Πηγαίνετε να παίξετε με τα παιχνίδια σας, οι μεγάλοι αγοράζουν Ασπίδες
Διαβάζεται σε 5'
Τα “politics of affordability”/ η «πολιτική της καθημερινότητας» είναι ό μόνος τρόπος να μιλάς για ελπίδα, όταν οι άλλοι πουλάνε ασπίδα.
- 02 Σεπτεμβρίου 2026 10:59
Κάθε φορά που στην επικαιρότητα δεσπόζει μια «μεγαλειώδης αμυντική συμφωνία», για την οποία καμαρώνει (με το αζημίωτο) η εκάστοτε κυβέρνηση, ενώ τα φίλα ΜΜΕ προσπαθούν να μαζέψουν κανένα ψίχουλο από το τραπέζι, μου έρχεται στο μυαλό η ίδια σκηνή: είναι ακριβώς η στιγμή που σε κάποια γιορτή, τραπέζι ή οικογενειακή συγκέντρωση, οι μεγάλοι -απηυδισμένοι για λίγη ηρεμία- ανακοινώνουν στους μικρούς ότι ήρθε η ώρα να πάνε να παίξουν με τα παιχνίδια τους (ή απλά πια τους ανοίγουν το τάμπλετ) για να μην τους ζαλίζουν άλλο γιατί έχουν να «συζητήσουν κάτι πολύ σοβαρό».
Κάπως έτσι αντιμετωπίζονται, σαν να μην υπάρχουν, στη δημόσια σφαίρα οι φωνές που μιλάνε για υποδομές, ακρίβεια, ζητήματα διαβίωσης. Για το συνεπαγόμενο βιοτικό επίπεδο, το κόστος του και την εύλογη (;) προτεραιότητά του έναντι του επόμενου Ραφάλ που θα ευλογήσει κάποιος παπάς (ποιος ξεχνά τις αλήστου μνήμης εικόνες πριν λίγα χρόνια;) ή την επόμενη Ασπίδα του Αχιλλέα, για την οποία τα δημόσια ταμεία αποχαιρετούν περισσότερα από 3 δισεκατομμύρια ευρώ (η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία του κράτους του Ισραήλ).
Δεν μιλάω καν για τις πασιφιστικές φωνές που είναι από θέση εναντίον των εξοπλισμών κι εξοβελίζονται ως δήθεν γραφικές από την κυρίαρχη συζήτηση. Δεν αναφέρομαι ούτε σε εκείνους που συμπάσχουν με το δράμα του παλαιστινιακού λαού κι εγείρουν το ηθικό θέμα της άνευ όρων υποστήριξης ενός κράτους που διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα, εποικίζει και βασανίζει στη Δυτική Όχθη, κορυφαίοι υπουργοί του συναγωνίζονται καθημερινά στο ποιος θα κάνει την πιο κτηνώδη δήλωση και για τον πρωθυπουργό του υπάρχει ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Δε λέω ούτε για τους πιο ψύχραιμους που αμφισβητούν την εθνική στάση ασφυκτικής προσκόλλησης στο άρμα του Ισραήλ με δεδομένη την γεωπολιτική αστάθεια των ημερών και την εκρηκτική κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή.
Αλλά για εκείνους που ταλαιπωρούνται καθημερινά σε νοσοκομεία, λεωφορεία και μεσιτικά γραφεία. Κι εκείνους που θεωρητικά τους εκπροσωπούν. Πόσο λίγο ακούγονται στη δεδομένη συνθήκη, πόσο τους καταπίνει μια τυφλή υπακοή στην αφήγηση του «εθνικού συμφέροντος», πόσο στο τέλος της ημέρας οι αντιδράσεις -σε κάτι που θα έπρεπε να είναι πολύ συζητήσιμο αν τελικά προωθεί το κοινωνικό συμφέρον- βαίνουν χλιαρές.
Ο πόλεμος είναι το πιο σκληρό νόμισμα της στιγμής. Η παλαβή ακροδεξιά του Τραμπ, του Νετανιάχου και του Πούτιν τον έχει πάρει εργολαβία. Η μετριοπαθής, υποτίθεται, κεντροδεξιά τύπου Μακρόν και Μητσοτάκη τον προωθεί σχεδόν ως «μη εναλλακτική». Η Μελόνι ετοιμάζεται να σπάσει το ρεκόρ του Μπερλουσκόνι ως η μακροβιότερη πρωθυπουργός της μεταπολεμικής Ιταλίας κι ένας OG πολιτικός τσαρλατάνος σαν τον Νάιτζελ Φάρατζ δεν είναι καθόλου απίθανο να γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός της Αγγλίας.
Οι πολίτες των χωρών τους, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, ζαλισμένα κοτόπουλα από κρίση σε κρίση προσπαθούν να βγάλουν τον μήνα σε μια άνιση αναμέτρηση με το τέρας του πληθωρισμού. Κι όμως οι ιδέες τους, η ρητορική τους, το πολιτικό προϊόν τους είναι που επικρατεί. Με λίγο μεγαλείο, αρκετή πυγμή, απόλυτη προτεραιότητα την «προστασία του δυτικού τρόπου ζωής» κι άμεση ή έμμεση δαιμονοποίηση των μεταναστών, κερδίζουν αυτήν την στιγμή και στο επίπεδο των ιδεών.
Γιατί η άλλη πλευρά, η προοδευτική πλευρά, η Αριστερά ντε, σχεδόν παντού εγκλωβισμένη σε άλλες ατζέντες, αδυνατεί να μιλήσει στους απλούς ανθρώπους με τον τρόπο που το έκανε κάποτε διεισδύοντας (ή και κυριαρχώντας) στα χαμηλά στρώματα.
Ο μόνος τρόπος να ανατραπεί η σημερινή συνθήκη, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο, είναι τα “politics of affordability” – σε μια ελεύθερη απόδοση «οι πολιτικές που θα κάνουν πιο προσιτή την καθημερινότητα». Το παράδειγμα του Μαμντάνι και μερικές ακόμα νίκες προοδευτικών υποψηφίων στα primaries των ΗΠΑ, λίγο πριν τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, επιβεβαιώνουν ότι μόνο η «αλλαγή του παραδείγματος» μπορεί να αντιστρέψει την ακροδεξιά φουρτούνα.
Και η αντιστροφή του παραδείγματος, για να το φέρουμε και στα δικά μας μέτρα, συνίσταται σε μερικά πολύ απλά πράγματα: να μην περιμένεις το λεωφορείο ως και μισή ώρα μέσα στους 40 βαθμούς, να μην παστώνεσαι στον ηλεκτρικό, να έχει πιο συχνά μετρό για να φτάνεις έγκαιρα στη δουλειά σου // να έχεις που να αφήσεις το παιδί σου μέχρι να ανοίξει το σχολείο // να μη γίνεται, κυριολεκτικά, ζήτημα ζωής και θανάτου η στέγαση // να μπορείς να προμηθευτείς τα στοιχειώδη χωρίς να αναγκάζεσαι να παρακολουθείς αυτή τη γελοία ιστορία με την κυβέρνηση να παρακαλάει τα σούπερ μάρκετ να ρίξουν τις τιμές κι αυτά να ανταποκρίνονται αφού τις έχουν πρώτα ανεβάσει, ενώ στο τέλος όλοι χαρωπά συμφωνούν ότι το πρόβλημα είναι οι μισθοί.
Πλαφόν στα ενοίκια, γενναίες ρυθμίσεις στην αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης δωρεάν εισιτήριο στα ΜΜΜ, κοινωνικά παντοπωλεία, δημόσιοι παιδικοί σταθμοί – μερικές ιδέες που κυκλοφορούν και προφανώς δε γίνονται από τη μία μέρα στην άλλη. Για να αντιληφθείς όμως τη σημασία τους πρέπει να ξέρεις τι σημαίνει να μένεις στο νοίκι και να έχεις πάρει έστω μια φορά τα ΜΜΜ και να μην αντιλαμβάνεσαι την πολιτική μόνο ως πεδίο διαπλοκής μέσα από τους περίφημους «αρμούς της εξουσίας». Δεν ξέρω τι μπορούμε να περιμένουμε π.χ. από τον Άδωνι Γεωργιάδη που έλεγε κάποτε «είναι ξεφτίλα να παίρνει το λεωφορείο ο υπουργός», αλλά για την προοδευτική αντιπολίτευση η «πολιτική της καθημερινότητας» εκτός από απαίτηση είναι και μονόδρομος.
Για να μπορέσει να μιλήσει για ελπίδα, εκεί που οι άλλοι πουλάνε ασπίδα.