ΔΕΘ 2026: Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα εμπόριο που αντέχει. Χρειάζεται ένα εμπόριο που μεγαλώνει

Διαβάζεται σε 6'
ΔΕΘ 2026: Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα εμπόριο που αντέχει. Χρειάζεται ένα εμπόριο που μεγαλώνει
Ο Θεόδωρος Καπράλος EUROKINISSI

Ο Θεόδωρος Καπράλος, Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, γράφει στο NEWS 24/7 για την επερχόμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και τα αιτήματα του εμπορίου.

Λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται –όπως κάθε χρόνο– στα μέτρα που θα ανακοινωθούν, στους δικαιούχους, στις φορολογικές ελαφρύνσεις και στο διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο.

Ίσως, όμως, φέτος πρέπει να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα:

Πώς θα μεγαλώσουμε περισσότερο την ελληνική οικονομία;

Και σε αυτή τη συζήτηση το εμπόριο δεν μπορεί να βρίσκεται στο περιθώριο ούτε να χάνεται μέσα στη γενική κατηγορία των «ελεύθερων επαγγελματιών».
Το εμπόριο είναι ένας αυτοτελής, μεγάλος και βαθιά διασυνδεδεμένος κλάδος της οικονομίας.

Περίπου 226.000 επιχειρήσεις, σχεδόν μία στις τέσσερις επιχειρήσεις της χώρας εκτός αγροτικού τομέα, δραστηριοποιούνται σε αυτό. Το 2025 δημιούργησαν κύκλο εργασιών 181,3 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 36,9% του συνολικού κύκλου εργασιών της οικονομίας. Περίπου 760.000 άνθρωποι, το 17,3% της συνολικής απασχόλησης, εργάζονται στον κλάδο, ενώ περισσότεροι από ένας στους τέσσερις εργοδότες της χώρας δραστηριοποιούνται στο εμπόριο.

Αυτοί οι αριθμοί δεν αποτυπώνουν απλώς το μέγεθος ενός κλάδου. Αποτυπώνουν την πολλαπλασιαστική του δύναμη.

Το εμπόριο συνδέει την παραγωγή με την κατανάλωση, τη μεταποίηση με την αγορά, τον πρωτογενή τομέα με τα δίκτυα διάθεσης, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές με την εφοδιαστική αλυσίδα, τις μεταφορές και τα logistics με την καθημερινή οικονομική δραστηριότητα, την τεχνολογία με τον καταναλωτή, τον τουρισμό με τις τοπικές οικονομίες.

Όταν αναπτύσσεται μια εμπορική επιχείρηση, δεν μεγαλώνει μόνο το δικό της ταμείο. Κινητοποιούνται προμηθευτές, παραγωγή, μεταφορές, υπηρεσίες, τεχνολογία, ακίνητα και διαφήμιση. Δημιουργούνται θέσεις εργασίας και δημόσια έσοδα.

Το εμπόριο είναι επιταχυντής ανάπτυξης. Και ήρθε η ώρα να αντιμετωπιστεί ως τέτοιος.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουμε και τη συζήτηση. Να περάσουμε από την αγωνία της επιβίωσης στη φιλοδοξία της ανάπτυξης.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια οι εμπορικές επιχειρήσεις πέρασαν διαδοχικά μέσα από οικονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμό, αύξηση επιτοκίων και μια πρωτοφανή ταχύτητα ψηφιακών αλλαγών.

Και όμως είμαστε εδώ.

Χιλιάδες επιχειρήσεις συνέχισαν να ανοίγουν κάθε πρωί, να πληρώνουν εργαζομένους, φόρους και εισφορές, να επενδύουν, να προσαρμόζονται, να εκπαιδεύονται και να ψηφιοποιούνται.

Αυτό δεν είναι η εικόνα ενός αδύναμου κλάδου που χρειάζεται διαρκώς προστασία. Είναι η απόδειξη της ανθεκτικότητας ενός κλάδου που, αν του δώσουμε χώρο, μπορεί να προσφέρει πολύ περισσότερα.

Γι’ αυτό από τη ΔΕΘ δεν πρέπει να περιμένουμε μόνο ένα ακόμη πακέτο ανακούφισης. Χρειαζόμαστε ένα Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης για το Εμπόριο, ενταγμένο στον συνολικό αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας, με μετρήσιμους στόχους για επενδύσεις, παραγωγικότητα, χρηματοδότηση, ψηφιακό μετασχηματισμό, δεξιότητες, εξωστρέφεια και απασχόληση.

Για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να απελευθερώσουμε τις δυνάμεις που σήμερα παραμένουν εγκλωβισμένες.

Να αποκαταστήσουμε τη φορολογική δικαιοσύνη, καταργώντας την τεκμαρτή φορολόγηση για το εμπόριο. Δεν μπορεί ένας κλάδος πλήρως διασυνδεδεμένος με POS, ταμειακές, myDATA και ηλεκτρονικές διασταυρώσεις να φορολογείται για εισόδημα που απλώς υποθέτουμε ότι απέκτησε.

Να δώσουμε πραγματική δεύτερη ευκαιρία στις βιώσιμες επιχειρήσεις με μια λειτουργική ρύθμιση οφειλών, με περισσότερες δόσεις, χαμηλότερο επιτόκιο και εξατομικευμένες λύσεις. Μια επιχείρηση εγκλωβισμένη στο παρελθόν της δεν μπορεί να επενδύσει στο μέλλον της.

Να θεσπίσουμε έναν πραγματικά λειτουργικό ακατάσχετο επιχειρηματικό λογαριασμό, ώστε μια επιχείρηση που προσπαθεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της να μπορεί παράλληλα να πληρώνει εργαζομένους και προμηθευτές και να συνεχίζει να παράγει.

Να αντιμετωπίσουμε το τραπεζικό κόστος και τη χρηματοδοτική ασφυξία. Όταν οι προμήθειες POS κινούνται σε επίπεδα 0,8%-1,5% και το συνολικό κόστος τραπεζικών υπηρεσιών μπορεί να αντιστοιχεί ακόμη και στο 1%-3% του ετήσιου τζίρου μιας μικρής επιχείρησης, δεν μιλάμε πλέον για μια δευτερεύουσα επιβάρυνση αλλά για ζήτημα ανταγωνιστικότητας.

Και κυρίως, πρέπει να μετατρέψουμε την ψηφιακή μετάβαση από υποχρεωτικό κόστος σε αναπτυξιακή επένδυση.

Ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς ήταν από τους πρώτους φορείς που δεν περιορίστηκαν σε μια γενική διαμαρτυρία για τη γραφειοκρατία, αλλά προχώρησε σε ειδική μελέτη για το πραγματικό κόστος συμμόρφωσης των επιχειρήσεων, αναδεικνύοντας ένα νέο, συχνά «αόρατο» λειτουργικό βάρος που συσσωρεύεται από τις συνεχείς φορολογικές, διοικητικές και ψηφιακές υποχρεώσεις.

Αυτό ακριβώς πρέπει πλέον να μετρά η Πολιτεία πριν από κάθε νέα ρύθμιση. Γιατί το κόστος μιας υποχρέωσης δεν είναι μόνο το παράβολο ή το πρόστιμο. Είναι οι εργατοώρες, ο λογιστής, ο τεχνικός, το λογισμικό, οι συνδρομές, οι αναβαθμίσεις και ο χρόνος που αφαιρείται από την πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η αρχή πρέπει να είναι σαφής: πρώτα μετράμε το κόστος συμμόρφωσης και μετά νομοθετούμε.

Και ταυτόχρονα εφαρμόζουμε το «Once Only»: ό,τι γνωρίζει ήδη το κράτος για μια επιχείρηση δεν μπορεί να της ζητείται ξανά και ξανά.

Από την άλλη πλευρά, Τεχνητή Νοημοσύνη, σύγχρονο e-commerce, omnichannel πωλήσεις, CRM, αυτοματοποίηση, κυβερνοασφάλεια και αξιοποίηση δεδομένων μπορούν να αυξήσουν θεαματικά την παραγωγικότητα χιλιάδων εμπορικών επιχειρήσεων. Εκεί πρέπει να κατευθυνθούν χρηματοδοτικά εργαλεία και επενδυτικά κίνητρα.

Παράλληλα, ανάπτυξη σημαίνει ίδιους κανόνες ανταγωνισμού για όλους. Δεν γίνεται η ελληνική επιχείρηση να επωμίζεται το κόστος συμμόρφωσης με ένα αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο και την ίδια στιγμή να ανταγωνίζεται προϊόντα τρίτων χωρών που εισέρχονται στην ίδια αγορά χωρίς αντίστοιχους πραγματικούς ελέγχους.

Όλα αυτά δεν αποτελούν μια ακόμη λίστα αιτημάτων ενός κλάδου.

Είναι μια πρόταση για μεγαλύτερη ελληνική οικονομία.

Και θέλω εδώ να απευθυνθώ ιδιαίτερα στους συναδέλφους μου σε ολόκληρη τη χώρα.

Έχουμε συνηθίσει για πολλά χρόνια να μιλάμε αμυντικά. Για το πώς θα αντέξουμε τον επόμενο φόρο, την επόμενη κρίση, την επόμενη υποχρέωση, τον επόμενο δύσκολο χειμώνα.

Ήρθε η ώρα να αλλάξουμε και εμείς σελίδα.

Δεν είμαστε ένας κλάδος σε αναμονή της επόμενης βοήθειας. Είμαστε 226.000 επιχειρήσεις που συγκροτούν ένα τεράστιο αναπτυξιακό δίκτυο σε κάθε πόλη, κάθε γειτονιά, κάθε νησί και κάθε περιφέρεια της χώρας.

Μπορούμε να γίνουμε περισσότερο παραγωγικοί. Να επενδύσουμε στην τεχνολογία. Να μεγαλώσουμε τις επιχειρήσεις μας. Να δημιουργήσουμε καλύτερες θέσεις εργασίας. Να συνδεθούμε περισσότερο με την ελληνική παραγωγή. Να γίνουμε πιο εξωστρεφείς, πιο σύγχρονοι και πιο ανταγωνιστικοί.

Η ελληνική οικονομία έχει πετύχει πολλά. Τώρα πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα: να μετατρέψει τη δημοσιονομική και μακροοικονομική πρόοδο σε παραγωγική δύναμη μέσα στην πραγματική οικονομία.

Και το εμπόριο μπορεί να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας.

Δεν ζητάμε απλώς μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα.

Ζητάμε τις προϋποθέσεις για να μεγαλώσουμε την πίτα.

Για τις επιχειρήσεις μας, για τους εργαζομένους μας και τελικά για μια μεγαλύτερη, ισχυρότερη και πιο ανταγωνιστική ελληνική οικονομία.

Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα εμπόριο που αντέχει. Χρειάζεται ένα εμπόριο που μεγαλώνει — και μαζί του μεγαλώνει ολόκληρη η οικονομία.

* Ο Θεόδωρος Καπράλος είναι Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα