“Στην ελληνική κοινωνία η οικογένεια λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταφύγιο και ως μηχανισμός ελέγχου”

Διαβάζεται σε 15'
“Στην ελληνική κοινωνία η οικογένεια λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταφύγιο και ως μηχανισμός ελέγχου”

Ο Τάσος Γερακίνης μιλάει στο NEWS24/7 για την γλυκόπικρη κωμωδία “Κόκορας” και το πώς εξερευνά τις σημερινές κοινωνικές δυναμικές της Ελλάδας.

«Ζούμε σε μια πραγματικότητα που αλλάζει με ρυθμούς που κανείς δεν μπορεί να παρακολουθήσει», μας λέει ο σκηνοθέτης Τάσος Γερακίνης. «Κάποια στιγμή σταματάς λαχανιασμένος και αναρωτιέσαι: Τι ακριβώς κυνηγούσες τόσο καιρό;» Ο “Κόκορας” είναι μια σαρδόνια κοινωνική δραμεντί που ξεκινά να εξερευνήσει αυτές ακριβώς τις πτυχές, της θέσης μας στη σημερινή Ελλάδα: Τα αδιέξοδα, το σταδιακό σβήσιμο της «μεσαίας τάξης», το ρόλο της εκπαίδευσης περισσότερο πια ως επένδυση, τη θέση της «αγίας» οικογένειας, το «ελληνικό όνειρο», και τελικά το κατά πόσο εμείς ως άτομα σε μια κοινωνία, έχουμε ακόμα την ελευθερία των επιλογών μας. Ο “Κόκορας” ακολουθεί τον Αργύρη, έναν θυρωρού στο Δήμο Αθηναίων. Η είδηση ότι ο γιος του κληρώθηκε να φοιτήσει σε ένα από τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία της χώρας, έρχεται να ταράξει την έτσι κι αλλιώς δύσκολη σχέση με την σύζυγό του Πόπη, επίσης υπάλληλο του Δήμου. Παρόλο που το να φοιτήσει εκεί το παιδί τους, είναι όνειρο απατηλό για τα οικονομικά τους, ο Αργύρης αποφασίζει ότι δεν έχει δικαίωμα να γίνει τροχοπέδη στη μοίρα του παιδιού του, που είναι σαφώς φτιαγμένο για μεγάλα πράγματα! Με αφορμή την ιστορία του Αργύρη και την κυκλοφορία του “Κόκορα” στα ελληνικά σινεμά από την TFG στις 10 Σεπτεμβρίου, ο σκηνοθέτης Τάσος Γερακίνης μίλησε στο NEWS24/7 για όσα βρίσκονται πίσω από την ταινία.

Η αφετηρία της ταινίας είναι ένα συγκεκριμένο δίλημμα, όμως όσο προχωρά η ιστορία αρχίζει να αφορά περισσότερο την ανάγκη ενός ήρωα να αποδείξει πως είναι αρκετός. Πότε κατάλαβες ότι η ταινία δεν ήταν τελικά –απλώς– για το σχολείο, αλλά για κάτι ευρύτερο; Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι τα πράγματα συνέβησαν ανάποδα. Με την Κατερίνα Παπαναστασάτου δεν ξεκινήσαμε από το δίλημμα του σχολείου και στη συνέχεια ανακαλύψαμε το ευρύτερο θέμα. Ξεκινήσαμε από την ανάγκη να μιλήσουμε για έναν σύγχρονο άνθρωπο που αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει πως είναι αρκετός: ως πατέρας, ως σύντροφος, ως εργαζόμενος, ως κοινωνικό ον. Ζούμε σε μια πραγματικότητα που αλλάζει με ρυθμούς τους οποίους κανείς δεν μπορεί πραγματικά να παρακολουθήσει. Κι όμως, όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να τρέχουμε, να προσαρμοζόμαστε, να παραμένουμε ανταγωνιστικοί και, κυρίως, να δείχνουμε ότι ελέγχουμε τη ζωή μας. Κάποια στιγμή όμως σταματάς λαχανιασμένος και αναρωτιέσαι τι ακριβώς κυνηγούσες όλον αυτόν τον καιρό. Το σχολείο ήταν λοιπόν η αφορμή που αναζητούσαμε για να τεθεί αυτή η εσωτερική περιπέτεια σε κίνηση. Συμπυκνώνει πολλά πράγματα μαζί: το παιδί, την πατρική ευθύνη, την κοινωνική θέση, την προσδοκία της προόδου και τον φόβο της αποτυχίας. Ο Αργύρης πιστεύει ότι αγωνίζεται για το μέλλον του παιδιού του και της οικογένειάς του. Στην πραγματικότητα όμως αγωνίζεται, ίσως περισσότερο απ’ όλα, να αποδείξει ότι ο ίδιος δεν έχει αποτύχει. Ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να ελέγξει μια πραγματικότητα που διαρκώς φεύγει από τον έλεγχό του. Σε ενδιέφερε εξαρχής ως αποτύπωση μιας πραγματικότητας που αφορά τη σύγχρονη ελληνική μεσαία τάξη; Ναι, αλλά μάλλον όχι τον ασφαλή πυρήνα της. Περισσότερο με ενδιέφερε η περιφέρειά της: οι άνθρωποι που εξακολουθούν να θεωρούν ότι ανήκουν στη μεσαία τάξη, αλλά αισθάνονται διαρκώς ότι κινδυνεύουν να εκπέσουν κοινωνικά και οικονομικά. Ο Αργύρης δεν είναι εξαθλιωμένος. Έχει δουλειά, οικογένεια, ένα σχετικά οργανωμένο πλαίσιο ζωής. Θεωρητικά θα έπρεπε να αισθάνεται ασφαλής. Στην πράξη, τίποτε από αυτά δεν του αρκεί για να νιώσει ότι έχει εξασφαλίσει το μέλλον του ή το μέλλον του παιδιού του. Με ενδιαφέρουν πολύ οι αυταπάτες που κατασκευάζουμε για να διατηρήσουμε την πεποίθηση ότι είμαστε καλά, ότι είμαστε ασφαλείς, ότι έχουμε ακόμη τον έλεγχο. Υιοθετούμε πρότυπα επιτυχίας, καταναλωτικές συμπεριφορές και φιλοδοξίες που δεν είναι απαραίτητα δικές μας, επειδή θέλουμε να πιστεύουμε ότι κι εμείς μπορούμε, ότι κι εμείς ανήκουμε στον κόσμο των «επιτυχημένων». Στην πραγματικότητα προσπαθούμε να αποδιώξουμε τον φόβο της πείνας, της όποιας πείνας. Και μέσα σε αυτή την προσπάθεια δεν αντιλαμβανόμαστε ότι μπορεί ήδη να πεινάμε. Όχι μόνο –και ίσως όχι κυρίως– οικονομικά. Να πεινάμε για αγάπη, για τρυφερότητα, για επικοινωνία, για αξιοπρέπεια.

Ο ήρωας είναι δημοτικός υπάλληλος, ένας άνθρωπος που παλιότερα θα θεωρούνταν οικονομικά ασφαλής, αλλά σήμερα τέτοια ασφάλεια δεν φαίνεται να υπάρχει ή να αρκεί. Πώς πιστεύεις ότι έχει μεταβληθεί η έννοια της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα; Δεν είμαι βέβαιος ότι ο όρος «μεσαία τάξη» περιγράφει πλέον μια τόσο ενιαία κοινωνική πραγματικότητα όσο περιέγραφε κάποτε. Αυτό που αντιλαμβανόμασταν ως έναν σχετικά σταθερό χώρο, με κοινές προσδοκίες και μια στοιχειώδη αίσθηση κοινωνικής ασφάλειας, σήμερα μου φαίνεται πολύ περισσότερο κατακερματισμένο. Για πολλά χρόνια, μια μόνιμη, εξασφαλισμένη θέση εργασίας –όπως αυτή ενός δημοτικού υπαλλήλου– μπορούσε να προσφέρει όχι πλούτο, αλλά προβλεψιμότητα. Τη δυνατότητα να οργανώσεις τη ζωή σου, να μεγαλώσεις ένα παιδί και να πιστεύεις ότι το αύριο, αν δεν είναι καλύτερο, τουλάχιστον δεν θα είναι χειρότερο από το σήμερα. Νομίζω ότι αυτή η βεβαιότητα έχει διαβρωθεί βαθιά. Μπορεί λοιπόν να εξακολουθείς να έχεις τη δουλειά σου, αλλά να μη νιώθεις ότι μπορείς να διατηρήσεις το επίπεδο ζωής που θεωρούσες δεδομένο, να εξασφαλίσεις στο παιδί σου την κοινωνική άνοδο που φανταζόσουν ή ακόμη και να παραμείνεις στον κόσμο στον οποίο πίστευες ότι ανήκες. Γι’ αυτό έχω την αίσθηση ότι η μεσαία τάξη γίνεται όλο και περισσότερο μια ταυτότητα που προσπαθείς να υπερασπιστείς και λιγότερο μια πραγματική συνθήκη ασφάλειας. Και ο Αργύρης δεν φοβάται μόνο ότι θα φτωχύνει. Φοβάται ότι θα αποκαλυφθεί πως η θέση που πίστευε ότι είχε κατακτήσει είναι πολύ πιο επισφαλής απ’ όσο ήθελε να πιστεύει. Μετά τον “Ήσυχο Άνθρωπο” και τώρα τον “Κόκορα”, φαίνεται πως σε ενδιαφέρει να εξερευνάς ανθρώπους που προσπαθούν να σταθούν όρθιοι μέσα σε συστήματα πολύ μεγαλύτερα από τους ίδιους. Πώς προσέγγισες αυτή την ιδέα και πότε θυμάσαι να αρχίζεις να ενδιαφέρεσαι γι’ αυτήν; Νομίζω ήδη από την εφηβεία μου, μαζί με την πολιτικοποίησή μου. Παρατηρούσα γύρω μου ανθρώπους να αγωνίζονται να αλλάξουν κοινωνική θέση, να αυξήσουν το εισόδημά τους, να ξεφύγουν από το παρελθόν τους, από τις επιλογές τους ή από κάτι που ένιωθαν ότι τους είχε ήδη καταδικάσει. Δεν με ενδιαφέρουν όμως τόσο οι απολύτως αθώοι άνθρωποι (αν υπάρχουν τέτοιοι) που απλώς συνθλίβονται από ένα «κακό σύστημα». Με ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο εκείνοι που κουβαλούν μέσα τους τις αξίες του ίδιου συστήματος που τους καταπιέζει. Που θέλουν να ξεφύγουν από αυτό, αλλά ταυτόχρονα επιθυμούν να κερδίσουν με τους δικούς του όρους. Προσπαθούν, δηλαδή, να ξεφύγουν από μια μέγγενη στης οποίας το σφίξιμο συμμετέχουν και οι ίδιοι. Εκεί, για μένα, αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρων ένας χαρακτήρας. Γιατί παύει να είναι απλώς θύμα και αποκτά ευθύνη, αντιφάσεις, τυφλά σημεία. Και στον “Ήσυχο Άνθρωπο” και στον “Κόκορα” οι ήρωες προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο μιας ζωής που διαρκώς τους διαφεύγει. Όσο περισσότερο φοβούνται ότι χάνουν τη θέση τους, τόσο πιο απεγνωσμένα προσπαθούν να την υπερασπιστούν – και τόσο περισσότερο πληγώνουν τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά τους. Κάπου εκεί βρίσκεται για μένα και η συνύπαρξη του τραγικού με το κωμικό: στις ιστορίες που κατασκευάζουμε για να αντέξουμε και στις συχνά γελοίες αλλά ταυτόχρονα οδυνηρές προσπάθειές μας να παραμείνουμε αυτό που πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε.
Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου φαίνεται πως κάθε απόφαση εμπεριέχει κάτι σαν επένδυση για το μέλλον. Σαν η εκπαίδευση να μην είναι αυτοσκοπός, αλλά ένας τρόπος κοινωνικής αυτοπαρουσίασης, ένα “μετάλλιο” για να δείχνεις μελλοντικά. Πώς ενδιαφέρθηκες και πώς εξερεύνησες αυτή την πτυχή της ιστορίας; Με απασχολεί πολύ η μετατροπή της εκπαίδευσης από χώρο γνώσης, καλλιέργειας και ελευθερίας σε μηχανισμό κοινωνικής διαπίστευσης. Η μόρφωση, από κοινό αγαθό και αυτοτελές ζητούμενο, αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως προϊόν και ως επένδυση. Το σχολείο δεν είναι απλώς ο χώρος στον οποίο ένα παιδί θα μορφωθεί. Γίνεται εφόδιο για τον ανταγωνισμό, πιστοποιητικό κοινωνικής προοπτικής και, πολλές φορές, απόδειξη ότι οι γονείς έκαναν όλα όσα «έπρεπε». Το παιδί μετατρέπεται έτσι σε οικογενειακό σχέδιο επιτυχίας. Πάνω του προβάλλονται οι φιλοδοξίες, οι ματαιώσεις και οι κοινωνικοί φόβοι των γονιών του. Και βέβαια, τουλάχιστον στην ελληνική οικογένεια, η προβολή του γονιού πάνω στο παιδί δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι αντί να υποχωρεί, συχνά μοιάζει να παγιώνεται με νέες μορφές. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Αργύρης αγαπά το παιδί του. Ακριβώς επειδή το αγαπά και φοβάται για το μέλλον του, του φορτώνει τη δική του αγωνία – όπως και ο ίδιος κουβαλάει την αγωνία και τις απαιτήσεις των δικών του γονιών. Γι’ αυτό και η επιλογή του σχολείου δεν αφορά μόνο το τι θα μάθει το παιδί. Αφορά το περιβάλλον στο οποίο θα βρεθεί, τους ανθρώπους που θα γνωρίσει, τις δυνατότητες που θεωρεί ότι θα αποκτήσει και, τελικά, το τι δηλώνει αυτή η επιλογή για ολόκληρη την οικογένεια. Εκεί η φροντίδα μπλέκεται με τον φόβο και η αγάπη με την ανάγκη κοινωνικής επιβεβαίωσης. Αυτή η αντίφαση μάς ενδιέφερε πολύ περισσότερο δραματουργικά από μια απλή αντιπαράθεση δημόσιου και ιδιωτικού σχολείου. Στην ταινία βλέπουμε ανθρώπους που νιώθουν πως έχουν επιλογές, αλλά στην πράξη τα πάντα καταλήγουν σε κάποια εκδοχή του “no other choice”. Σε ενδιέφερε εξαρχής να μιλήσεις για αυτή την ψευδαίσθηση ελευθερίας που χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό τις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες; Ναι, αλλά δεν με ενδιέφερε να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι δεν έχουν καμία επιλογή. Για μένα αυτό θα ήταν και δραματουργικά και πολιτικά πολύ βολικό. Δεν βρίσκω ιδιαίτερα γόνιμο να προσδιορίζω όλη την ευθύνη για τα δεινά μου αποκλειστικά στη δράση κάποιων «άλλων», πάνω στην οποία δεν μπορώ να παρέμβω. Τι έχω να κερδίσω από μια τέτοια προσέγγιση; Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να καταλάβω τη δική μου συμμετοχή, τη δική μου ευθύνη μέσα στον μηχανισμό. Γιατί αυτό είναι και το μόνο πεδίο από το οποίο μπορεί να προκύψει κάποια δράση, προσωπική ή συλλογική, που να έχει πραγματικό αποτύπωμα. Ο Αργύρης έχει επιλογές. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε πραγματική επιλογή απαιτεί από αυτόν να εγκαταλείψει κάτι από την εικόνα του άντρα, του πατέρα και του επιτυχημένου ανθρώπου που πιστεύει ότι πρέπει να είναι. Θα μπορούσε να υποχωρήσει, να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος, να ζητήσει βοήθεια, να αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Εκείνος όμως τα αντιλαμβάνεται ως ήττα. Και ακριβώς αυτό το σύμπλεγμα είναι που δεν του επιτρέπει να δει τη δική του συμμετοχή στη δημιουργία του «no other choice». Βεβαίως, οι επιλογές μας δεν γίνονται στο κενό. Περιορίζονται από την κοινωνική μας θέση, την οικονομική πίεση, τον φόβο και τις προσδοκίες που έχουμε εσωτερικεύσει. Αλλά πολλές φορές λέμε «δεν είχα άλλη επιλογή» όχι επειδή πράγματι δεν υπήρχε άλλη επιλογή, αλλά επειδή καμία από τις υπόλοιπες δεν μας επέτρεπε να διατηρήσουμε την εικόνα που έχουμε κατασκευάσει για τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Η ελευθερία δεν εξαφανίζεται εντελώς. Στενεύει. Και κάποια στιγμή μπορεί να καταλήξει να μοιάζει απλώς με διαχείριση του φόβου.
Έχει ενδιαφέρον και το στοιχείο της “ελληνικής οικογένειας”. Μεγαλώνοντας αποκτούμε την αίσθηση της οικογένειας ως προστασία από τα δεινά της σκληρής κοινωνίας, αλλά εν τέλει βλέπουμε πως είναι κι ένας χώρος όπου συσσωρεύονται τρομερές εντάσεις και κοινωνικές πιέσεις. Σε ποιο σημείο αποφάσισες να εξερευνήσεις αυτή την πτυχή; Η οικογένεια –και δη η ελληνική «αγία οικογένεια»– βρισκόταν στην καρδιά της ιστορίας από την αρχή. Στην ελληνική κοινωνία η οικογένεια λειτουργεί ταυτόχρονα ως καταφύγιο και ως μηχανισμός ελέγχου. Είναι χώρος αγάπης, αλληλεγγύης και προστασίας, αλλά μπορεί την ίδια στιγμή να γίνει χώρος καταπίεσης, εξάρτησης και παραγωγής τραυμάτων. Πιστεύω μάλιστα ότι αρκετές από τις κοινωνικές μας παθογένειες συνδέονται με αυτόν τον τρόπο λειτουργίας της οικογένειας: με τη δυσκολία μας να ενηλικιωθούμε πραγματικά και να αναλάβουμε την ευθύνη των επιλογών μας, είτε ως γονείς είτε ως πολίτες. Πολύ συχνά αναζητούμε ακόμη έναν «πατερούλη» που θα μας προστατεύσει και θα μας απαλλάξει από την υποχρέωση να πιούμε μόνοι μας τα πικρά ποτήρια της ζωής. Ταυτόχρονα όμως, η οικογένεια είναι και ο χώρος όπου καταφεύγουμε όταν όλα τα υπόλοιπα καταρρέουν. Και ίσως γι’ αυτό γίνεται και ο χώρος στον οποίο ξεσπάμε ευκολότερα την πίεση, την αποτυχία και την ταπείνωση που δεχόμαστε απ’ έξω. Οι άνθρωποι που αγαπάμε περισσότερο γίνονται συχνά οι ασφαλέστεροι στόχοι του θυμού μας, ακριβώς επειδή τους θεωρούμε δεδομένους. Αυτό συμβαίνει και με τον Αργύρη. Από τη μία κουβαλάει μέσα του τις δεσμεύσεις και τις προσταγές της δικής του οικογένειας και ειδικά τη σχέση με έναν δεσποτικό και απορριπτικό πατέρα. Από την άλλη, μεταφέρει κι ο ίδιος αυτό το βάρος στη δική του οικογένεια. Δεν το κάνει επειδή δεν τους αγαπά. Το κάνει ενώ τους αγαπά. Κι αυτό είναι, για μένα, το πιο οδυνηρό. Όσο περισσότερο αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο έξω από το σπίτι, τόσο περισσότερο επιχειρεί να τον επιβάλει μέσα σε αυτό. Και με αυτόν τον τρόπο αναπαράγει ακριβώς το οικογενειακό μοντέλο από το οποίο ο ίδιος έχει πληγωθεί. Δεν ήθελα λοιπόν να παρουσιάσω την οικογένεια ούτε μόνο ως φυλακή ούτε μόνο ως σωτηρία. Με ενδιέφερε αυτή ακριβώς η αντίφαση: ότι είναι ο χώρος όπου μπορούμε να αγαπηθούμε περισσότερο, αλλά και να πληγωθούμε βαθύτερα. Και ότι συχνά κοινωνικές συγκρούσεις πολύ μεγαλύτερες από εμάς φτάνουν τελικά στο σπίτι μας μεταμφιεσμένες σε οικογενειακούς καυγάδες. Μιας που ανέφερα πιο πάνω τον Παρκ Τσαν-γουκ και το πρόσφατο φιλμ του, που είναι και ριμέικ μιας εξαιρετικής, κατά τη γνώμη μου, ταινίας του Κώστα Γαβρά πάνω στο κοινωνικό αδιέξοδο του καπιταλισμού, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν δημιουργοί ή ταινίες που είχες κατά νου φτιάχνοντας τον “Κόκορα” – ή και γενικότερα, καθώς ανέπτυσσες το δικό σου ενδιαφέρον για την κινηματογραφική αφήγηση. Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη ταινία που να χρησιμοποιήσαμε ως πρότυπο για τον «Κόκορα». Υπάρχουν όμως δημιουργοί που πιστεύω ότι με έχουν επηρεάσει, από διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας, και αυτές οι επιρροές αναγνωρίζω ότι υπάρχουν μέσα στην ταινία. Από τον Χιροκάζου Κόρε-έντα με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί την οικογένεια: όχι ως μια αφηρημένη κοινωνική έννοια, αλλά ως ένα ζωντανό πεδίο αγάπης, εξάρτησης, ενοχής, προστασίας και σύγκρουσης. Και κυρίως το ότι κοιτάζει τους χαρακτήρες του χωρίς να τους καταδικάζει, αλλά και χωρίς να τους αθωώνει. Αυτή η ισορροπία ήταν πολύ σημαντική και για εμάς. Δεν θέλαμε να αντιμετωπίσουμε τον Αργύρη ούτε ως τέρας ούτε απλώς ως θύμα των συνθηκών. Από τον Άκι Καουρισμάκι αισθάνομαι μια συγγένεια με το βλέμμα του πάνω στους ανθρώπους της εργασίας και του κοινωνικού περιθωρίου, αλλά και με τον τρόπο που το χιούμορ γεννιέται μέσα από την αμηχανία, την αποτυχία και την προσπάθεια των ανθρώπων να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους. Το κωμικό δεν έρχεται απ’ έξω για να σχολιάσει τους χαρακτήρες· γεννιέται μέσα από την ίδια την κατάστασή τους. Ο Γούντι Άλεν με έχει επηρεάσει, νομίζω, περισσότερο ως προς τον τρόπο με τον οποίο η νεύρωση, η αυτοεξαπάτηση και η ακατάπαυστη ανάγκη των ανθρώπων να εξηγούν τον εαυτό τους μπορούν να μετατραπούν σε κωμωδία. Οι χαρακτήρες του συχνά κατασκευάζουν ολόκληρα συστήματα επιχειρημάτων για να αποφύγουν μια απλή και δυσάρεστη αλήθεια. Κάτι αντίστοιχο κάνει και ο Αργύρης. Όσο περισσότερο διαλύεται η πραγματικότητα γύρω του, τόσο περισσότερο προσπαθεί να την ερμηνεύσει με έναν τρόπο που να προστατεύει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Και υπάρχει ασφαλώς και ο Σταύρος Τσιώλης. Κυρίως ως προς τη βαθιά ελληνικότητα των χαρακτήρων του, την προφορικότητα, τον παράλογο αλλά απολύτως αναγνωρίσιμο τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μιλούν, συγκρούονται, παρεξηγούνται και αποτυγχάνουν να επικοινωνήσουν. Στον Τσιώλη το αστείο και το θλιβερό μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια φράση, χωρίς το ένα να ακυρώνει το άλλο. Δεν προσπάθησα φυσικά να συνδυάσω συνειδητά αυτές τις επιρροές ή να αντιγράψω το ύφος τους. Νομίζω όμως ότι κάπου συναντώνται σε κάτι που με ενδιαφέρει ουσιαστικά στο σινεμά: να κοιτάζει τον καθημερινό άνθρωπο χωρίς συγκατάβαση. Να αναγνωρίζει τις ευθύνες, τις αντιφάσεις και τις αυταπάτες του, χωρίς όμως να ξεχνά τον φόβο, τη μοναξιά, την ανάγκη για αγάπη και την αγωνία για αξιοπρέπεια που κρύβονται πίσω από τις πράξεις του.

Info:

Η ταινία “Κόκορας” κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 10 Σεπτεμβρίου από την TFG.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα