Ο ΓΡΥΠΑΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΞΑΝΑΓΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ – ΜΙΑ ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΜΑΓΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΠΥΛΟΥ
Μπήκαμε στην «Πύλο του Νέστορα» με τον διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και ανακαλύψαμε έναν κόσμο που δεν έπαψε ποτέ να συναρπάζει
Μεσημέρι στην Αθήνα και η ζέστη έξω είναι σχεδόν αφόρητη παρόλο που είναι πια Σεπτέμβριος. Μέσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική. Oι επισκέπτες είναι ως επί το πλείστον ξένοι και κινούνται χαλαρά στις αίθουσες, αναζητώντας μια πρώτη επαφή με την ελληνική αρχαιότητα. Το ραντεβού μας με τον Κώστα Νικολέντζο, διευθυντή του Αρχαιολογικό Μουσείου ήταν στην είσοδο για να με ξεναγήσει στην περιοδική έκθεση «Η Πύλος του Νέστορα. Ένα μυκηναϊκό βασίλειο αποκαλύπτεται». Περπατώντας προς την έκθεση στεκόμαστε μπροστά σε εμβληματικά ευρήματα του μυκηναϊκού κόσμου και, μέσα από αυτά, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας ολόκληρης εποχής.
Από τις μικρές ηγεμονίες της Μεσσηνίας και τους πλούσιους τάφους μέχρι την ανάδυση του ανακτόρου του Νέστορα, η διαδρομή δεν είναι μόνο μια πορεία μέσα στον χώρο. Είναι μια προσπάθεια να καταλάβουμε πώς ένας κόσμος που χάθηκε πριν από περισσότερα από 3.000 χρόνια αποκαλύπτεται σήμερα, κομμάτι-κομμάτι, μέσα από τα αντικείμενα που άφησε πίσω του. Δεν μπορώ να μην τον ρωτήσω για τη χρυσή νεκρική προσωπίδα του Αγαμέμνονα και από εκεί ξεκινά από μια ιστορία που δείχνει πόσο εύκολα η αρχαιολογία μπορεί να συναντήσει τον μύθο. Το 1896, κατά τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν, η περίφημη προσωπίδα βρέθηκε ανάμεσα στα κτερίσματα των βασιλικών τάφων. Ο Σλήμαν αρχικά την προσπέρασε, θεωρώντας ότι δεν επρόκειτο για κάτι ιδιαίτερο. Όταν όμως επέστρεψε στον τάφο και την εξέτασε καλύτερα, πείστηκε ότι είχε μπροστά του το πρόσωπο ενός σημαντικού άνδρα της εποχής. «Αυτός είναι ο Αγαμέμνονας», ήταν η ερμηνεία που έδωσε στο εύρημα. Η προσωπίδα, βέβαια, δεν μπορούσε να αποδείξει ότι απεικονίζει τον μυθικό βασιλιά των Μυκηνών. Η αξία της, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: μας μεταφέρει στον κόσμο των πλούσιων ταφών της μυκηναϊκής εποχής, όπου μαζί με τους νεκρούς τοποθετούνταν χρυσά αντικείμενα, κοσμήματα και όπλα, αποκαλύπτοντας την κοινωνική θέση και τον πλούτο τους. Ο κ. Νικολέντζος μου δείχνει τις λεπτομέρειες: τις μικρές οπές κάτω από τα αυτιά της προσωπίδας, από όπου περνούσε το νήμα για να στερεωθεί στο πρόσωπο, αλλά και τα αντικείμενα που συνόδευαν τους νεκρούς. Ανάμεσά τους, χρυσά διακοσμητικά με μορφές χταποδιών και εντόμων, που πιθανότατα ήταν ραμμένα ή στερεωμένα πάνω στο σάβανο. Και κάπως έτσι, πριν ακόμη μπούμε στην έκθεση για την Πύλο, αρχίζει να ξεδιπλώνεται το βασικό ερώτημα της ξενάγησης: πόσα από όσα γνωρίζουμε για τον μυκηναϊκό κόσμο προκύπτουν από τα ίδια τα ευρήματα και πόσα από τις ερμηνείες που δώσαμε σε αυτά; Αυτό είναι, άλλωστε, ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της έκθεσης: δεν παρουσιάζει μόνο τους αρχαίους και τα αντικείμενά τους, αλλά και την ίδια τη διαδικασία με την οποία οι σύγχρονοι αρχαιολόγοι προσπαθούν να ανασυνθέσουν έναν κόσμο που έχει χαθεί. Μέσα στην περιοδική έκθεση παρατηρώ τις μικρές ηγεμονίες της Μεσσηνίας, πριν ακόμη εμφανιστεί το μεγάλο ανακτορικό κέντρο της Πύλου. Οι θολωτοί, θαλαμωτοί και λακκοειδείς τάφοι που έχουν εντοπιστεί σε διαφορετικές περιοχές της Μεσσηνίας αποκαλύπτουν έναν κόσμο με πλούτο, ιεραρχία και έντονες επαφές με την Κρήτη, τις Κυκλάδες και την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο. Η έκθεση επιλέγει να μην παρουσιάσει αυτά τα ευρήματα ως μεμονωμένους «θησαυρούς». Τα εντάσσει στο περιβάλλον όπου βρέθηκαν και, κυρίως, αποκαλύπτει πώς βρέθηκαν. Δίπλα στα αντικείμενα εμφανίζονται ανασκαφικές φωτογραφίες, ημερολόγια, σχέδια και αρχειακό υλικό, ώστε ο επισκέπτης να παρακολουθεί την πορεία από το χώμα μέχρι την προθήκη. Αυτό είναι ένα από τα σημεία στα οποία ο κ. Νικολέντζος επιμένει ιδιαίτερα. Η συγκεκριμένη έκθεση, εξηγεί, διαφοροποιείται από τις προηγούμενες παρουσιάσεις της ίδιας συλλογής, καθώς δίνει μεγαλύτερο βάρος όχι μόνο στα ευρήματα, αλλά και στους ανθρώπους που τα έφεραν στο φως. Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι, παλαιότερες και νεότερες ανασκαφές, ημερολόγια και φωτογραφίες γίνονται κομμάτι της ίδιας αφήγησης. Και η εικόνα που προκύπτει είναι πολύ διαφορετική από εκείνη μιας Μεσσηνίας που απλώς «περίμενε» την εμφάνιση του Νέστορα. Πριν από το ανάκτορο υπήρχε ένας κόσμος με πολλές εστίες εξουσίας, με τοπικούς άρχοντες που επιδείκνυαν το κύρος τους μέσα από τα ταφικά μνημεία και τα πολύτιμα κτερίσματα. Σταδιακά, όμως, αυτή η εικόνα αλλάζει. Οι διάσπαρτες ηγεμονίες αρχίζουν να συγκλίνουν προς ένα ισχυρό κέντρο στον Άνω Εγκλιανό. Και εκεί βρίσκεται το κρίσιμο σημείο της έκθεσης: η στιγμή κατά την οποία η εξουσία συγκεντρώνεται και δημιουργείται το ανάκτορο που γνωρίζουμε ως Ανάκτορο του Νέστορα. Πριν φτάσουμε, όμως, στον Νέστορα, υπάρχει ένας άνθρωπος που κλέβει την παράσταση.Ο Γρύπας Πολεμιστής: ένα αριστούργημα τριών εκατοστών
Κάπου εδώ η ξενάγηση αποκτά ένα από τα πιο εντυπωσιακά της σημεία. Ο κ. Νικολέντζος σταματά μπροστά στον Γρύπα Πολεμιστή, το περίφημο εύρημα από τον ομώνυμο τάφο στον Άνω Εγκλιανό, και μου ζητά να το κοιτάξω όσο πιο κοντά γίνεται. Το αντικείμενο είναι μικροσκοπικό. Η λεπτομέρεια, όμως, είναι σχεδόν αδιανόητη. Σε ένα πλακίδιο μόλις τριών εκατοστών αποτυπώνεται μια ολόκληρη σκηνή: ένας νεκρός πολεμιστής και δύο μορφές που αντιμάχονται για τα όπλα του. Η εικόνα παραπέμπει σε έναν κόσμο που γνωρίζουμε και από τα ομηρικά έπη, όμως εδώ δεν έχουμε μπροστά μας έναν μύθο. Έχουμε ένα πραγματικό αντικείμενο που κατασκευάστηκε πριν από περίπου 3.500 χρόνια. Και όσο πλησιάζεις, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται το μεγαλείο του. Οι μορφές, η κόμμωση, τα όπλα, ακόμη και οι λεπτομέρειες της λαβής έχουν αποδοθεί με ακρίβεια που μοιάζει δυσανάλογη με το μέγεθος του αντικειμένου. Είναι από εκείνα τα εκθέματα που σε αναγκάζουν να αλλάξεις απόσταση: από μακριά βλέπεις ένα μικρό εύρημα, από κοντά βλέπεις έναν ολόκληρο κόσμο σε λίγα εκατοστά.
Ο ίδιος ο διευθυντής του μουσείου στέκεται ιδιαίτερα στη λεπτομέρεια. Δεν μιλά για ένα ακόμη πολύτιμο αντικείμενο, αλλά για ένα επίτευγμα μικροτεχνίας που εξακολουθεί να προκαλεί θαυμασμό ακόμη και σε έναν άνθρωπο που έχει περάσει τη ζωή του μελετώντας αρχαιότητες. «Εγώ όταν το πρωτοείδα εντυπωσιάστηκα και όταν το είδα πλέον από κοντά», λέει, πριν καταλήξει στο αυτονόητο: «Είναι απίστευτο». Το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο Γρύπας Πολεμιστής δεν ήρθε μόνος του. Ο τάφος έκρυβε δεκάδες αντικείμενα εξαιρετικής τεχνικής, μεταξύ των οποίων σφραγίδες, όπλα και πέντε χτένες από ελεφαντόδοντο. Και εδώ εμφανίζεται μία από τις πιο παράξενες και γοητευτικές συνδέσεις με το σήμερα: η χτένα, ύστερα από περισσότερες από τρεις χιλιετίες, εξακολουθεί να είναι αναγνωρίσιμη ως αυτό ακριβώς που ήταν. Ο Γρύπας, όμως, αποκαλύπτει και κάτι ακόμη. Ότι ο μυκηναϊκός κόσμος δεν ήταν ένας κόσμος πρωτόγονων τεχνικών και ακατέργαστων αντικειμένων. Ήταν ένας κόσμος με τεχνογνωσία, εξαιρετική αισθητική, σύνθετα δίκτυα ανταλλαγών και ανθρώπους ικανούς να μεταφέρουν σε ελάχιστα εκατοστά πολύπλοκες εικόνες και ολόκληρες αντιλήψεις για τον πόλεμο, την εξουσία και τον θάνατο.Από τον τάφο… στο ανάκτορο
Ο Γρύπας Πολεμιστής μάς έχει ήδη δείξει κάτι κρίσιμο για τον κόσμο της Πύλου: ο πλούτος και η πολυπλοκότητα δεν περιορίζονταν στο ανάκτορο. Υπήρχαν ήδη ισχυρές τοπικές ελίτ, με εντυπωσιακά ταφικά έθιμα, πολύτιμα αντικείμενα και επαφές με έναν πολύ μεγαλύτερο κόσμο. Η έκθεση αρχίζει, όμως, να δείχνει και κάτι ακόμη: πώς αυτή η πολυκεντρική κοινωνία οδηγείται σταδιακά στη συγκέντρωση της εξουσίας. Στον Άνω Εγκλιανό, εκεί όπου αργότερα θα χτιστεί το Ανάκτορο του Νέστορα, οι πλούσιες ταφές μαρτυρούν ότι είχε ήδη διαμορφωθεί ένα σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κέντρο. Και όσο προχωράμε στην έκθεση, η εικόνα γίνεται πιο καθαρή: οι μικρότερες ηγεμονίες σταδιακά υποχωρούν και το ανάκτορο γίνεται ο πυρήνας ενός ενιαίου βασιλείου.
Είναι μια αλλαγή που δεν αφορά μόνο τη γεωγραφία της εξουσίας. Αλλάζει ολόκληρη η οργάνωση της κοινωνίας. Η Πύλος αποκτά ένα διοικητικό κέντρο, εργαστήρια, αποθήκες και ένα σύστημα καταγραφής που μας επιτρέπει, 3.000 και πλέον χρόνια αργότερα, να ρίξουμε μια σπάνια ματιά στην καθημερινή λειτουργία αυτού του κράτους. Και κάπου εδώ εμφανίζονται οι πινακίδες της Γραμμικής Β. Αλλά πριν φτάσουμε σε αυτές, υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο της έκθεσης που αξίζει να σταθούμε: το ίδιο το ανάκτορο δεν μας αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τα αντικείμενα που άφησε πίσω του, αλλά και μέσα από τα ίχνη των ανθρώπων που το αναζήτησαν. Η έκθεση βάζει δίπλα στα ευρήματα τις ανασκαφικές φωτογραφίες, τα ημερολόγια και τις σημειώσεις των αρχαιολόγων. Έτσι, η ιστορία δεν είναι μόνο «τι συνέβη τότε», αλλά και πώς καταφέραμε εμείς να μάθουμε τι συνέβη τότε. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον παιχνίδι της έκθεσης: ο επισκέπτης δεν παρακολουθεί απλώς την αποκάλυψη της Πύλου, παρακολουθεί και την αποκάλυψη της ίδιας της αρχαιολογικής γνώσης.Οι πινακίδες που «μίλησαν» 3.000 χρόνια μετά
Αν τα χρυσά αντικείμενα και ο Γρύπας Πολεμιστής αποκαλύπτουν τον πλούτο και την τεχνογνωσία της μυκηναϊκής κοινωνίας, οι πινακίδες της Γραμμικής Β αποκαλύπτουν κάτι ακόμη πιο πολύτιμο: πώς λειτουργούσε στην πράξη το βασίλειο της Πύλου. Ο διευθυντής του Μουσείου μου εξηγεί πως το 1939, οι ανασκαφές του Carl W. Blegen και του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη έφεραν στο φως το αρχείο του ανακτόρου. Οι πήλινες πινακίδες καταγράφουν στοιχεία για τη διοίκηση, την οικονομία, την παραγωγή και την κοινωνική οργάνωση του μυκηναϊκού κράτους. Και υπάρχει εδώ μια σχεδόν ειρωνική ιστορία. Οι πινακίδες δεν προορίζονταν να διατηρηθούν για χιλιάδες χρόνια. Ήταν διοικητικά έγγραφα καθημερινής χρήσης και, υπό κανονικές συνθήκες, θα είχαν ανακυκλωθεί. Η φωτιά που κατέστρεψε το ανάκτορο ήταν τελικά αυτή που τις διατήρησε. Ο πηλός ψήθηκε και οι προσωρινές καταγραφές μετατράπηκαν σε ένα από τα σημαντικότερα αρχεία του μυκηναϊκού κόσμου.
Οι πινακίδες μεταφέρθηκαν στο μουσείο το 1939, όμως με την έναρξη του πολέμου μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ παράλληλα άρχισε η προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της γραφής. Και η μεγάλη αποκάλυψη ήρθε όταν η ανασκαφή του 1951 έφερε στο φως μια πινακίδα που έδωσε ένα καθοριστικό στοιχείο: τη λέξη που μπορούσε να συνδεθεί με την απεικόνιση ενός τρίποδα. Από εκεί αρχίζει να ξεκλειδώνει το αίνιγμα. Η Γραμμική Β αποδεικνύεται ότι αποδίδει μια πρώιμη μορφή της ελληνικής γλώσσας. Και ξαφνικά, άνθρωποι που έζησαν στην Πύλο πριν από περισσότερα από 3.000 χρόνια παύουν να μας μιλούν μόνο μέσα από τα αντικείμενα που άφησαν πίσω τους. Μας μιλούν με τις ίδιες τους τις λέξεις. Και οι λέξεις αυτές είναι εκπληκτικά καθημερινές. Οι πινακίδες καταγράφουν παραγωγές, προϊόντα, αρωματικά έλαια, εργαζόμενους και θρησκευτικές υποχρεώσεις. Σε μία από αυτές, όπως μου εξηγεί ο κ. Νικολέντζος, καταγράφεται ακόμη και μια ιέρεια που διαμαρτύρεται για τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Είναι ίσως η στιγμή που η απόσταση των αιώνων μικραίνει περισσότερο. Ένας άνθρωπος πριν από τρεις χιλιετίες διαμαρτύρεται για φόρους και ξαφνικά ο μυκηναϊκός κόσμος δεν μοιάζει τόσο μακρινός. Από τον Γρύπα Πολεμιστή που χωρά στην άκρη του δαχτύλου μέχρι μια πήλινη πινακίδα που διασώθηκε χάρη στη φωτιά, η έκθεση αρχίζει να αποκαλύπτει όχι έναν μυθικό κόσμο, αλλά μια πραγματική κοινωνία, με διοίκηση, εμπόριο, εργασία, θρησκεία, φόρους και ανθρώπους που, με έναν παράξενο τρόπο, δεν είναι καθόλου διαφορετικοί από εμάς.Η Πύλος του Νέστορα: όταν η εξουσία αποκτά ανάκτορο
Και τότε η εικόνα αλλάζει. Οι μικρές ηγεμονίες που είδαμε στην αρχή της διαδρομής έχουν πλέον δώσει τη θέση τους σε ένα οργανωμένο βασίλειο με κέντρο το Ανάκτορο του Άνω Εγκλιανού, το οποίο η παράδοση συνέδεσε με τον ομηρικό Νέστορα. Το ανάκτορο, που οικοδομήθηκε λίγο μετά το 1300 π.Χ., δεν ήταν απλώς η κατοικία ενός ηγεμόνα. Ήταν το διοικητικό, οικονομικό και πολιτικό κέντρο ενός βασιλείου που έλεγχε σχεδόν ολόκληρη τη σημερινή Μεσσηνία. Περισσότερα από 100 δωμάτια φιλοξενούσαν κατοικίες, εργαστήρια και αποθήκες, ενώ στην καρδιά του συγκροτήματος βρισκόταν η Αίθουσα του Θρόνου.
Στα σχεδιαγράμματα του ανακτόρου, ο κ. Νικολέντζος μου εξηγεί πώς ήταν οργανωμένος αυτός ο κόσμος. Η Αίθουσα του Θρόνου, οι χώροι αποθήκευσης, τα εργαστήρια, τα «δώματα της βασίλισσας», οι τοιχογραφίες και τα αντικείμενα που συνδέονται με την καθημερινότητα αποκαλύπτουν μια κοινωνία πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα που μπορεί να έχουμε για έναν προϊστορικό κόσμο. Και οι τοιχογραφίες είναι από μόνες τους μια ιστορία. Γυναίκες σε πομπές, σκηνές κυνηγιού, ταυροκαθάψια, πολεμιστές, γρύπες και λιοντάρια συνθέτουν έναν κόσμο όπου η εξουσία, η θρησκεία, ο πόλεμος και η καθημερινότητα συνυπάρχουν. Είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι πίσω από τις μεγάλες λέξεις —«ανάκτορο», «βασίλειο», «Μυκηναϊκός πολιτισμός»— υπήρχαν άνθρωποι που διέθεταν τεχνογνωσία, αισθητική και μια εντυπωσιακή ικανότητα να αποτυπώνουν τον κόσμο τους. Αλλά η Πύλος δεν ήταν απομονωμένη. Το αντίθετο. Τα αντικείμενα που βρίσκονται στους τάφους και στο ανάκτορο αποκαλύπτουν ένα εκτεταμένο δίκτυο επαφών: γυαλί, χαλκός, κεχριμπάρι και άλλα υλικά έφταναν στη Μεσσηνία από μακρινές περιοχές, ενώ προϊόντα της περιοχής ταξίδευαν προς άλλους προορισμούς. Η Πύλος του Νέστορα ήταν, λοιπόν, ένας κόσμος που επικοινωνούσε. Και ίσως αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν την έκθεση τόσο ενδιαφέρουσα: όσο περισσότερο την κοιτάς, τόσο λιγότερο μοιάζει με έναν κλειστό, απομονωμένο προϊστορικό κόσμο και τόσο περισσότερο με μια κοινωνία που εμπορευόταν, διοικούσε, παρήγαγε, ταξίδευε και συνομιλούσε με ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Και ύστερα, όλα αυτά τελείωσαν. Το ανάκτορο καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά γύρω στο 1200 π.Χ. Και η φωτιά που έβαλε τέλος σε αυτόν τον κόσμο ήταν, ειρωνικά, εκείνη που μας επέτρεψε να ακούσουμε τη φωνή του τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα.Η Πύλος χάθηκε. Η μνήμη της έμεινε
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής. Το ανάκτορο έχει πια καταστραφεί, ο κόσμος που το δημιούργησε έχει διαλυθεί και η Μεσσηνία περνά σε μια διαφορετική εποχή. Η έκθεση, όμως, δεν σταματά στην καταστροφή. Συνεχίζει να παρακολουθεί τι απέμεινε από αυτόν τον κόσμο και πώς η μνήμη του επέστρεψε αιώνες αργότερα. Ο διευθυντής του Μουσείου στέκεται στο τελευταίο κομμάτι της αφήγησης και εξηγεί ότι ακόμη και μετά την πτώση των ανακτόρων, τα ταφικά έθιμα διατηρούνται. Και πολύ αργότερα, τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν οι Μεσσήνιοι ανακτούν την ανεξαρτησία τους, επιστρέφουν στους παλιούς θολωτούς και θαλαμωτούς τάφους. Δεν είναι μια τυχαία επιστροφή. Αναζητούν εκεί το κλέος των προγόνων τους και μαζί μια δική τους ιστορική και εθνική ταυτότητα.
Και εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της έκθεσης. Η Πύλος δεν παρουσιάζεται ως ένας χαμένος κόσμος που απλώς ανακαλύψαμε. Παρουσιάζεται ως ένας κόσμος που κάθε εποχή ξαναδιάβασε με τον δικό της τρόπο. Οι Μυκηναίοι άφησαν πίσω τους τάφους, αντικείμενα, πινακίδες και το ανάκτορο. Οι αρχαιολόγοι, αιώνες αργότερα, άρχισαν να συνδέουν αυτά τα θραύσματα μεταξύ τους. Και σήμερα, ο επισκέπτης καλείται να κάνει το ίδιο: να κοιτάξει μια χάντρα, ένα ξίφος, ένα χτένι, μια πινακίδα ή ένα μικροσκοπικό πλακίδιο και να προσπαθήσει να ανασυνθέσει τον άνθρωπο που κάποτε τα κρατούσε στα χέρια του. Αυτό είναι τελικά που μένει από την ξενάγηση. Όχι μόνο ο Νέστορας, ούτε μόνο το ανάκτορο, ούτε οι θησαυροί των τάφων, αλλά η αίσθηση ότι η Ιστορία δεν βρίσκεται ολόκληρη μπροστά μας. Είναι σκόρπια σε μικρά κομμάτια και περιμένει κάποιον να τα ενώσει.Από τον Νέστορα στον Νόλαν
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει από την ξενάγηση. Όπως μας λέει ο k. Νικολέντζος, η ερώτηση που δέχεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό από τους ξένους επισκέπτες είναι η ίδια και αφορά «Οδύσσεια». Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί. Η νέα κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους από τον Κρίστοφερ Νόλαν έχει επαναφέρει την «Οδύσσεια» στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, με το ταξίδι του Οδυσσέα να αποκτά ξανά μια θέση στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα. Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της ελληνικής αρχαιότητας: δεν εξαντλείται. Τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, ένα μυκηναϊκό ανάκτορο, ένας πολεμιστής θαμμένος στον Άνω Εγκλιανό, μια χτένα από ελεφαντόδοντο ή μια πήλινη πινακίδα μπορούν να γίνουν αφορμή για μια καινούργια αφήγηση.
Ο Όμηρος συναντά την αρχαιολογία, η αρχαιολογία συναντά τον κινηματογράφο και ο Νέστορας ξαναβρίσκεται, με έναν απρόσμενο τρόπο, μέσα στη συζήτηση που προκαλεί σήμερα η «Οδύσσεια». Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο εντυπωσιακό εύρημα της συγκεκριμένης έκθεσης. Όχι κάποιο χρυσό αντικείμενο ή ένα αριστουργηματικό κόσμημα, αλλά η διαπίστωση ότι η αρχαία ελληνική ιστορία εξακολουθεί να είναι μια ανεξάντλητη δεξαμενή ιστοριών, εικόνων και ιδεών. Και όσο η σύγχρονη Ελλάδα συνεχίζει να ανακαλύπτει το παρελθόν της, τόσο ο υπόλοιπος κόσμος θα συνεχίζει να επιστρέφει σε αυτό. Άλλοτε μέσα από μια αρχαιολογική προθήκη και άλλοτε μέσα από μια κινηματογραφική αίθουσα IMAX.