Πώς η Ισπανία οδηγήθηκε σε πρόωρες εκλογές – Το παρασκήνιο της απόφασης Σάντσεθ
Διαβάζεται σε 15'
Ο Ισπανός πρωθυπουργός επιδιώκει να επαναλάβει την ανατροπή του 2023, μεταφέροντας την πολιτική αντιπαράθεση στη στέγαση, την υγεία και την παιδεία. H ευκαιρία των εκλογών και ο κρίσιμος ρόλος της Αριστεράς.
- 06 Οκτωβρίου 2026 21:01
Δεν είχε ακόμη ξημερώσει στη Νέα Υόρκη, όπου κοιμόταν ο Πέδρο Σάντσεθ, όταν στη Μαδρίτη εκτυλισσόταν, μπροστά στα μάτια όλων, το γεγονός που θα πυροδοτούσε την προσφυγή σε πρόωρες εκλογές, την οποία ο Ισπανός πρωθυπουργός είχε απορρίψει δεκάδες φορές.
Περιστοιχισμένη από ακτιβιστές του Συνδικάτου Ενοικιαστών και από γνωστά πρόσωπα, στενά ταυτισμένα με τον προοδευτικό χώρο —όπως η Άνα Μπελέν, ο Χουάν Ντιέγκο Μπότο και ο Κάρλος Μπαρδέμ—, η 87χρονη Μαρικάρμεν Αμπασκάλ έφευγε από το σπίτι της πάνω σε φορείο. Το επενδυτικό ταμείο που είχε αγοράσει την κατοικία τής έκανε έξωση, έπειτα από 70 χρόνια κατά τα οποία πλήρωνε το ενοίκιό της.
Εκείνη την περίοδο, ο Σάντσεθ αγωνιούσε για την κρίση στη Θέουτα, το κυρίαρχο ζήτημα της εσωτερικής πολιτικής σκηνής επί δύο μήνες, που, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, θα μπορούσε να δώσει τη χαριστική βολή στην κυβέρνηση και τώρα έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο, όπως σημειώνει η El Pais.
Ο στενός πυρήνας των συνεργατών του, οι υπουργοί του και οι άνθρωποι του άμεσου περιβάλλοντός του επέμεναν σε κάθε σχετική ερώτηση: «Οι εκλογές είναι πιο μακριά από ποτέ. Χρειαζόμαστε χρόνο για να λύσουμε το ζήτημα της Θέουτα. Θα επιχειρήσουμε να περάσουμε τον προϋπολογισμό και μετά βλέπουμε. Θα μπορούσε να είναι τον Μάρτιο, αλλά γίνεται ολοένα πιθανότερο να πάμε στον Ιούλιο».
Εκείνο το πρωί της Τετάρτης 23 Σεπτεμβρίου, κανένα από τα κομβικά πρόσωπα του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού, πολύ περισσότερο ο ίδιος, δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι η ισπανική πολιτική σκηνή βρισκόταν μπροστά σε ακόμη μία πλήρη ανατροπή του σκηνικού, που θα οδηγούσε στην προκήρυξη εκλογών το 2026 – το μόνο πράγμα που ο Σάντσεθ είχε πει ότι δεν θα έκανε σε καμία περίπτωση. «Θα έχουμε προϋπολογισμό το 2026 και εκλογές το 2027», επαναλάμβανε σε όλους τους τόνους ο Ισπανός πρωθυπουργός.
Ο Σάντσεθ προσπαθούσε πράγματι με κάθε τρόπο να βγει από το αδιέξοδο της Θέουτα, στο οποίο τον επανέφεραν διαρκώς τα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και τα διεθνή — στη Νέα Υόρκη, το CNN τον είχε ρωτήσει ευθέως τι είχε κάνει λάθος, με αποτέλεσμα να εισέλθουν 80.000 άνθρωποι, κι εκείνος παραδέχθηκε ότι το Μαρόκο είχε αποτύχει.
Για τον σκοπό αυτό είχε οργανώσει μια κρίσιμη συνάντηση με τον Ζοχράν Μαμντάνι, τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, εμβληματική μορφή του προοδευτικού χώρου, που είχε κερδίσει τις εκλογές ακριβώς με ριζοσπαστικές προτάσεις για τη στέγαση. Ο Ισπανός πρωθυπουργός ήταν ενθουσιασμένος με τους επαίνους του Μαμντάνι στην επίσημη κατοικία του δημάρχου, ένα όμορφο μικρό μέγαρο δίπλα στον Ιστ Ρίβερ: «Η Ισπανία αύξησε τον κατώτατο μισθό κατά 66%. Ο Σάντσεθ έστειλε το μήνυμα ότι η εργασία και η αξιοπρέπεια έχουν σημασία», είπε μάλιστα ο Νεοϋορκέζος δήμαρχος.
Όμως, στην Ισπανία τα πράγματα κινούνταν σε άλλη κατεύθυνση. Η αγανάκτηση για την έξωση της Μαρικάρμεν Αμπασκάλ μεγάλωνε, ιδιαίτερα στον προοδευτικό χώρο. Ο Σάντσεθ κατάλαβε γρήγορα ότι επρόκειτο για ένα θέμα που θα άλλαζε εντελώς το επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης, αν και εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να φανταστεί ότι δέκα ημέρες αργότερα θα τον οδηγούσε στην προκήρυξη εκλογών.
Στη συνέντευξη Τύπου στη Νέα Υόρκη εξαπέλυσε ήδη σφοδρή επίθεση κατά της Ισαμπέλ Ντίας Αγιούσο, προέδρου της περιφέρειας της Μαδρίτης και εξέχοντος στελέχους του Λαϊκού Κόμματος (PP): «Νοιάζονται περισσότερο για την αγορά πολυτελών ρετιρέ, αλλά έχουν αγνοήσει μια κοινωνική τραγωδία όπως αυτή της Μαρικάρμεν, που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί». Η Θέουτα άρχισε να περνά σε δεύτερο πλάνο στην ειδησεογραφία.
Η ανατροπή με την ψήφο του Junts στο νομοσχέδιο για τη στέγαση
Ο Σάντσεθ είχε ήδη μιλήσει με τους συνεργάτες του στη Μαδρίτη, οι οποίοι του είχαν πει ότι η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε αυτή τη φορά υπήρχαν πράγματι οι προϋποθέσεις για να εγκριθεί ένα διάταγμα για τη στέγαση, με πλέγμα προστασίας από τις εξώσεις. Το διάταγμα βρισκόταν υπό διαπραγμάτευση επί μήνες, αλλά δεν έφτανε ποτέ στο υπουργικό συμβούλιο, επειδή το Junts κωλυσιεργούσε. Εκείνες τις ημέρες, το Junts, το καταλανικό πολιτικό κόμμα που αρχικά είχε στηρίξει την κυβέρνηση Σάντσεθ, άρχισε να μιλά διαφορετικά με την υπουργό Στέγασης, Ισαμπέλ Ροντρίγκεθ. Εκείνη πείστηκε – και το είπε στον πρωθυπουργό – ότι υπήρχε πλέον πρόσφορο έδαφος. Αυτή την εντύπωση της είχε δώσει η Μίριαμ Νογκέρας, εκπρόσωπος του Junts.
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε εντατική διαπραγμάτευση με όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες, με ιδιαίτερη προσοχή στο Junts, τον πιο εύθραυστο κρίκο της αλυσίδας, και στο Αριστερό Podemos, το οποίο επίσης απειλούσε να τη σπάσει αν το διάταγμα δεν ήταν αρκετά δραστικό και, κυρίως, αν ενσωματωνόταν σε αυτό η μεταρρύθμιση του νόμου για τις χρήσεις γης που ζητούσε το Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα (PNV). Αυτό τελικά επιτεύχθηκε: το PNV εγκατέλειψε το αίτημα να συμπεριληφθεί εκεί ο νόμος για τις χρήσεις γης. Επιπλέον, το Podemos δεχόταν πίεση από το Συνδικάτο Ενοικιαστών, που ζητούσε να υπερψηφιστεί το διάταγμα. Με το επίσης Αριστερό Sumar, συμφωνήθηκε η παράταση των μισθώσεων.
Όλα πήγαιναν καλά. Το Junts κατάφερε να ενσωματωθεί το 90% των προτάσεών του, όπως εξήγησε η υπουργός. Κυρίως φορολογικές εκπτώσεις. Μάλιστα, λίγο πριν φτάσει το διάταγμα στο υπουργικό συμβούλιο την Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου, το Junts πρόσθεσε το τελευταίο μέτρο, την καθοριστική εγγύηση: αν ανασταλεί μια έξωση, οι αυτόνομες κοινότητες υποχρεούνται να καταβάλουν στον ιδιοκτήτη τα οφειλόμενα, εφόσον δεν βρουν στεγαστική λύση. Το Junts έδωσε την εντύπωση ότι αυτό το κάλυπτε.
Την Τετάρτη, όμως, όταν διάβασε το διάταγμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (BOE), άρχισε να προβάλλει αντιρρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Σάντσεθ ρωτήθηκε στη Μονκλόα, ενώ βρισκόταν με τον Μακρόν – μάλιστα του τέθηκε και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών αν δεν περνούσε το διάταγμα -, εμφανίστηκε σίγουρος: «Είμαι εύλογα αισιόδοξος».
Το μεσημέρι της Πέμπτης, όπως αναφέρει η El Pais, έφτασαν οι πρώτες προειδοποιήσεις. «Προσοχή, το Junts μπορεί να πάει στο “όχι”, ούτε καν στην αποχή. Μπορεί να τα τινάξει όλα στον αέρα», μετέφεραν στον Σάντσεθ ορισμένοι που γνώριζαν την εσωτερική συζήτηση. Αρκετοί υπουργοί με τους οποίους υπήρξε επικοινωνία άρχιζαν να αμφιβάλλουν. «Πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στον κόσμο που θέλει το διάταγμα, συμπεριλαμβανομένων των δικών τους ψηφοφόρων, και στις πιέσεις των εργοδοτικών οργανώσεων και των λόμπι των επενδυτικών ταμείων. Δικό τους θέμα, αλλά μέχρι τώρα έχουν δείξει αρκετές φορές ότι έχουν χάσει εντελώς τον προσανατολισμό τους», έλεγε ένας από τους καλύτερα ενημερωμένους.
Τότε αρχίζει να ωριμάζει το σενάριο των εκλογών. Το Junts συγκαλεί το εκτελεστικό του όργανο στις 21:00, όμως πολλοί φοβούνται ήδη τα χειρότερα. Ο Σάντσεθ μιλά με τον στενό πυρήνα των συνεργατών του: τον Φέλιξ Μπολάνιος, τον Όσκαρ Πουέντε, τον Όσκαρ Λόπεθ, τον Ντιέγκο Ρούμπιο (διευθυντή του γραφείου του), τη γενική γραμματέα του PSOE, Ρεμπέκα Τορό.
Επικοινωνεί επίσης αρκετές φορές με τον Σαλβαδόρ Ίγια, άνθρωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα το Junts, αν και έχει περισσότερες επαφές με την πλευρά που είναι πιο ανοιχτή σε συμφωνίες, υπό τον Ζόρντι Τουρούλ. Ο πρωθυπουργός μιλά και με τη Μαρία Χεσούς Μοντέρο από την Ανδαλουσία.
Αυτά είναι τα καθοριστικά στελέχη. Και η πλειονότητά τους αρχίζει να βλέπει πολύ καθαρά ότι, αν το Junts μπλοκάρει τα διατάγματα, πρέπει να γίνουν εκλογές. Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια. «Αν η Βουλή δεν εγκρίνει κάτι τόσο στοιχειώδες όσο ένα έκτακτο διάταγμα για να σταματήσουν εξώσεις όπως εκείνη της Μαρικάρμεν, με τι πρόσωπο θα επιχειρήσουμε να περάσουμε προϋπολογισμό;», του λένε αρκετά στελέχη. Άλλοι ενθουσιάζονται. «Είναι ευκαιρία. Μπορούμε να αλλάξουμε την πολιτική συζήτηση, να μιλήσουμε για τη στέγαση, την υγεία, την παιδεία, για τα θέματα που έχουν σημασία. Πρέπει να τα δώσουμε όλα», του επαναλαμβάνουν αρκετοί.
Ο Σάντσεθ προτιμά πάντα να ακούει, ώστε να ωριμάσει η απόφασή του, και να μην ξεκαθαρίζει τι θα κάνει, κρατώντας τα χαρτιά του κλειστά. Αυτή τη φορά, όμως, αρκετοί από όσους μίλησαν μαζί του τον είδαν πολύ πιο αποφασισμένο σε σχέση με άλλες περιπτώσεις, σημειώνει η ισπανική εφημερίδα. Επαναλαμβάνει σε όλους μια φράση που θα αποδεικνυόταν καθοριστική και η οποία, με κάποιον τρόπο, αποτυπώνεται και στη δήλωση με την οποία ανακοίνωσε τις εκλογές τη Δευτέρα: «Αν δεν μπορούμε να εγκρίνουμε μέτρα για το πιο θεμελιώδες ζήτημα, πρέπει να προκηρύξουμε εκλογές και να πούμε στον κόσμο ότι χρειαζόμαστε περισσότερους βουλευτές για να τα περάσουμε».
Ο παράγοντας Αριστερά
Οι αμφιβολίες, στην πραγματικότητα, όπως εξηγούν αρκετοί, αφορούσαν περισσότερο τον χώρο στα αριστερά του PSOE, τον οποίο η προκήρυξη εκλογών βρίσκει απροετοίμαστο, χωρίς οργανωτική δομή, με ένα όνομα που μόλις είχε επιλεγεί —Frente Amplio, «Ευρύ Μέτωπο»— και ακόμη χωρίς υποψήφιο, αν και μέσα στο Σαββατοκύριακο η προσοχή στράφηκε γρήγορα στη Μόνικα Γκαρθία.
Έρχεται η Παρασκευή και ο Σάντσεθ διαπιστώνει στη Βουλή ότι δεν πρόκειται για μπλόφα. Ότι το εννοούν και ότι με το Junts δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Έχουν αποφασίσει να τινάξουν στον αέρα την κοινοβουλευτική θητεία, λίγες ημέρες πριν ο Κάρλες Πουτζδεμόν αμνηστευθεί οριστικά από το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο ετοιμάζεται να κάνει δεκτή την προσφυγή του για δικαστική προστασία. Η αίσθηση ότι πρόκειται για προδοσία από το Junts, αλλά και για πολιτική αυτοκτονία του, είναι διάχυτη σε ολόκληρη την ομάδα του Σάντσεθ.
Ο πρωθυπουργός κατασταλάζει όλο και περισσότερο. Από τον χώρο της κυβέρνησης στη Βουλή περνούν όλοι οι υπουργοί, σε ένα μακρύ πρωινό συζήτησης των διαταγμάτων. Στα έδρανα της Αριστεράς επικρατεί ατμόσφαιρα κηδείας. Όλοι συνειδητοποιούν ότι η κοινοβουλευτική θητεία φτάνει στο τέλος της. Ορισμένοι στο Sumar έχουν περισσότερες αμφιβολίες. Άλλοι, όπως ο Γκαμπριέλ Ρουφιάν του ERC, απορρίπτουν επίσης την προσφυγή σε εκλογές. Ούτε το δικό του σχέδιο για την ενοποίηση της Αριστεράς είναι έτοιμο.
Ο Σάντσεθ μιλά με τη Γιολάντα Ντίαθ, με την οποία έχει οικοδομήσει όλα αυτά τα χρόνια μια στενή πολιτική σχέση εμπιστοσύνης. Συνομιλούν ήδη από την Πέμπτη. Για εκείνον είναι σημαντικό να καταλάβει αν ο χώρος αυτός είναι έτοιμος. Χρειάζεται να αντέξουν· δεν του αρκεί να τους απορροφήσει, γιατί υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που δεν θα ψηφίσουν ποτέ το PSOE. Μιλά με τους υπόλοιπους υπουργούς του Sumar, ανάμεσά τους και η πιθανή υποψήφια. Κάποιοι από αυτούς πιστεύουν επίσης ότι έχει έρθει η στιγμή για εκλογές. «Το μόνο σίγουρο είναι ότι, αν γίνουν εκλογές, θα μας βρουν με τη σωστή σημαία στα χέρια», σημειώνει ένας από αυτούς.
Όλα πρόκειται να επιταχυνθούν και η Αριστερά δεν δείχνει έτοιμη. Όμως, ο Σάντσεθ δεν βλέπει τρόπο να συνεχίσει και οι σοσιαλιστές υπουργοί του πιστεύουν ότι η κατάσταση αποτελεί ευκαιρία για να κινητοποιηθεί η Αριστερά όπως το 2023, όταν ο πρωθυπουργός έκανε την έκπληξη, συγκεντρώνοντας ένα εκατομμύριο ψήφους περισσότερες από τις προβλέψεις, και κατάφερε να παραμείνει στη Μονκλόα.
Ο Σάντσεθ προετοιμάζει την ομιλία του από το βήμα της Βουλής, στο οποίο θα ανέβει σε μια απροσδόκητη και ασυνήθιστη κίνηση, με μια φράση που ήδη μυρίζει εκλογές: «Κάντε το σωστό, γιατί πιστεύω ότι, διαφορετικά, η ιστορία θα σας κρίνει νωρίτερα απ’ όσο νομίζετε και πιο αυστηρά απ’ όσο φαντάζεστε», λέει απευθυνόμενος στο PP, το Vox και το Junts.
Ο Σάντσεθ πείθεται για την “ευκαιρία” των πρόωρων εκλογών
Το απόγευμα ο Σάντσεθ πηγαίνει στη Μονκλόα. Δεν γίνονται συσκέψεις διαχείρισης κρίσης, παρά μόνο μια ατελείωτη σειρά τηλεφωνημάτων, με διαλείμματα για λίγη άσκηση μέσα στο Σαββατοκύριακο. Ένα προς ένα, όλα τα σοσιαλιστικά στελέχη με τα οποία μιλά τού λένε το ίδιο: «Ο κόσμος είναι αγανακτισμένος. Πρέπει να πάμε σε εκλογές. Είναι ευκαιρία». Ο Σάντσεθ ξεκινά έναν κύκλο επαφών με τους επικεφαλής όλων των επαρχιακών οργανώσεων. Αυτή τη φορά δεν μιλά μόνο με τον στενό κύκλο του, όπως συνηθίζει. Τώρα διευρύνει τις επαφές στο κόμμα. Ζητά επίσης αναλύσεις δεδομένων. Οι ειδικοί της Μονκλόα τα εξετάζουν εξονυχιστικά. Οι δημοσκοπήσεις είναι πολύ κακές: όλες δείχνουν ότι το PP και το Vox εξασφαλίζουν αθροιστικά άνετη απόλυτη πλειοψηφία. Ο Σάντσεθ δεν εμπιστεύεται αυτές τις δημοσκοπήσεις, που είχαν πέσει έξω και το 2023. Οι δικοί του τον ενθαρρύνουν να πάει σε εκλογές, να πάρει το ρίσκο, γιατί καμία δημοσκόπηση δεν μπορεί, σε αυτή τη φάση, να μετρήσει την επίδραση του σοκ που προκάλεσε η υπόθεση της Μαρικάρμεν.
Η απόφασή του ξεκαθαρίζει όλο και περισσότερο. Θέλει όμως ακόμη να δει τις διαδηλώσεις του Σαββάτου, να μετρήσει το κλίμα στον δρόμο. Το κάλεσμα «Περικυκλώστε τη Βουλή» την Παρασκευή είχε μικρή ανταπόκριση. Το Σάββατο, αντίθετα, οι διαδηλώσεις γεμίζουν κόσμο. Είναι ένα ισχυρό μήνυμα, αν και όχι καθοριστικό.
Ο Σάντσεθ, πάντως, είναι ολοένα πιο αποφασισμένος. Στους συνομιλητές του ξεκαθαρίζει ότι είναι αδύνατον να επιχειρήσει να συνεχίσει με μια Βουλή που απορρίπτει το «διάταγμα Μαρικάρμεν». Επισημαίνει επίσης αυτό που του λένε πολλά σοσιαλιστικά στελέχη: πρέπει να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία, όπως το 2023, να αξιοποιήσουν ένα κύμα κινητοποίησης της Αριστεράς για τη στέγαση, να ανατρέψουν τις δημοσκοπήσεις όπως τότε.
«Αυτή η Βουλή δεν μας κάνει, πρέπει να πάμε σε εκλογές. Επιπλέον, έχουμε μια ευκαιρία η προεκλογική εκστρατεία να επικεντρωθεί στη στέγαση, την παιδεία, την υγεία. Μπορούμε να κερδίσουμε», επαναλαμβάνει ο Σάντσεθ στους δικούς του.
Η απόφαση για τις εκλογές έχει ληφθεί, αν και θα οριστικοποιηθεί την Κυριακή, όταν ο Σάντσεθ αρχίζει πλέον να δουλεύει την ομιλία του με το γραφείο του. Μιλά επίσης με τον Μπολάνιος για να οργανώσουν όλα όσα θα ακολουθήσουν, με δύο συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου: μία έκτακτη για τις εκλογές και μία τακτική για να εγκριθεί το περιεχόμενο του διατάγματος Μαρικάρμεν και να παραπεμφθεί πλέον προς επικύρωση στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Βουλής (Diputación Permanente), όπου η κυβέρνηση διαθέτει πλειοψηφία χωρίς το Junts. Τέλος, τηλεφωνεί στον βασιλιά, στα μέσα του απογεύματος, για να τον ενημερώσει —σε μια μακρά τηλεφωνική συνομιλία, σύμφωνα με το ανάκτορο Θαρθουέλα— για τα σχέδιά του να προκηρύξει εκλογές την επομένη, ημέρα κατά την οποία ο Φελίπε ΣΤ΄ ταξιδεύει στη Φινλανδία.
«Η Δεξιά παρουσιάζει πάντα τον Σάντσεθ ως κάποιον που είναι γαντζωμένος στην εξουσία. Γι’ αυτό έπεσαν και πάλι έξω, πιστεύοντας ότι δεν θα προκήρυσσε εκλογές. Όμως ο Σάντσεθ είναι πλέον ένας ώριμος ηγέτης, ο δεύτερος μακροβιότερος πρωθυπουργός, έχει ήδη μια πολύ σαφή πολιτική παρακαταθήκη, έχει περάσει στην ιστορία. Έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να συνεχίσει με αυτή τη Βουλή και ότι υπάρχει ευκαιρία να κερδίσει. Γι’ αυτό και προκηρύσσει εκλογές. Δεν υπάρχει κάτι άλλο», συνοψίζει στην El Pais ένα άτομο που γνωρίζει πολύ καλά τον πρωθυπουργό και έχει μιλήσει πολύ μαζί του αυτές τις ημέρες. «Δεν υπήρχε τρόπος να συνεχίσουμε. Με τι πρόσωπο θα επιχειρούσαμε τώρα να διαπραγματευτούμε έναν προϋπολογισμό με το Junts; Δεν είχε νόημα και γι’ αυτό πάμε σε εκλογές», σημειώνει ένας υπουργός.
Πίσω έχουν μείνει όλες οι συνωμοσιολογικές θεωρίες που κυκλοφορούσαν σε πολλούς κύκλους, ότι ο Σάντσεθ δεν θα προκήρυσσε εκλογές ή ότι θα επιχειρούσε ακόμη και ένα δημοψήφισμα με το δίλημμα μοναρχία ή αβασίλευτη δημοκρατία. Όλα εξελίχθηκαν πολύ πιο φυσιολογικά. Μια προκήρυξη εκλογών όπως τόσες άλλες.
Προκήρυξη των εκλογών με πνεύμα νικητή με το βλέμμα σε Ακροδεξιά και Αριστερά
Αφού η απόφαση έχει ληφθεί, ο Σάντσεθ την ανακοινώνει τη Δευτέρα και συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο. Εκεί ξεκινά με ύφος προεκλογικής συγκέντρωσης, πολύ διαφορετικό από εκείνο της θεσμικής του δήλωσης, όπου έδειχνε κουρασμένος. Ο πρωθυπουργός αρχίζει σχεδόν φωνάζοντας: «Κατεβαίνουμε για να κερδίσουμε και θα κερδίσουμε!». Αυτό αναγκάζει όλους τους υπουργούς του PSOE να πάρουν τον λόγο και να εκπέμψουν ανάλογα μηνύματα, μετατρέποντας τελικά το υπουργικό συμβούλιο σε ένα είδος προεκλογικής συγκέντρωσης. Οι υπουργοί του Sumar είναι πιο συγκρατημένοι, αλλά κι εκείνοι μιλούν για τη σημασία των εκλογών και πιστεύουν στη νίκη.
Όλοι συνειδητοποιούν πόσο σημαντικό είναι να ενεργοποιηθεί ξανά αυτός ο χώρος. Λίγο πριν από την έναρξη του υπουργικού συμβουλίου, ο Σάντσεθ αστειεύεται με τους υπουργούς του Sumar. Στην πραγματικότητα, όμως, μιλά σοβαρά: «Πρέπει να πάρετε τουλάχιστον 10%!». Το καθοριστικό στοιχείο στις εκλογές του 2023 ήταν ότι το PSOE και το PP βρέθηκαν ισόπαλα στην κορυφή, πάνω από το 30%, ενώ το Vox και το Sumar ακολουθούσαν χαμηλότερα, γύρω στο 14%.
Τώρα, όμως, η Ακροδεξιά κινείται, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, γύρω στο 18%, και η Αριστερά, που προς το παρόν κατεβαίνει χωριστά, δεν φτάνει συνολικά ούτε το 9%. Από την αλλαγή αυτών των αρχικών συσχετισμών μπορεί να εξαρτηθούν όλα. Και από την ικανότητα του Σάντσεθ να ανέβει πάνω από το 30%. Με την αφετηρία του 2019, το εγχείρημα ήταν δύσκολο· με εκείνη του 2023, σχεδόν αδύνατο· και με τη σημερινή, του 2026, μοιάζει ακόμη πιο αδύνατο.
Ο Σάντσεθ και οι δικοί του έχουν 54 ημέρες για να πείσουν εκατομμύρια ανθρώπους ότι αξίζει να επιχειρήσουν ξανά εκείνη την ανεπανάληπτη πολιτική καραμπόλα.