Νέες ταινίες: Σύγκρουση πολιτισμών στην προοδευτική Δύση, στον Χρυσό Φοίνικα του “Φιορδ”

Διαβάζεται σε 15'
Νέες ταινίες: Σύγκρουση πολιτισμών στην προοδευτική Δύση, στον Χρυσό Φοίνικα του “Φιορδ”
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Το δίδυμο Οδυσσέα και Σπάιντερμαν συνεχίζει να καταλαμβάνει με ευκολία τις δύο πρώτες θέσεις στο box office, με τον “Οδύσσεια” ξανά στην κορυφή έχοντας φτάσει τα 828.000 εισιτήρια. Το πιο πρόσφατο 4ήμερο της ταινίας μάζεψε 37.000 κόσμο στις αίθουσες εν μέσω Δεκαπενταύγουστου, οπότε είμαστε αισιόδοξοι πως έχει μέλλον ακόμα.

Η “Καινούργια Μέρα” του Σπάιντερμαν έγινε η 7η μόλις ταινία στην ιστορία που ξεπέρασε τα $2 δις εισπράξεων στο παγκόσμιο box office (μετά από ένα “Star Wars”, δύο “Avengers” και τρεις Τζέιμς Κάμερον), και στην Ελλάδα έχει φτάσει τα 367.000.

Αξίζει, στις παρακάτω θέσεις, να σημειώσουμε για άλλη μια φορά την επίδοση της “Πρόσκλησης” που εξακολουθεί να κάνει πολύ τίμια δουλειά (άλλα 2.000 εισιτήρια, φτάνοντας τα 54.600!) ακριβώς πάνω στην ώρα που η ταινία θα αρχίσει να εμπλέκεται στις πρώιμες οσκαρικές συζητήσεις του φθινοπώρου.

Αυτή την εβδομάδα έχουμε πλειάδα νέων τίτλων που μας περίμεναν στη γωνία μετά από δύο άδειες αυγουστιάτικες εβδομάδες, ανάμεσά τους τρεις θεσμοί της κινηματογραφικής μας εμπειρίας: ο νέος Χρυσός Φοίνικας, η νέα Ιζαμπέλ Ιπέρ και το νέο “Minions”.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Φιορδ

(“Fjord”, Κρίστιαν Μουντζίου, 2ω26λ)

★★

Μια ρουμανο-νορβηγική οικογένεια μεταναστών που ζει στη Νορβηγία, γίνεται αντικείμενο έρευνας από τις αρχές και αντιμετωπίζει την πίεση της τοπικής κοινωνίας. Πόσο από αυτό έχει να κάνει με πραγματική έγνοια για κακομεταχείριση των παιδιών, και πόσο αφορά την απέχθεια απέναντι στα όσα οι Γκεοργκίου εκπροσωπούν;

Σε 25 λέξεις: Θίγει ενδιαφέροντα θέματα, διαθέτει ένταση και κρεσέντο, αλλά αντί να τα εξερευνά στέκεται αποστασιοποιημένα και αντιδραστικά απέναντί τους. Πολύ καλός ο Σεμπάστιαν Σταν, χαμένη η Ρενάτε Ράισβε. Ανέμπνευστη επιλογή για Χρυσό Φοίνικα.

Κριτική

Η οικογένεια των Γκεοργκίου, με τον ρουμάνο Μιχάι, τη νορβηγίδα Λίσμπετ και τα 5 παιδιά τους, μετακομίζουν σε ένα χωριό στη Νορβηγία για ξεκινήσουν τη ζωή τους εκεί. Είναι μια οικογένεια πιστών χριστιανών, και που κουβαλούν επίσης πολλά από τα έθιμα και τον τρόπο ζωής μιας άλλης κοινωνίας – πράγματα που είναι αδύνατον να ξεριζώσεις πλήρως από μέσα σου. Συμπεριφορά, γλώσσα του σώματος, εκφράσεις, συνήθειες.

Παρά το γεγονός ότι η μεγάλη τους κόρη γίνεται πολύ καλή φίλη με την κόρη των γειτόνων, οι Γκεοργκίου σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι με την καχυποψία της τοπικής κοινωνίας, που έρχεται καλυμμένη κάτω από έναν μανδύα έγνοιας. Η βαθιά τους πίστη – και αναμφίβολα το γεγονός πως προέρχονται από μια βαλκανική χώρα – έρχεται σε σύγκρουση με την οπτική του κόσμου της ψυχρής, καλοδουλεμένης νορβηγικής Μηχανής.

Παρατηρώντας ένα σημάδι δίπλα στον ώμο της κόρης Γκεοργκίου, οι άνθρωποι του σχολείου καλούν την Πρόνοια, ξεκινώντας έναν γραφειοκρατικό και νομικό εφιάλτη για την οικογένεια, που πολύ απότομα θα δει γονείς και παιδιά να αποχωρίζονται. Τα πάντα φτάνουν στα άκρα καθώς το ζευγάρι θέλει τα παιδιά του πίσω, και δε θα διστάσει να κάνει ό,τι μπορεί για να τα πάρει.

Ο Κρίστιαν Μουντζίου, που σχεδόν 20 χρόνια νωρίτερα είχε κερδίσει Χρυσό Φοίνικα με το συνταρακτικό δράμα “4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες” (πριν κερδίσει, πολύ υπερβολικά, τον 2ο του με το “Φιορδ”), επιχειρεί εδώ μια πολύ ενδιαφέρουσα εξερεύνηση των σιωπηλών τρόπων με τους οποίους ένα φαινομενικά τέλειο και κατά βάση πλήρως προοδευτικό σύστημα, μπορεί στα κενά του, και πίσω από την πρόσοψή του, να κρύβει βαθιά απέχθεια για ό,τι αντιλαμβάνεται ως διαφορετικό.

Υπάρχει σίγουρα μια παρατήρηση και μια συζήτηση που μπορεί να γίνει για το πώς ο “γραφειοκρατικός” προοδευτισμός μπορεί συχνά να κρύβει πίσω του έναν κυνισμό ή, περιέργως, μια έλλειψη ενσυναίσθησης. Ακόμα και καλοσύνης. Τα πιο συναρπαστικά σημεία της ταινίας έρχονται όταν αγγίζει τη δύσκολη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην αποδοχή και την θέληση για αφομοίωση. Μια κοινωνία σαν τη νορβηγική θα δεχτεί ποτέ μια οικογένεια σαν τους Γκεοργκίου; Ακόμα κι αυτή η φράση κρύβει πίσω της πολλή ερμηνεία. Τι σημαίνει «θα δεχτεί»; Όταν λέμε κάτι εννοούμε μάλλον «ως έχει», αλλά ανάμεσα στις γραμμές μπορεί να υπονοείται ένα «αν αποβάλλουν ό,τι δεν μας ταιριάζει».

Τώρα, το πρόβλημα της ταινίας είναι πως ο Μουντζίου τα προσεγγίζει όλα με τρόπο μάλλον σχηματικό, μη δίνοντας στο τολμηρό του θέμα αληθινό χώρο να αναπνεύσει. Κάτι που έχει ως αποτέλεσμα κάθε λεπτή πτυχή του ζητήματος να γίνεται χαλκομανία και να παρουσιάζεται εν τέλει ως κάτι το αντιδραστικό.

Οι νορβηγοί αποτυπώνονται λίγο-πολύ ως εξωγήινοι, μη διαθέτοντας ούτε τους στοιχειώδεις κώδικες ανθρώπινης επαφής και κατανόησης. Μια σκηνή δικαστηρίου μοιάζει βγαλμένη από μεξικάνικη σαπουνόπερα, με τους νορβηγούς κατήγορους μόνο μουστάκι να μην στρίβουν γελώντας μοχθηρά. Όταν ένα βανάκι της Πρόνοιας ξεπαρκάρει από τον δρόμο μπροστά από τους Γκεοργκίου, τους ρίχνει κάτω και το γραμματοκιβώτιο φεύγοντας – είναι μια εξωφρενική λεπτομέρεια, αλλά ταυτόχρονα ένδειξη μιας καρτουνίστικης προσέγγισης που ίσως να δούλευε πιο αποτελεσματικά ως κωμωδία.

Στο μέσον του φιλμ υπάρχει μια σκηνή που ο Μιχάι αναλαμβάνει δράση επειδή «ο άλλος τρόπος απέτυχε» και είναι και πάλι τόσο γραφική και τόσο ψευδο-ηρωικά δοσμένη που θα ταίριαζε σε μια άλλη, πολύ πιο ευρεία ταινία από την πιο αραιή και αυστηρή αυτή που βλέπουμε.

Προς τιμήν του φιλμ, δεν επιχειρεί ποτέ να αγιοποιήσει ή να κρύψει τα προβλήματα των Γκεοργκίου (τα «άκακα» χτυπήματα, η χριστιανική κατήχηση), και τους τρόπους με τους οποίους οι δικές τους συνήθειες και η δική τους κατανόηση των πραγμάτων κλωτσάει απέναντι σε μια κοινωνία που εν τέλει δεν είναι φτιαγμένη για να τους δεχτεί. Καθόλου τυχαία, αυτή η θεωρητική νομική κόντρα γύρω από την ασφάλεια των παιδιών, μετεξελίσσεται σε μια απροκάλυπτη σύγκρουση πολιτισμών.

Αυτή είναι κι η έγνοια τελικά του φιλμ, να μιλήσει για την ανάγκη σύνδεσης διαφορετικών πολιτισμών, όπως εκφράζεται εδώ κυρίως μέσα από την φιλία των δύο νεαρών κοριτσιών. Το σινεμά του Μουντζίου παραδοσιακά ήταν ψύχραιμης παρατήρησης και καταγραφής και όχι ηθικής κρίσης, αλλά αυτό εδώ δεν λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά προς όλες τις πλευρές.

Είναι επικίνδυνη η ισορροπία που πάει να πετύχει, αλλά στις λεπτομέρειες κινδυνεύει διαρκώς να χάσει το νόημα, προτιμώντας να φουσκώσει την ταινία του με πλοκή και με ακραία συμβάντα, αντί να παραθέσει απλώς μια θέση ή μια κοινωνική παρατήρηση. Αν χρειάζονται ακραία συμβάντα για να εξερευνηθεί μια θέση, τότε δεν χάνει την δύναμή της; Δεν μοιάζει πια σαν μια “ειδική περίπτωση”, ενώ στη θεωρία αυτό για το οποίο μιλά ο Μουντζίου εδώ είναι σιωπηλά συνηθισμένο;

Κι ενώ ο Σεμπάστιαν Σταν είναι εξαιρετικός ως Μιχάι – ψύχραιμος, απορημένος, αλλά και ένας άνθρωπος που εμφανώς προσπαθεί να συγκρατήσει κομμάτια του εαυτού του από το να αναδυθούν –, η Ράινβσε είναι εντελώς χαμένη στην ταινία ως Λίσμπετ, όχι απαραίτητα με δικό της φταίξιμο. Η “νορβηγίδα σύζυγος” είναι πολύ ισχνά γραμμένη, ένας χαρακτήρας που θα είχε σημαντικό ρόλο να παίξει στην ισορροπία του όλου πράγματος, αλλά δεν έχει τελικά καμία οπτική και καμία βαρύτητα μέσα σε όλο αυτό.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο Μουντζίου διατηρεί ένα αξιοθαύμαστο επίπεδο έντασης, οδηγώντας προς ένα φινάλε έντονα συμβολικό, και έχοντας στην πορεία ουσιώδεις παρατηρήσεις να κάνει: Για το πώς κοινωνίες όντως βλέπουν εξωγενείς παράγοντες με μια προκατάληψη που αρνούνται να παραδεχτούν. Για τη θέση πολιτισμών δίπλα σε άλλους. Για το να είσαι πολιτισμένος αλλά όχι κατανοητικός.

Η εκτέλεση όμως είναι ατελής. Σχηματική εκεί που πρέπει να είναι πολυεπίπεδη, και αφαιρετική και αποστασιοποιημένη εκεί που πρέπει να φωνάζει. Κλασικό δείγμα ενός «….σε κάνει να σκέφτεσαι….» είδους φεστιβαλικού σινεμά (βλέπε και: Ρούμπεν Έστλουντ) που δεν θα βάλει το χέρι του στη φωτιά. Λογικά θα προταθεί για 7 Όσκαρ.

Η Πιο Πλούσια Γυναίκα στον Κόσμο

(“The Richest Woman in the World / La femme la plus riche du monde”, Τιερί Κλίφα, 2ω1λ)

★★

Μια δισεκατομμυριούχος, μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκα, δίνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε έναν νεαρότερο γκέι καλλιτέχνη με τον οποίο έχει έρθει πολύ κοντά. Όταν η κόρη της εμπλέξει τις αρχές, ένα τεράστιο σκάνδαλο ξεσπά.

Σε 25 λέξεις: Εμπνευσμένο από ένα αληθινό σκάνδαλο, ένα φιλμ που κυλά χωρίς μεγάλες εκπλήξεις ή εμβάθυνση. Η Ιπέρ παίζει απολαυστικά την εκτός πραγματικότητας βαθύπλουτη.

Κριτική

Κινηματογραφική απόδοση του σκανδάλου Μπετανκούρ, της «χρυσής κληρονόμου» της L’Oreal που μέσα από μια υπόθεση φοροδιαφυγής ενεπλάκη μέχρι και με την προεκλογική εκστρατεία του Σαρκοζί το ‘12. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ κάνει ξανά κάτι θαυμαστό στην ερμηνεία της: Μια ηθοποιός που μοιάζει να την αφήνει πλήρως και παγερά αδιάφορη κάθε έννοια μεταμόρφωσης, εμφανίζεται πάντοτε ως μονόλιθος-Ιπέρ σε ό,τι κι αν παίζει, γιατί δεν έχει τίποτα άλλο ανάγκη: Σε τραβάει σε κάθε κόσμο που χτίζει μέσω αποκλειστικά της ερμηνείας – έτσι κι αλλιώς όλα μια σύμβαση είναι, όλοι ηθοποιοί είναι, όλα ψέματα είναι.

Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία που η ηρωίδα της ξυπνάει από ύπνο κι η Ιπέρ είναι… η Ιπέρ: μακιγιαρισμένη, ατσαλάκωτη. Μέσα από ανεπαίσθητες μικρο-εκφράσεις του προσώπου της έχει χτίσει μια ολόκληρη συνθήκη μέσα σε λίγα σιωπηλά δευτερόλεπτα – μιας γυναίκας που έχει κατασκευάσει την δική της πραγματικότητα μες στην οποία ζει.

Η ταινία είναι συμπαθής, κυλάει καλά, αλλά εν τέλει δεν έχει κάποια ιδιαίτερη διορατικότητα. Μοιάζει αισθητικά με συμβατική τηλεταινία και η δραματουργία της δε διαφέρει από κάποιο αντίστοιχο ντοκιμαντέρ πάνω στην ίδια υπόθεση. Υπάρχουν καλές στιγμές σάτιρας, αλλά γενικά όχι κάτι ασυνήθιστο πέραν της ίδιας της ιστορίας.

Minions & Τέρατα

(“Minions & Monsters”, Πιερ Κοφέν, 1ω29λ)

★★½

Τα Minions βρίσκονται στο Χόλιγουντ των 1920s και αναζητούν φρικιαστικά πλάσματα για να γυρίσουν την τερατοταινία τους. Όταν κάτι τρομερά τέρατα απελευθερωθούν, τα Minions θα πρέπει να σώσουν τον πλανήτη.

Σε 25 λέξεις: Οι σινεφίλ θα διασκεδάσουν με τις πολλαπλές οπτικές αναφορές στο βουβό σινεμά, σε μια χαριτωμένη παιδική περιπέτεια, μάλλον την ανώτερη στη σχετική σειρά ταινιών.

Κριτική

Νέο σίκουελ του υπερ-επιτυχημένου franchise του animation στούντιο Illumination. Είναι λίγο σαν ένα άλλο σουξέ του στούντιο, το “Super Mario Galaxy Movie”, με την έννοια πως κυλάει ευχάριστα και αποτελεσματικά, έχει χρώματα και αισθητικά στοιχεία που ανοίγουν το μάτι παρά την συνήθη CGI πλαστικούρα, και τελικά κρέμεται πάνω στο κατά πόσο ως θεατής θα αναγνωρίσεις τις αναφορές που περνάνε από την οθόνη σου.

Όσο κυνικά και να το δούμε πάντως, δε θα προσποιηθώ πως το να βλέπω χορταστικά gags με τον Μπάστερ Κίτον στο 7ο σίκουελ του “Εγώ, ο Απαισιότατος” δεν είναι μια εντελώς απρόσμενη, όσο και ικανοποιητική εμπειρία. Για αυτό και μόνο – για την κινηματογραφική πλαισίωση και τις σινεφίλ αναφορές – αυτή η ταινία είναι πολύ πιο διασκεδαστική και μάλλον η καλύτερη από όλες τις προηγούμενες του (επαναλαμβανόμενου) franchise.

Δεν ανακαλύπτει τον τροχό: Η 3η πράξη είναι ένας μεγάλος μηχανισμός που κάπως ανυπομονείς να τελειώσει, ενώ σε γενικές γραμμές παρότι είναι ευχάριστο το φιλμ, δεν θα τρελαθείς κι από το κέφι. Αλλά έχει ωραίες στιγμές, από κάθε διαφορετική χρήση animation μέχρι μια σκηνή κυνηγητού μέσα σε ένα άδειο κινηματογραφικό στούντιο (αναγκαίο!), ώσε να κρατά τα πράγματα αρκετά φρέσκα.

*Η ταινία θα κυκλοφορήσει αυτή την εβδομάδα με υπότιτλους, κι από τις 27 Αυγούστου μεταγλωττισμένη.

Για Μια Νύχτα Μόνο

(“One Night Only”, Γουίλ Γκλακ, 2ω10λ)

★½

Τη μία νύχτα του χρόνου που τα single άτομα επιτρέπεται από το νόμο να κάνουν σεξ(!), η ρομαντική Άλι θέλει να γνωρίσει τον Έναν Και Μοναδικό, όχι απλά να έχει ένα one night stand. Στο δρόμο της θα βρεθεί (πολλαπλές φορές) ο πληγωμένος Όουεν, όμως πάντα κάτι τους ξαναχωρίζει.

Σε 25 λέξεις: Εξωφρενικού high concept ρομαντική κομεντί από τον σκηνοθέτη του “Easy A” που ποτέ δε βρίσκει στα αλήθεια ρυθμό ή αβίαστη χημεία ανάμεσα σε Κάλουμ Τέρνερ και Μόνικα Μπαρμπάρο, αγκαλιάζοντας τελικά έναν έντονο συντηρητισμό.

Κριτική

Παλαβό τόλμημα με ένα high-concept που μοιάζει απεγνωσμένο να τραβήξει την προσοχή του κοινού σε ένα είδος που μοιάζει να μην πιστεύει πλέον πως μπορεί “σκέτο” να λειτουργήσει στα σινεμά. Κακώς το πιστεύει φυσικά γιατί μόλις η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, “Λατρεύω Να Σε Μισώ”, ήταν ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εμπορικά δείγμα συμβατικής rom-com.

Σε κάθε περίπτωση, εδώ έχουμε Μόνικα Μπαρμπάρο (πολύ καλή) και Κάλουμ Τέρνερ (συμπαθής) να τρέχουν αριστερά και δεξιά σε μια πόλη που καταλήγει να μοιάζει σα να έχει έκταση πέντε τετραγώνων. Στην καρδιά κάθε rom-com, αυτό που την ανυψώνει ή την καταβαραθρώνει είναι η χημεία των πρωταγωνιστών κι ο ρυθμός της, και αυτή η “Νύχτα” δεν έχει τίποτα από τα δύο.

Μια εκτεταμένη σκηνή παρεξηγήσεων και δράσης που κεντράρεται γύρω από την αναζήτηση ενός προφυλακτικού είναι τόσο τραβηγμένη από τα μαλλιά που κάποια στιγμή εύχεσαι με όλο σου το είναι να τελειώσει. Οι Μπαρμπάρο και Τέρνερ δεν βγάζουν τη μεταξύ τους σπίθα, και η συχνότητα με την οποία το σενάριο του ενώνει και τους χωρίζει διαρκώς δεν βοηθά τίποτα να πάρει μπρος.

Πίσω από όλα αυτά, το high-concept της ταινίας μας μεταφέρει σε μια ακραία συντηρητική δυστοπία, αλλά η ταινία είναι γυρισμένη και παιγμένη σαν όλα να είναι φυσιολογικά. Αν δεν υπήρχε ΚΑΜΙΑ αναφορά στον κυβερνητικό έλεγχο πάνω στο σεξ, θα επρόκειτο για σχεδόν επιπέδου “Starship Troopers” σάτιρα, όμως εδώ ο Γκλακ, με ένα σενάριο του Τράβις Μπράουν, προσπαθεί να ασχοληθεί τόσο-όσο με το παράλογο concept του, αντί να το αφήσει ήσυχο στον παραλογισμό του. (Το οποίο θα ήταν ΟΚ!)

Αντ’αυτού, σχολιάζοντας τον φασιστικό κόσμο (τα σήματα “REPEAL”, κάποιες συζητήσεις για “τις δύο πλευρές(!) του ντιμπέιτ”) αλλά χωρίς να μοιάζει ποτέ να αντιδρά στα αλήθεια σε αυτόν, η ταινία καταλήγει να υπογραμμίζει τον συντηρητισμό που δίχως αμφιβολία συχνά χαρακτηρίζει αυτές τις ταινίες. Σε έναν τέτοιο κόσμο τι σημαίνει το να ψάχνεις ρομαντικά τον Ένα Αγνό Έρωτα, το ένα βράδυ που μπορείς να έχεις την ελευθερία σου; Τι σημαίνει ένα πιθανό ετεροκανονικό happy end σε έναν κόσμο βασικά συγγενικό με του “Handmaid’s Tale”; Ειλικρινά, εντυπωσιακή αστοχία τόνου, ρυθμού, ιδέας και προθέσεων.

Ο Λαβύρινθος του Πάνα

(“Pan’s Labyrinth / El Laberinto del Fauno”, Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, 1ω59λ)

★★★★½

Ισπανία, 1944: Η 10χρονη Οφέλια μετακομίζει με τη μητέρα της στο στρατιωτικό οχυρό του πατριού της, του λοχαγού Βιδάλ, ενώ ομάδες παρτιζάνων αντιστέκονται ακόμη στο φρανκικό καθεστώς. Εκεί θα ανακαλύψει έναν μικρό λαβύρινθο με φύλακα έναν μυθικό Πάνα.

Σε 25 λέξεις: Σκληρό πολιτικό παραμύθι βγαλμένο από τα σπλάχνα της ιστορικής φρίκης, στον αρτιότερο καλλιτεχνικό θρίαμβο του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο και των συνεργατών του. 3 Όσκαρ, και μια από τις καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα.

Κριτική

Στη μεταπολεμική Ισπανία του φρανκικού καθεστώτος, η 10χρονη Οφέλια μετακομίζει με τη μητέρα της στο οχυρό του πατριού της, έναν φρικτό στρατηγό που θέλει να εξολοθρεύσει τους αντιστασιακούς που ακόμα αντιστέκονται. Παράλληλα, ένα μυθικό πλάσμα την πλησιάζει παρουσιάζοντάς της μια σειρά από δοκιμασίες ώστε να αποδείξει πως είναι μια χαμένη πριγκίπισσα.

Μύθος και ιστορική αλληγορία μπλέκονται περίτεχνα χάρη στο αγνό πάθος του σκηνοθέτη και το πρώτης τάξεως καλλιτεχνικό τιμ που έχει συγκεντρώσει γύρω του. Τα πλάσματα της ταινίας παραμένουν εμβληματικά και το άκρως συμβολικό παραμύθι είναι ακόμα σπαρακτικό, καθώς η μικρή Οφέλια βρίσκει την πύλη προς ένα φανταστικό κόσμο όπου το ανείπωτο φασιστικό τέρας είναι κάτι που μπορεί να κατατροπωθεί, δοκιμασία μετά τη δοκιμασία. Αλλά με τι κόστος;

Σύγχρονο κλασικό αριστούργημα, ένα σκληρό πολιτικό παραμύθι βγαλμένο από τα σπλάχνα της ιστορικής φρίκης, στον αρτιότερο καλλιτεχνικό θρίαμβο του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο και των οσκαρικών και μη συνεργατών του. 3 βραβεία Όσκαρ, στην για πολλούς κορυφαία στιγμή της φιλμογραφίας του πολυβραβευμένου μεξικάνου δημιουργού.

Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου

(“All the President’s Men”, Άλαν Πάκουλα, 2ω18λ)

★★★★½

Καλοκαίρι του 1972. Δύο δημοσιογράφοι της Washington Post, ο Μπομπ Γούντγουορντ και ο Καρλ Μπερνστάιν, αναλαμβάνουν να καλύψουν μια φαινομενικά ασήμαντη διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος. Καθώς η έρευνά τους προχωρά, ένα κύκλωμα πολιτικής διαφθοράς αποκαλύπτεται να φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Λευκό Οίκο, οδηγώντας τελικά στην παραίτηση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον.

Σε 25 λέξεις: Από τα διασημότερα πολιτικά θρίλερ στην ιστορία του σινεμά, με Ρέντφορντ-Χόφμαν ιδανικούς σταρ-ερμηνευτές, τον Άλαν Πάκουλα να παραδίδει ένα θυμωμένο όσο και πεισμωμένο δείγμα entertainment με πολιτικό και ηθικό άξονα, και τον διευθυντή φωτογραφίας Γκόρντον Γουίλις να μεγαλουργεί με τη χρήση σκιών, γωνιών και προσώπων που αποκαλύπτονται. Πολύ απλά, μια από τις πιο rewatchable ταινίας που έχουν γυριστεί ποτέ.

Κυκλοφορούν επίσης

Insidious: Έξω από το Απώτερο: Νεαρή μητέρα που μεγαλώνει την κόρη της στο πατρικό της σπίτι, ανακαλύπτει ότι μπορεί να ταξιδέψει στο Απώτερο, το καθαρτήριο των χαμένων ψυχών, στην καρδιά του σύμπαντος του Insidious, έχοντας μια μοναδική ικανότητα – να φέρει ό,τι ζει μέσα σε αυτό, στον πραγματικό κόσμο. Μόλις οι δαίμονες αντιλαμβάνονται τη δύναμή της, ο κόσμος μας γίνεται το παιχνίδι τους. Νέο σίκουελ για την πετυχημένη σειρά τρόμου.

Ανταρσία: Όταν ένας έμπειρος ναυτικός αξιωματικός βρίσκεται στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης συνωμοσίας στη μέση του ωκεανού, το πλήρωμα του πλοίου διχάζεται και η ένταση ανεβαίνει. Πρωταγωνιστεί ο Τζέισον Στέιθαμ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα