, όσο και ορμή, πάθος, όρεξη, φετιχισμό. Ακούγεται σαν λίγο από το μέλλον, αλλά κινείται και αναπνέει στη Στιγμή.

Αυτή η συνύπαρξη υπογραμμίζει με έναν τρόπο καθόλου λεκτικό μα πλήρως αισθητικό, και άρα βιωματικό, την ιδέα πως είμαστε απλά μπάλες ενέργειας που κινούμαστε στο άπειρο, επειδή τυχαία αποκτήσαμε συνείδηση, τυχαία συνεχίζουν οι συνάψεις μας να λειτουργούν – μέχρι να μην λειτουργούν και πια η Στιγμή να πάψει να υφίσταται. Κυνικό ή απλά απελευθερωτικό;

***

«Πες μου γι’ αυτό το θέμα που έχεις με τα σώματα. Έχεις κάνει καριέρα πάνω στα σώματα». ~ Τέρι, από τον Κύριο των Νεκρών (The Shrouds)

Η Κάρολιν Ζάιφμαν, σύζυγος του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ επί 38 χρόνια, πέθανε το 2017. Γνωρίστηκαν στα γυρίσματα του Rabid το 1977, παντρεύτηκαν 2 χρόνια μετά, και συνέχισαν να συνεργάζονται επί σειρά ετών καθώς εκείνη δούλευε από διάφορα πόστα σε ταινίες του, όπως μοντάζ.

«Σε εκείνο το σημείο, σκεφτόμουν πως δεν θα έκανα άλλες ταινίες», λέει ο Κρόνενμπεργκ το 2025 στους New York Times. «Δεν πίστευα πως θα είχα τη δύναμη για αυτό όταν πέθανε η γυναίκα μου, το οποίο με εξέπληξε γιατί με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσα σήμαινε για μένα η στήριξή της σε όλα όσα έκανα. Δεν πίστευα ότι θα ήταν: “Πέθανε. Δεν μπορώ να δουλέψω πια”. Αλλά έτσι ένιωθα», εξομολογείται.

Ο Κρόνενμπεργκ καθόρισε το σινεμά με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο, που έχει να κάνει με το σώμα. Πώς απεικονίζεται, πώς μεταμορφώνεται, πώς αποτελεί επέκταση του ψυχισμού με έναν τρόπο απτό, λάγνο, γκροτέσκο, πανέμορφο. Πάντα έβρισκα κάτι πολύ γλυκό και ρομαντικό στον τρόπο που εξερευνά την αρχή και το τέλος της ύπαρξής μας μέσα από αυτό, άλλοτε από θρίλερ, άλλοτε από επιστημονική φαντασία, άλλοτε από φιλμ εποχής – από τη Μύγα, μέχρι κάτι σαν τα Εγκλήματα του Μέλλοντος όπου το σώμα είναι πλέον συνώνυμο της πραγματικότητας.

Η ταινία που τελικά κατάφερε να κάνει ο Κρόνενμπεργκ μετά τη μεγάλη του απώλεια ήταν ο Κύριος των Νεκρών (The Shrouds) και μέσα από το απόκοσμο concept είναι ήδη εμφανές πως για τον ίδιο αυτή η ταινία ήταν και κάτι σαν εξαγνισμός.

Στην ταινία, απαρηγόρητος μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ένας μπίζνεσμαν λανσάρει μια επαναστατική τεχνολογία που επιτρέπει στους ζωντανούς να παρακολουθούν τους νεκρούς ανθρώπους τους, μέσα στα σάβανά τους(!). Μια νύχτα πολλοί τάφοι βεβηλώνονται, ανάμεσα στους οποίους και της γυναίκας του.

Οι ταινίες αυτής της ύστερης περιόδου του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ λειτουργούν σε ένα επίπεδο απευθείας συναισθηματισμού και στοχασμού, όπου οι κλασικοί φορμαλιστικοί και ακαδημαϊκοί κανόνες μοιάζουν με κάτι που ο σκηνοθέτης έχει αφήσει κάπως πίσω του, σα να μην έχει όρεξη πια για αυτούς. Όμως αυτή η αποστασιοποίηση ενδυναμώνει εντυπωσιακά τον νοηματικό και συναισθηματικό ιστό του φιλμ, που έχει τόσο πολύ να κάνει με τη βουβαμάρα, με το κενό.

Έγραφα κατά την κυκλοφορία της ταινίας στην Ελλάδα για το πώς ο Κρόνενμπεργκ έχει εξελίξει την εμμονή του με το σώμα, φτάνοντας πλέον την συλλογιστική του στο φυσικό της τελείωμα: τον θάνατο. Ο καναδός auteur πάντα πίστευε πως τα πάντα είναι το σώμα και το σώμα είναι τα πάντα, οπότε πώς μπορεί να μπει στην εξίσωση η ιδέα της απώλειας; Πώς συνδέεται μια ολοκληρωτικά υλική και σωματική απόλαυση και ανάγνωση της ύπαρξης, με την ολοκληρωτική απουσία;

Στον “Κύριο των Νεκρών”, ο Κρόνενμπεργκ βάζει τον Βενσάν Κασέλ να μετατραπεί για λίγο σε κάτι-σαν-Κρόνενμπεργκ, έναν μπίζνεσμαν-auteur που δεν αφήνει τη σωματική σύνδεση ακόμα και μετά το θάνατο της γυναίκας του. «Έχεις κάνει καριέρα πάνω στα σώματα», του λέει κάποια στιγμή η Τέρι, πανομοιότυπη αδερφή της γυναίκα του, Μπέκα, σα να υπογραμμίζει αυτή τη meta, οριακά αυτοβιογραφική σύνδεση.

Το concept της ταινίας είναι ζόρικο, και η οπτική του αποτύπωση αρρωστημένη, αλλά υπάρχει κάτι πάρα πολύ αληθινό εκεί: Σε ένα σώμα σε διαδικασία αποσύνθεσης, αντικατοπτρίζεται η ίδια η διαδρομή θυμού, οδύνης και (μη) αποδοχής εκείνου που έμεινε πίσω.

Ο Καρς του Κασέλ μπλέκει με συνωμοσίες, το έργο του θα υποστεί βανδαλισμούς, θα βλέπει τη γυναίκα του παντού (η Νταϊάν Κρούγκερ πολύ καλή σε έναν πολλαπλό ρόλο), προσπαθώντας να επεξεργαστεί αυτό που είναι κυριολεκτικά αδιανόητο για τον ίδιο να επεξεργαστεί. Είναι σα να λέει πως, στην απουσία μιας απτής σωματικότητας, ο άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί στα αλήθεια μια κατάσταση.

Και μπροστά στον παραλογισμό του θανάτου, ο Κρόνενμπεργκ έχει να απαντήσει με ένα έργο ειλικρινά και ακομπλεξάριστα ανατριχιαστικό και απόκοσμο. Γυρισμένο σαν με δίχως έγνοια για στρωτή ρυθμική αφήγηση, παιγμένο από ηθοποιούς που μοιάζουν σα να ντουμπλάρουν τους εαυτούς τους με χρονοκαθυστέρηση, με χώρους μουντούς, μονόχρωμους, σαν άδειους από ζωή, και με μια συνωμοσιολογικής υφής ιστορία που μπλέκεται και ξεμπλέκεται σαν κάθε πέντε λεπτά να γράφεται από την αρχή.

Τα πάντα εν ολίγοις μοιάζουν λίγο off, τίποτα δεν νιώθεις πως είναι στη θέση του. Είναι η απόκοσμη αίσθηση της στιγμής που νιώθεις να χωρίζεσαι από το ίδιο σου το σώμα, καθώς θρηνείς – όπως και το ίδιο το φιλμ, που με αυτόν τον δύστροπο, αλλόκοτο τρόπο, καταφέρνει να αποτελεί φυσική συνέχεια της προβληματικής / εμμονής του Κρόνενμπεργκ περί απολυτότητας του σώματος.

Αλλά και μια διαδικασία, μια επεξεργασία, πάνω στη Στιγμή αλλά κοιτώντας απ’έξω – από το Μετά. «Είναι καθαρτικό, αλλά όχι με την έννοια ότι μπορεί να απαλύνει ή να μειώσει το πένθος. Με άλλα λόγια, δεν βλέπω την τέχνη ως θεραπεία. Νομίζω ότι μπορεί να λειτουργεί καλύτερα για τους ανθρώπους που τη βλέπουν παρά για μένα», λέει ο Κρόνενμπεργκ στους Times.

«Εγώ, στο μεταξύ, μένω με το πένθος που είχα εξαρχής.»

***

«Είναι νεκροί, έχουν φύγει, κανείς δεν διαρκεί για πάντα». ~ Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, στο No One Lasts Forever της Charli XCX

Όταν η Charli XCX τουήταρε λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου της άλμπουμ, Music, Fashion, Film πως θα υπάρχει στο άλμπουμ μια συνεργασία-έκπληξη, προφανώς κανείς δε θα φανταζόταν πως αναφερόταν στον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Ίσως μέχρι Madonna να έφταναν οι εικασίες.

Αλλά ταυτόχρονα είναι μια δημιουργική συνύπαρξη που τελικά βγάζει πολύ νόημα, κι όχι μόνο επειδή με έναν παράξενο τρόπο το Pop 2 με κάνει να νιώθω περίπου όπως ο Κύριος των Νεκρών: Μια καλλιτεχνική έκφραση σε αποσύνθεση και ένα κάποιο μέτρο αποστασιοποίησης που κρύβει μέσα τρομερό συναίσθημα· που μεταβολίζει μελλοντολογικά στοιχεία για να μιλήσει με πάθος για μια Στιγμή του Τώρα, φευγαλέα όσο και διαρκή.

Όχι, είναι πιο απλή η αφορμή. Η Charli είδε την ταινία όσο ήταν σε περιοδεία, και δε μπορούσε να σταματήσει να τη σκέφτεται και να βρίσκει νέες πτυχές σε αυτήν:

Με καταγεγραμμένη πλέον την εμμονή της με την ταινία (και μάλλον όχι τυχαίο που έβαλε τον πρωταγωνιστή της ταινίας, Βενσάν Κασέλ, να παίξει στο βίντεο κλιπ για το τραγούδι Camera του νέου της άλμπουμ), η Charli συναντά τον Κρόνενμπεργκ στο Τορόντο τον Οκτώβριο του 2025, και κάνουν μια μεγάλη συζήτηση, για τη ζωή, για τον θάνατο, για την δημιουργία. Ό,τι θα ήθελα κι εγώ να κουβεντιάσω αν είχα την ισχύ να πάω για καφέ με τον Κρόνενμπεργκ επειδή είδα αυτή την ταινία και δε σταματώ να τη σκέφτομαι – η Charli πραγματικά ζει το όνειρο όλων των σινεφίλ.

Η συζήτηση ηχογραφήθηκε και μαζί επέλεξαν μετέπειτα κάποια σημεία με πυρήνα τη φορά που, κοντά στο σπίτι του στο Τορόντο, ο Κρόνενμπεργκ είχε χάσει τις αισθήσεις του. Η Charli τον ρωτά τι περνούσε από τότε μυαλό του τότε, που πιθανώς να ένιωθε ότι είναι οι τελευταίες του στιγμές: «Καθώς ήμουν ξαπλωμένος εκεί, στο πεζοδρόμιο, δεν σκεφτόμουν καθόλου την τέχνη. Σκεφτόμουν τους ανθρώπους, σκεφτόμουν τη ζωή», λέει ο σκηνοθέτης.

Συναρπαστικό λοιπόν που αυτή ακριβώς η σκέψη έρχεται να συνοδέψει ένα καλλιτεχνικό έργο, ένα κομμάτι που θα υπάρχει και μετά από εμάς και εκείνους τους ίδιους: Στο No One Lasts Forever, που κλείνει το άλμπουμ της, η Charli είχε ήδη αναπτύξει έναν στοχασμό πάνω στο εφήμερο της ύπαρξης. Στο κομμάτι, παρτάρει και πάλι, αλλά παρότι παραδέχεται πως από τότε που έγινε διάσημη τα πάρτυ έγιναν καλύτερα, δε σταματά ποτέ να σκέφτεται για το εδώ και τώρα, για τη Στιγμή. Λέει:

Κάθομαι στο πάτωμα ενός παριζιάνικου διαμερίσματος / με μια γαλλίδα, μιλώντας για φιλοσοφία / Και βαθιά μέσα μου ξέρω πως είναι το εδώ και τώρα / γιατί τίποτα δε θα κρατήσει για πάντα

Λίγο αργότερα στο κομμάτι, όπως συμβαίνει και σε πολλά πάρτυ, με περασμένη την ώρα, η συζήτηση γίνεται σαν παρήχηση της αρχικής, αλλά με λίγη περισσότερη μελαγχολία:

Τώρα κάθομαι στο πάτωμα ενός παριζιάνικου διαμερίσματος / με μια γαλλίδα, μιλώντας για την πραγματικότητα / Λέει, «κανείς δεν ξέρει στα αλήθεια τι κρύβει το μέλλον / Αλλά ξέρουμε πως τίποτα δεν θα κρατήσει για πάντα»

Οι ιδέες αυτές έκαναν όλο και πιο ισχυρή εμφάνιση στο έργο της μετά την κυκλοφορία του Pop 2. Στο Thoughts, από το άλμπουμ Charli του ‘19, αναρωτιέται για έναν πόνο που μοιάζει παντοτινός, για το αν τα κατέστρεψε όλα, για το αν οι σχέσεις της είναι αληθινές, για το αν (έχει νόημα να) τρέχει να ξεφύγει από τον εαυτό της.

Στο Forever από το άλμπουμ How I’m Feeling Now του 2020 (το πανδημικό της αριστούργημα / ημερολόγιο άναρχων σκέψεων), παίζει διαρκώς με αντιφατικές εκφράσεις καθώς θέλει διακαώς να τεντώσει μια στιγμή ευτυχίας στην αιωνιότητα: Κάθε «θα σε αγαπώ για πάντα» ακολουθείται από ένα «ξέρω πως στο μέλλον δε θα δούμε ο ένας τον άλλον», και το «ελπίζω όταν είμαστε γέροι […] να είμαστε εκεί, εμείς οι δύο» στα καπάκια το γυρνάει σε «όλες οι αναμνήσεις, όλες οι φωτογραφίες που πήραμε».

Σαν μια αναποφάσιστη στιγμή από το Εδώ και Τώρα στο Τότε, Κάποτε, το κομμάτι παράλληλα έχει γραφτεί ως snapshot μιας στιγμής ευτυχίας (που όμως γράφτηκε μες στην καραντίνα) ακροβατώντας ωστόσο ανάμεσα στην χαρά και στην ηχητική μελαγχολία: sprites πυροβολάνε πίσω από τα μουσικά άδεια κουπλέ, μια φωνή που ακούγεται ως ηχώ, και ένα κρεσέντο χαρμολύπης. Everything, everywhere, all at once.

Φτάνοντας στο brat, αυτές οι υπαρξιακές αμφιβολίες πολλαπλασιάζονται: Στο I Think About It All the Time τρομάζει από αυτές τις μητρικές σκέψεις που δε νιώθει να της ανήκουν και αναρωτιέται αν είναι απλώς επειδή έχει ανάγκη έναν νέο σκοπό, «γιατί η καριέρα μου μοιάζει μικρή στο υπαρξιακό σχήμα των πραγμάτων». Στο ανατριχιαστικό So I μιλά με πόνο για την απώλεια της Sophie, της ιδιοφυούς παραγωγού που σκοτώθηκε τραγικά στην Αθήνα, μετανιώνοντας για όλες τις στιγμές που είχε την ευκαιρία να έρθει πιο κοντά της αλλά δεν το έκανε – για όλες τις χαμένες στιγμές, στην ουσία.

Μάλλον δεν πρέπει να είναι έκπληξη που για το πολυαναμενόμενο νέο άλμπουμ της (το δεύτερο μετά το brat, καθώς στο ενδιάμεσο κυκλοφόρησε το σπουδαίο σάουντρακ άλμπουμ Wuthering Heights), ο ίδιος ο τίτλος Music, Fashion, Film, γίνεται ένα τέτοιο παιχνίδι εννοιών.

Αρχικά μοιάζει σαν κάτι πανηγυρικό: Το άλμπουμ μου, σα να μας λέει, θα περιστρέφεται γύρω από αυτά τα πράγματα που σημαίνουν τα πάντα για μένα. Στο εμβληματικό εξώφυλλο δε, συγκεντρώνει τρεις τιτάνες του κάθε πεδίου – τον Τζον Κέιλ των Velvet Underground, τον Μαρκ Τζέικομπς, τον Μάρτιν Σκορσέζε – και τους φωτογραφίζει στο ίδιο δωμάτιο.

Αλλά η εικόνα είναι ασπρόμαυρη. Οι τρεις άντρες είναι ανέκφραστοι. Ο χώρος μοιάζει… απίστευτα πεζός. Τρία ονόματα στα οποία θα χτίζονταν μνημεία, εδώ απλώς υπάρχουν, σε ένα εντελώς αντι-μνημειακό συνηθισμένο σκηνικό.

Στο κομμάτι SS26 η Charli κάνει μια σατιρική ανάγνωση των τάσεων της μόδας ως συνεκδοχή αυτής της πάλης που διαρκώς την απασχολεί: η Στιγμή απέναντι στο Για Πάντα. Εδώ, η φαινομενικά γεμάτη θαυμασμό και ελπίδα φράση του τίτλου του άλμπουμ αποκαλύπτεται με μια θλιμμένη ανάγνωση:

Άνοιξη–Καλοκαίρι ’26 / Όταν ο κόσμος πρόκειται να τελειώσει, καμία ελπίδα για τίποτα απ’ όλα αυτά / Ναι, περπατάμε σε μια πασαρέλα που οδηγεί κατευθείαν στην κόλαση / Τίποτα δεν πρόκειται να μας σώσει, ούτε η μουσική, ούτε η μόδα, ούτε το σινεμά

Μετά από όλα αυτά, και μετά τις συνδιαλέξεις της με την γαλλίδα στο πάτωμα εκείνου του παριζιάνικου διαμερίσματος, όλα οδηγούν νομοτελειακά στο τέλος του άλμπουμ – δηλαδή πίσω σε εκείνη την κουβέντα με τον Κρόνενμπεργκ.

Ο οποίος ξέρει πια καλά πως τα σώματα φθείρονται. Πως η απώλεια είναι αναπόφευκτη. Πως η Στιγμή φεύγει – αλλά και πως η υπήρξε, κι αυτό είναι το σημαντικό, και τελικά το απελευθερωτικό. Σε εκείνη την κουβέντα τους, που καταλήγει ως μονόλογος να κλείνει το άλμπουμ, λέει κάτι φοβερό:

«Δεν σκεφτόμουν την τέχνη ως κάτι που διαρκεί, ως… αθανασία. Θέλω να πω, μπορούμε να μιλήσουμε για αθάνατους καλλιτέχνες διαφόρων ειδών. Και μπορεί να αποδειχθεί ότι, ναι, κάποιοι καλλιτέχνες έχουν δημιουργήσει έργα τέχνης που έχουν πραγματικά επιβιώσει για χιλιάδες χρόνια, και αυτό είναι φανταστικό.

Αλλά, βιωματικά, για τους ίδιους… είναι νεκροί, έχουν φύγει, δεν βιώνουν αυτό το πράγμα. Και ευτυχώς.

Εγώ… εγώ πραγματικά νιώθω, και με ακούτε να σας διαβεβαιώνω ότι η λήθη είναι ελευθερία. Είναι νεκροί, έχουν φύγει, κανείς δεν διαρκεί για πάντα».

***

AP Photo/Aurelien Morissard

Η υπαρξιακή αυτή αγωνία έχει πολλούς τρόπους να εκφράζεται. Ο Ταραντίνο για παράδειγμα έχει στριμώξει τον εαυτό του σε μια γωνία επειδή θέλει να γυρίσει ακριβώς 10 ταινίες και πρέπει όλες να είναι σπουδαίες ώστε το έργο του (και άρα, το όνομα του; και άρα, ο ίδιος;;) να μείνει αθάνατο.

Στους Times, ο Κρόνενμπεργκ απαντά για το αν η ιδέα ενός αναπόφευκτου «τελευταίου φιλμ» σημαίνει κάτι για τον ίδιο. «Δεν σημαίνει τίποτα για μένα. Μηδέν», απαντά. «Πέντε χρόνια μετά, δε θα ξέρουν καν ότι είναι η τελευταία σου ταινία. Δε θα ξέρουν ποια ταινία έκανες πότε, και δε θα τους νοιάζει, επίσης».

Η Charli διαρκώς φτιάχνει. Πειραματίζεται, εξερευνά μελωδίες και ήχους και είδη, αποτυπώνοντας μια εξελισσόμενη αγωνία για τον εαυτό της, για την εμπειρία της, και τελικά για την ίδια την ύπαρξη, προσπαθώντας να συνδέσει τη Στιγμή με όλες τις στιγμές. Ο Κρόνενμπεργκ φέρνει εμμονές και φιλοσοφίες μιας ζωής, σε άφοβα, στοχαστικά έργα που εξετάζουν τη σωματικότητα ως κάτι αέναα εξελισσόμενο, και συνδεδεμένο με κάθε πτυχή της ύπαρξης – ακόμα και την ανυπαρξίας.

Το έργο ως έκφραση προσωπικών παθών, ως έκφραση αβεβαιότητας και φόβου, ως έκφραση σωμάτων, και κίνησης και έρωτα και έκστασης. Προσωρινό; Ίσως.

Στο σημείο όμως αυτής της δημιουργικής και φιλοσοφικής συνάντησης της Charli και του Ντέιβιντ (δύο τιτάνων του πεδίου τους) υπάρχει κάτι το αέναο και απελευθερωτικό: Το «τίποτα δεν κρατά για πάντα» τους – δε μπορώ να το εξηγήσω – με έκανε να κλάψω, δάκρυα χαμογελαστά.

Scott A Garfitt/Invision/AP

Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα