Ο φόβος για πολέμους, πυρκαγιές και blackout επαναφέρει τα “μετρητά στο στρώμα”
Διαβάζεται σε 4'
“Αν και τα μετρητά φθίνουν ως μέσο καθημερινών συναλλαγών, ως αποταμιευτικό καταφύγιο το μέγεθός τους αυξάνεται”.
- 21 Αυγούστου 2026 08:35
Παρά την καθολική σχεδόν επικράτηση των ψηφιακών πληρωμών μέσω κινητού, ο όγκος των χαρτονομισμάτων που κυκλοφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει συνεχή άνοδο.
Σύμφωνα με νέα στοιχεία, οι καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν την Ευρώπη ενίσχυσαν την ανάγκη των πολιτών να διατηρούν άμεσα διαθέσιμα μετρητά για ώρες ανάγκης.
Όπως επεσήμανε ο Φίλιπ Λέιν, επικεφαλής οικονομoλόγος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), στο θερινό συνέδριο MacGill στην Ιρλανδία, παρότι τα μετρητά έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα έναντι των ανέπαφων συναλλαγών στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις, η συνολική ποσότητα που κυκλοφορεί στην αγορά αυξάνεται σταθερά.
Ειδικοί αποδίδουν τη στροφή αυτή στην ανησυχία για τις πολεμικές συρράξεις, αλλά και στον φόβο παράλυσης των συστημάτων ηλεκτρονικών πληρωμών από ενδεχόμενες κυβερνοεπιθέσεις.
“Το συνολικό απόθεμα τραπεζογραμματίων συνεχίζει να διευρύνεται. Ως μέσο καθημερινών συναλλαγών η χρήση τους υποχωρεί, όμως ως αποταμιευτικό καταφύγιο το μέγεθός τους αυξάνεται“, ανέφερε χαρακτηριστικά ο Λέιν στον Guardian.
Η ανησυχία αυτή δεν είναι θεωρητική. Μόλις πέρυσι, η βρετανική αλυσίδα Marks & Spencer έπεσε θύμα πολυήμερης κυβερνοεπίθεσης, με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός λειτουργίας το ηλεκτρονικό της κατάστημα για εβδομάδες.
Στο ίδιο πνεύμα, το 2025 εκδόθηκαν επίσημες συστάσεις προς τους Ευρωπαίους πολίτες να διατηρούν στα σπίτια τους προμήθειες τροφίμων, νερού και ειδών πρώτης ανάγκης για τουλάχιστον 72 ώρες, ώστε να είναι προετοιμασμένοι για ακραία φαινόμενα —όπως οι φετινές καταστροφικές πυρκαγιές σε Γαλλία και Ισπανία, πλημμύρες ή καταιγίδες— αλλά και για πιθανές κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες ασύμμετρες απειλές.
Το προτεινόμενο “κιτ επιβίωσης” για κάθε νοικοκυριό περιλαμβάνει εμφιαλωμένο νερό, φορητό ραδιόφωνο με μπαταρίες, κονσέρβες και, απαραιτήτως, ρευστό χρήμα.
Τα ιστορικά στοιχεία της ΕΚΤ, που καταγράφουν την κυκλοφορία του χρήματος από το 2002, επιβεβαιώνουν την τάση: η αξία των τραπεζογραμματίων από περίπου 1 δισ. ευρώ το 2016 εκτινάχθηκε στα 1,6 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026.
Παράλληλα, τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούν ξεπερνούν πλέον τα 31 εκατομμύρια, έναντι 24 εκατομμυρίων παραμονές της πανδημίας το 2019. Το χαρτονόμισμα των 50 ευρώ αναδείχθηκε το πλέον δημοφιλές για το 2025, με εκείνο των 100 ευρώ να ακολουθεί.
Χώρες όπως η Αυστρία, η Φινλανδία, η Γερμανία, η Σουηδία και η Ολλανδία συμβουλεύουν ήδη τους πολίτες τους να κρατούν στο σπίτι από 70 έως 100 ευρώ ανά άτομο — ένα ποσό ικανό να καλύψει τις βασικές ανάγκες τριών ημερών αν καταρεύσουν τα ψηφιακά δίκτυα και οι τραπεζικές εφαρμογές.
Διατυπώνοντας την προειδοποίηση “χρησιμοποίησέ τα ή θα τα χάσεις”, η Όλιβ Μακάρθι, καθηγήτρια στο University College Cork με εξειδίκευση στη χρηματοοικονομική συμπερίληψη, τόνισε ότι η διατήρηση των μετρητών στην καθημερινότητα είναι ζωτικής σημασίας.
“Η σύσταση για διακράτηση μετρητών σε περιόδους κρίσης είναι απόλυτα σωστή και μας υπενθυμίζει να είμαστε έτοιμοι όταν τα ψηφιακά συστήματα καταρρέουν. Ωστόσο, είναι επικίνδυνο να αντιμετωπίζουμε τα μετρητά αποκλειστικά ως λύση ανάγκης. Αν σταματήσουμε να τα χρησιμοποιούμε στην ηρεμία, δεν θα είναι καθόλου εύκολο να καταφύγουμε σε αυτά εν μέσω κρίσης”.
Από την πλευρά της, η ΕΚΤ χαρακτηρίζει τα μετρητά πυλώνα της “εθνικής ετοιμότητας πολιτικής προστασίας”, ενώ θεωρεί “παράδοξο” το γεγονός ότι η χρήση τους στις καθημερινές αγορές φθίνει, την ίδια ώρα που η συσσώρευσή τους ως αποθεματικό αυξάνεται.
Ο Φίλιπ Λέιν υπογράμμισε επίσης την ανάγκη θεσμοθέτησης ενός προστατευτικού πλαισίου, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα δίκτυα των ΑΤΜ δεν θα εξαφανιστούν από τους εμπορικούς δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων.
“Μερίδα των καταναλωτών εξακολουθεί να προτιμά την ιδιωτικότητα και την αμεσότητα των μετρητών, ενώ η συζήτηση για τη χρησιμότητά τους σε περιόδους κρίσης φουντώνει”, συμπληρώνει η Μακάρθι, υπενθυμίζοντας ότι τα μετρητά προσφέρουν καθολική πρόσβαση. Εξασφαλίζουν την αυτονομία ηλικιωμένων, ευάλωτων ομάδων αλλά και θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, που ενδέχεται να υφίστανται οικονομικό έλεγχο από τους συντρόφους τους, ενώ παράλληλα αποτελούν το ιδανικότερο εργαλείο για την εξοικείωση των παιδιών με τη διαχείριση του οικογενειακού προϋπολογισμού.