Καναδάς – ΗΠΑ: Η εμπορική ρήξη που αλλάζει μια ιστορική συμμαχία – Ο Κάρνεϊ αψηφά τον Τραμπ
Διαβάζεται σε 5'
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων και οι αμοιβαίοι δασμοί σηματοδοτούν κάτι βαθύτερο από έναν ακόμη εμπορικό καβγά: το τέλος της παλιάς σχέσης Καναδά – ΗΠΑ.
- 22 Αυγούστου 2026 22:19
Η απόφαση του Μαρκ Κάρνεϊ να αποχωρήσει από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στον εμπορικό πόλεμο του Ντόναλντ Τραμπ. Για πολλούς στον Καναδά, σηματοδοτεί τη στιγμή κατά την οποία μία από τις στενότερες και πιο ανθεκτικές συμμαχίες του δυτικού κόσμου παύει να λειτουργεί με τους παλιούς όρους.
Το βράδυ της Παρασκευής (21/8), με λιγότερο από μία ώρα να απομένει πριν τεθούν σε ισχύ νέοι αμερικανικοί δασμοί, ο Καναδός πρωθυπουργός έδωσε εντολή στην ομάδα του να εγκαταλείψει τις συνομιλίες στην Ουάσιγκτον.
Λίγες ώρες αργότερα, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, με την Οτάβα να ανακοινώνει ότι θα απαντήσει «δολάριο προς δολάριο».
Ο Κάρνεϊ κατηγόρησε την αμερικανική πλευρά ότι άλλαξε τους όρους την τελευταία στιγμή, χαρακτηρίζοντας τις νέες απαιτήσεις «άδικες, οικονομικά παράλογες» και τέτοιες που έθεταν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία οποιασδήποτε συμφωνίας.
«Μπήκαμε στις διαπραγματεύσεις καλόπιστα, επιδιώκοντας την καλύτερη συμφωνία για τους Καναδούς, αλλά ποτέ μια συμφωνία με οποιοδήποτε τίμημα ή κάτω από οποιαδήποτε προθεσμία», δήλωσε.
«Η Αμερική άλλαξε»
Η διατύπωση που ίσως περιγράφει καλύτερα τη νέα πραγματικότητα ήρθε από τον ίδιο τον Καναδό πρωθυπουργό. Ο Κάρνεϊ αναγνώρισε ότι «η Αμερική έχει αλλάξει» και ότι οι δύο χώρες «δεν θα επιστρέψουν στην παλιά τους σχέση».
Για δεκαετίες, ο Καναδάς έχτισε μεγάλο μέρος της οικονομικής του ευημερίας πάνω στην προνομιακή πρόσβαση στην τεράστια αμερικανική αγορά. Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου του 1989, η NAFTA και αργότερα η USMCA είχαν εδραιώσει ένα μοντέλο διαρκώς βαθύτερης οικονομικής ενοποίησης.
Αυτό το μοντέλο πλέον μοιάζει να έχει τελειώσει. Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο McGill, Ντάνιελ Μπελάν, εκτιμά ότι η κατάρρευση των συνομιλιών επιβεβαιώνει σε πολλούς Καναδούς την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν είναι πλέον ένας αξιόπιστος εταίρος. Και αυτή η ρήξη δεν αφορά μόνο τους δασμούς.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει την οικονομική βιωσιμότητα του Καναδά, έχει μιλήσει για μετατροπή του σε «51η πολιτεία» των ΗΠΑ και έχει χρησιμοποιήσει εμπορικά μέτρα για να πιέσει ώστε περισσότερη παραγωγή να μεταφερθεί στο αμερικανικό έδαφος.
Για πολλούς Καναδούς, οι πιέσεις αυτές δημιούργησαν αίσθημα προδοσίας από έναν σύμμαχο που επί δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητος.
Ο Κάρνεϊ κάνει αυτό που άλλοι δεν τόλμησαν – Με μεγάλο ρίσκο
Η απόφαση να εγκαταλείψει τις συνομιλίες διαφοροποιεί τον Κάρνεϊ από άλλους μεγάλους συμμάχους και εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Βρετανία και άλλες χώρες επέλεξαν να συνάψουν συμφωνίες με την κυβέρνηση Τραμπ, αποδεχόμενες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ότι οι δασμοί θα αποτελέσουν μόνιμο στοιχείο της νέας εμπορικής πραγματικότητας.
Ο Καναδάς ήταν επίσης έτοιμος να δεχθεί ορισμένους αμερικανικούς δασμούς με αντάλλαγμα μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά και περισσότερη προβλεψιμότητα. Τελικά, όμως, ο Κάρνεϊ έκρινε ότι η συμφωνία που βρισκόταν στο τραπέζι ήταν χειρότερη από το κόστος της ρήξης.
Είναι μια επιλογή που ενισχύει το πολιτικό του προφίλ ως ηγέτη που αρνείται να υποκύψει στις πιέσεις του Τραμπ, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα τεράστιο οικονομικό στοίχημα.
Περίπου τα 3/4 των καναδικών εξαγωγών αγαθών κατευθύνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η αμερικανική οικονομία είναι περίπου δέκα φορές μεγαλύτερη από την καναδική. Αυτό σημαίνει ότι μια κλιμάκωση σε έναν πλήρη εμπορικό πόλεμο μπορεί να πλήξει δυσανάλογα τον Καναδά.
Σύμφωνα με οικονομολόγους της Royal Bank of Canada, οι συγκεκριμένοι νέοι δασμοί επηρεάζουν άμεσα περίπου 0,4% του καναδικού ΑΕΠ και της απασχόλησης, καθώς καλύπτουν περίπου το 5% των καναδικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ.
Το πρόβλημα είναι ότι η ζημιά θα μπορούσε να γίνει πολύ μεγαλύτερη εάν διευρυνθούν τα αντίποινα, ενταχθούν νέοι κλάδοι ή η αντιπαράθεση διαρκέσει αρκετά ώστε να πλήξει επενδύσεις και εφοδιαστικές αλυσίδες που εδώ και δεκαετίες λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα στις δύο πλευρές των συνόρων.
Η εξάρτηση, πάντως, δεν είναι μονόπλευρη. Ο Καναδάς καλύπτει περίπου τα 2/3 των αμερικανικών εισαγωγών αργού πετρελαίου, γεγονός που καθιστά την καναδική ενέργεια εξαιρετικά σημαντική για μεγάλο μέρος της οικονομίας των ΗΠΑ.
Ο Τραμπ έχει επικεντρώσει, ωστόσο, την πίεσή του κυρίως σε τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας και το αλουμίνιο, επιδιώκοντας να μεταφερθεί περισσότερη παραγωγή στις ΗΠΑ.
Αυτό ακριβώς είναι που στον Καναδά ερμηνεύεται όλο και περισσότερο ως απόπειρα αποδυνάμωσης στρατηγικών βιομηχανικών κλάδων της χώρας.
Στροφή προς Ευρώπη και Ασία
Ο Κάρνεϊ είχε ουσιαστικά προαναγγείλει αυτή τη στρατηγική από τον Ιανουάριο στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, όταν μίλησε για μια παγκόσμια «ρήξη και όχι μετάβαση».
Τότε είχε καλέσει χώρες, όπως ο Καναδάς, να μειώσουν την ευαλωτότητά τους απέναντι στον οικονομικό καταναγκασμό, ενισχύοντας τις οικονομίες τους και διαφοροποιώντας τις διεθνείς συνεργασίες τους.
Έκτοτε, επιχειρεί να ανοίξει νέους δρόμους προς την Ευρώπη και την Ασία, με στόχο να προσελκύσει 1 τρισ. καναδικά δολάρια επενδύσεων έως το 2030 και να διπλασιάσει τις επενδύσεις εκτός ΗΠΑ μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Τον Ιούλιο, η Οτάβα και η Αλμπέρτα προώθησαν επίσης τα σχέδια για νέο πετρελαιαγωγό προς τις ακτές του Ειρηνικού, ώστε το καναδικό αργό να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση στις αγορές της Ασίας και να μειωθεί η εξάρτηση από τους Αμερικανούς αγοραστές.
Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες αλλαγές χρειάζονται χρόνια, ενώ οι συνέπειες της σημερινής εμπορικής σύγκρουσης είναι άμεσες.