ΜμΕ σε ασφυξία: Άλλος ο τζίρος στα χαρτιά, άλλη η πραγματικότητα στο ταμείο

Διαβάζεται σε 7'
Στιγμιότυπο από εμπορικό κατάστημα στην Αθήνα
ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΣΟΜΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI

Οι ΜμΕ και δη του εμπορίου εκπέμπουν, εν όψει και της ΔΕΘ, σήμα κινδύνου. Ακρίβεια, υψηλό λειτουργικό κόστος και έλλειψη ρευστότητας πιέζουν τις μικρές επιχειρήσεις.

Μπορεί οι αριθμοί του τζίρου να δείχνουν, εκ πρώτης όψεως, μια εικόνα αντοχής, όμως πίσω από τους ονομαστικούς δείκτες η πραγματική αγορά εξακολουθεί να δοκιμάζεται. Η κατανάλωση παραμένει υποτονική, το λειτουργικό κόστος ανεβαίνει, η ρευστότητα περιορίζεται και ολοένα περισσότερες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Αυτή είναι η εικόνα που μεταφέρουν καθημερινά οι άνθρωποι της αγοράς και επιβεβαιώνουν τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ.

Συγκεκριμένα, στο λιανικό εμπόριο, εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, ο ονομαστικός κύκλος εργασιών το πρώτο εξάμηνο του 2026 ανήλθε σε 13,1 δισ. ευρώ, έναντι 12,9 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η αύξηση, ωστόσο, δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη περισσότερες πωλήσεις ή ισχυρότερη κατανάλωση.

Ονομαστικός τζίρος δεν σημαίνει πραγματική ανάπτυξη

Η διαφορά είναι κρίσιμη για μια μικρομεσαία επιχείρηση. Όταν οι τιμές αυξάνονται, ο τζίρος μπορεί να εμφανίζεται υψηλότερος χωρίς η επιχείρηση να πουλά περισσότερα προϊόντα ή να έχει μεγαλύτερο πραγματικό εισόδημα.

Άλλωστε, όπως αναφέρει ανακοίνωση ενός από τους ιστορικότερους επαγγελματικούς φορείς, του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, “ο έμπορος δεν ζει από την πορεία ενός ονομαστικού δείκτη. Ζει από τις πωλήσεις, το περιθώριο κέρδους και κυρίως από το τι μένει στο ταμείο αφού πληρωθούν η ενέργεια, οι μισθοί, τα ενοίκια, οι προμηθευτές, οι ασφαλιστικές εισφορές, οι φόροι και όλες οι υπόλοιπες λειτουργικές υποχρεώσεις.”

Τα μεγάλα προβλήματα

Και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Ουσιαστικά, η επιχείρηση χρειάζεται ολοένα περισσότερα χρήματα για να λειτουργήσει, την ώρα που ο καταναλωτής δυσκολεύεται να αυξήσει τις αγορές του.

Το οικονομικό κλίμα υποχωρεί, η αβεβαιότητα παραμένει

Αναπόφευκτα, η έρευνα οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 αποτυπώνει με σαφήνεια αυτή την πίεση. Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε στις 56,5 μονάδες, από 59,2 το προηγούμενο εξάμηνο, ενώ ο Δείκτης Προσδοκιών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος, στις 58,7 μονάδες από 58,3.

Η εικόνα παραπέμπει περισσότερο σε συγκρατημένη αναμονή παρά σε μια δυναμική ανάκαμψη. Οι πιέσεις μπορεί να μην εντείνονται σε όλους τους δείκτες, όμως δεν έχουν εξαλειφθεί.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η ρευστότητα. Σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις, ποσοστό 48%, δηλώνει ότι το πρώτο εξάμηνο του 2026 κατέγραψε περαιτέρω επιδείνωση της ρευστότητάς της, ενώ μόλις το 16,4% αναφέρει βελτίωση.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Περισσότερες από τρεις στις δέκα επιχειρήσεις, ποσοστό 30,9%, είχαν μία ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά το πρώτο μισό του έτους, ενώ το 13,3% αντιμετωπίζει τρεις ή περισσότερες καθυστερημένες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Το κόστος λειτουργίας «ροκανίζει» τον τζίρο

Το λειτουργικό κόστος, παράλληλα, εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα πίεσης για τις μικρές επιχειρήσεις. Σε σχέση με το 2025, το 73,3% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι πληρώνει ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια, το 73,2% τα καύσιμα και το 77,5% τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες.

Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις είναι ιδιαίτερα υψηλές, όπως 26,03% στην ηλεκτρική ενέργεια, 27,75% στα καύσιμα και 24,75% στις πρώτες ύλες και προμήθειες.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Η επιχείρηση καλείται να απορροφήσει μέρος του αυξημένου κόστους, ενώ παράλληλα ο καταναλωτής έχει ήδη περιορισμένη αγοραστική δύναμη.

Έτσι, η μετακύλιση μέρους του κόστους στις τιμές γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη. Το 40,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε αυξήσεις τιμών το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι μόλις 7,2% που μείωσε τιμές. Μάλιστα, η τάση αυτή ανατρέπει τη σταδιακή αποκλιμάκωση που είχε καταγραφεί κατά τα προηγούμενα πέντε εξάμηνα.

Η ρευστότητα γίνεται ζήτημα επιβίωσης

Η εικόνα των ταμειακών διαθεσίμων είναι ενδεικτική της έντασης του προβλήματος. Το 21,8% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν διαθέτει καθόλου ρευστά διαθέσιμα, ενώ ένα επιπλέον 22,9% έχει διαθέσιμα που επαρκούν το πολύ για έναν μήνα.

Με άλλα λόγια, σχεδόν οι μισές μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις λειτουργούν με εξαιρετικά περιορισμένο «μαξιλάρι» ασφαλείας.

Την ίδια στιγμή, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Μόλις το 6% των πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει λάβει δάνειο από το Ταμείο Ανάκαμψης, στοιχείο που αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και στην πραγματική δυνατότητα πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων σε αυτά.

Η ακρίβεια παραμένει στην κορυφή των ανησυχιών

Η πίεση δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις αλλά και τα νοικοκυριά. Η συσσωρευμένη ακρίβεια των τελευταίων ετών έχει περιορίσει την πραγματική αγοραστική δύναμη και έχει αλλάξει τη συμπεριφορά των καταναλωτών, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις δαπάνες τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 81,1% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζει ανεπαρκή τα μέχρι σήμερα κυβερνητικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.

Παράλληλα, το 54,3% εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε μειώσεις τιμών αγαθών ή υπηρεσιών.

Οι επιχειρηματίες, πάντως, βλέπουν ότι η πίεση στις τιμές δεν έχει τελειώσει. Το 27,2% εκτιμά ότι θα προχωρήσει σε νέες αυξήσεις τιμών και κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026.

Μια «ανθεκτικότητα» που δεν πρέπει να γίνει άλλοθι

Μέσα σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, υπάρχει και ένα στοιχείο που λειτουργεί ως αντίβαρο. Η απασχόληση εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.

Το 81,1% των επιχειρήσεων διατήρησε σταθερό τον αριθμό των εργαζομένων του, ενώ θετικό είναι το ισοζύγιο ανάμεσα σε όσες αύξησαν το προσωπικό τους, 12,3%, και όσες το μείωσαν, 6,5%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι μικρές επιχειρήσεις, παρά τις πιέσεις, εξακολουθούν να στηρίζουν την απασχόληση. Δεν μπορεί όμως η «ανθεκτικότητα» να αποτελεί μόνιμη στρατηγική. Μια οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον στην ικανότητα των μικρών επιχειρήσεων απλώς να αντέχουν.

Το μήνυμα του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς ενόψει ΔΕΘ

Με φόντο τα στοιχεία αυτά, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς ζητά η συζήτηση για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα να περάσει από τους γενικούς δείκτες στην πραγματική οικονομία.

Το ζητούμενο, όπως επισημαίνει, δεν είναι η διατήρηση των επιχειρήσεων σε μια κατάσταση μόνιμης επιβίωσης, αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε να μπορούν να επενδύουν, να ψηφιοποιούνται, να αυξάνουν την παραγωγικότητά τους, να δημιουργούν θέσεις εργασίας και να γίνονται πιο ανταγωνιστικές.

Ενόψει της ΔΕΘ, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς, μάλιστα, ζητά ουσιαστική στροφή της οικονομικής πολιτικής προς τις ανάγκες της πραγματικής αγοράς και δη ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης, ουσιαστική πρόσβαση των ΜμΕ στη χρηματοδότηση, μείωση του λειτουργικού και μη μισθολογικού κόστους, σταθερό και δικαιότερο φορολογικό περιβάλλον και πραγματικά ίσους όρους ανταγωνισμού απέναντι στις μεγάλες διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες.

«Δεν θέλουμε ένα εμπόριο που απλώς αντέχει»

Εύγλωττα, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, Θοδωρής Καπράλος, συνοψίζει το πρόβλημα επισημαίνοντας ότι οι αριθμοί του τζίρου δεν αρκούν για να περιγράψουν την πραγματική κατάσταση μιας επιχείρησης.

«Οι άνθρωποι της αγοράς γνωρίζουν ότι άλλο ο ονομαστικός τζίρος και άλλο η πραγματική εικόνα μιας επιχείρησης. Όταν οι τιμές αυξάνονται, ο τζίρος μπορεί να εμφανίζεται μεγαλύτερος χωρίς να πωλούνται περισσότερα προϊόντα και χωρίς να μένει περισσότερο εισόδημα, ούτε στον καταναλωτή, ούτε στον επιχειρηματία», σημειώνει.

Και προσθέτει ότι η μικρομεσαία επιχείρηση «δεν ζητά προστασία από την πραγματικότητα, ούτε μια ακόμη προσωρινή επιδότηση», αλλά χώρο «για να δουλέψει, να επενδύσει και να μεγαλώσει».

«Δεν θέλουμε ένα εμπόριο που απλώς αντέχει. Θέλουμε ένα εμπόριο που μεγαλώνει», τονίζει ο κ. Καπράλος, υπογραμμίζοντας ότι η ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων σημαίνει περισσότερα εισοδήματα, επενδύσεις και θέσεις εργασίας.

Γιατί τελικά το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να εμφανίζονται καλύτεροι αριθμοί στα χαρτιά. Είναι οι καλύτεροι αριθμοί να μεταφράζονται σε περισσότερες πωλήσεις, μεγαλύτερη ρευστότητα, βιώσιμες επιχειρήσεις και ισχυρότερη αγοραστική δύναμη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα