Ταμείο Ανάκαμψης: Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία οι μεγάλοι “κερδισμένοι” των ευρωπαϊκών κονδυλίων
Διαβάζεται σε 8'
Τρεις χώρες της ΕΕ -η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα- έχουν απορροφήσει δυσανάλογα μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης – Ερωτήματα για την πορεία των χρημάτων, τα θετικά και το τέλος της χρηματοδότησης.
- 02 Σεπτεμβρίου 2026 10:23
Η ΕΕ θα ολοκληρώσει στο τέλος της φετινής χρονιάς «το μεγαλύτερο πακέτο οικονομικής τόνωσης που έχει χρηματοδοτηθεί ποτέ». Το πρόγραμμα NextGenerationEU, ύψους 800 δισ. ευρώ, είχε σχεδιαστεί ως μια μαζική και απολύτως αναγκαία ώθηση στις δημόσιες επενδύσεις, με στόχο να καταστήσει την Ευρώπη «πιο πράσινη, πιο ψηφιακή και πιο ανθεκτική».
Το πρόγραμμα χρηματοδότησε την επέκταση του νέου δικτύου τραμ στη Φλωρεντία. Χρηματοδότησε την επέκταση των δικτύων φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην Ισπανία. Χρηματοδότησε επίσης τη σύνδεση της ελληνικής Σαντορίνης και άλλων νησιών με το ηλεκτρικό δίκτυο της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Όμως, το Ταμείο Ανάκαμψης παρουσιάζει και σημαντικές αδυναμίες.
Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία πήραν «δυσανάλογα μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης»
Οι αυστηροί κανόνες σχετικά με το τι μπορούν να χρηματοδοτήσουν τα χρήματα σημαίνουν ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν καθυστερήσει να αξιοποιήσουν το σύνολο του πακέτου δανείων και επιχορηγήσεων, το οποίο ως αποτέλεσμα έχει περιοριστεί περίπου στα 575 δισ. ευρώ.
Οι κυβερνήσεις, ήδη επιβαρυμένες με χρέος, εμφανίζονται ιδιαίτερα απρόθυμες να λάβουν δάνεια από το Ταμείο, αφήνοντας περίπου 95 δισ. ευρώ αναξιοποίητα.
Όπως εξηγεί ο European Correspondent, τρεις χώρες της ΕΕ -η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα- έχουν απορροφήσει δυσανάλογα μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης.
Η Ιταλία έχει λάβει 195 δισ. ευρώ, η Ισπανία 103 δισ. ευρώ και η Ελλάδα λίγο λιγότερα από 37 δισ. ευρώ. Οι τρεις χώρες αντιστοιχούν συνολικά στα τρία τέταρτα των δανείων και σχεδόν στο ήμισυ του συνόλου των επιχορηγήσεων.
Ερωτήματα για την πορεία των χρημάτων
Οι ελεγκτές της ΕΕ υποστηρίζουν ότι είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πού ακριβώς κατέληξαν όλα τα χρήματα, επειδή η πορεία τους δεν έχει παρακολουθηθεί με επαρκή ακρίβεια.
Μέχρι το τέλος της περασμένης χρονιάς, οι Ευρωπαίοι εισαγγελείς ερευνούσαν 500 υποθέσεις πιθανής απάτης που σχετίζονταν με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι δεν ήταν πάντοτε δυνατό για τις κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τα χρήματα, καθώς δεν υπήρχαν πάντα οι απαραίτητοι άνθρωποι και τα κατάλληλα συστήματα για την υλοποίηση των έργων που στόχευε να χρηματοδοτήσει το Ταμείο.
Το πρόγραμμα προϋπέθετε μεταρρυθμίσεις στους εργασιακούς κανόνες της Γαλλίας και της Ισπανίας, αλλαγές στους κανόνες αδειοδότησης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ισπανία και αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος στην Ιταλία.
Οι αλλαγές αυτές δεν προχώρησαν γρήγορα.
Το NextGenerationEU και το Ταμείο Ανάκαμψης
Το NextGenerationEU είναι η επίσημη ονομασία του συνολικού ευρωπαϊκού πακέτου χρηματοδότησης που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία, συνολικού ύψους περίπου 800 δισ. ευρώ.
Στο πλαίσιο του NextGenerationEU βρίσκεται το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), το μεγαλύτερο και σημαντικότερο χρηματοδοτικό εργαλείο του προγράμματος. Μέσω αυτού διοχετεύεται το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων στα κράτη-μέλη, με τη μορφή επιχορηγήσεων και δανείων.
Και τι ισχύει στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, το RRF υλοποιείται μέσω του «Ελλάδα 2.0», του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που περιλαμβάνει επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις οι οποίες χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Με απλά λόγια, το NextGenerationEU είναι η «ομπρέλα», ενώ το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι το βασικό εργαλείο μέσω του οποίου διοχετεύονται τα χρήματα στα κράτη-μέλη.
Ένα πρωτοφανές ευρωπαϊκό εγχείρημα
Όλα αυτά έχουν σημασία, επειδή το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν η πρώτη φορά που οι κυβερνήσεις της ΕΕ συμφώνησαν να δανειστούν από κοινού τόσο μεγάλο ποσό.
Το Ταμείο έλαβε μάλιστα τη στήριξη ακόμη και ενός από τους σημαντικότερους επικριτές του χρέους, του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, το οποίο έκρινε ότι η συγκεκριμένη κοινή χρηματοδότηση ήταν επιτρεπτή ως εφάπαξ μέτρο για την ανάκαμψη από την πανδημία.
Για ορισμένους, ιδιαίτερα πολιτικούς της Αριστεράς, το Ταμείο αποτελεί προηγούμενο για τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ θα μπορούσε να δανείζεται περισσότερα χρήματα στο μέλλον, προκειμένου να επενδύει στην οικονομία και την κοινωνία της.
Για άλλους, όπως οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Σουηδίας, η περιορισμένη επιτυχία του Ταμείου αποτελεί προειδοποίηση και τις κάνει απρόθυμες να στηρίξουν τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ.
Δεν είναι όλα αρνητικά
Το Ταμείο Ανάκαμψης είχε σχεδιαστεί για να βοηθήσει την Ευρώπη να απεξαρτηθεί από τα ορυκτά καύσιμα και να στραφεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε καθαρότερες μεταφορές.
Τελικά, οι αξιωματούχοι της ΕΕ εκτιμούσαν ότι αυτό θα μπορούσε επίσης να δώσει νέα ώθηση στην οικονομία της περιοχής.
Και σε έναν βαθμό, αυτό συνέβη.
Υπάρχουν περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα στους δρόμους και μεγαλύτερη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αν και σε αυτό συνέβαλε επίσης η παγκόσμια πίεση στις τιμές του πετρελαίου.
Το Ταμείο Ανάκαμψης βοήθησε χώρες στις οποίες οι δημόσιες επενδύσεις ήταν ανεπαρκείς. Η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία σημείωσαν «θεαματική ανάκαμψη» από την πανδημία, σύμφωνα με το Institut Delors.
Το Ταμείο ενδέχεται να πρόσθεσε 0,3% στο ΑΕΠ της ΕΕ πέρυσι.
Οι οικονομολόγοι της Κομισιόν υπολογίζουν ότι οι δαπάνες είχαν ευρύτερα οφέλη για την οικονομία, μέσω των λεγόμενων «spillovers», δηλαδή των επιδράσεων όπου μια επένδυση σε έναν τομέα αυξάνει τη ζήτηση και βοηθά συναφείς επιχειρήσεις.
Έρευνα της Κομισιόν την περασμένη χρονιά ανέφερε ότι η Ελλάδα, η Κροατία, η Ισπανία και η Ιταλία έχουν ωφεληθεί σημαντικά.
Εκτιμάται ότι η Γερμανία, λόγω του μεγέθους της, αποκομίζει το μεγαλύτερο όφελος σε απόλυτους αριθμούς, με οικονομικό αντίκτυπο 66 δισ. ευρώ, διπλάσιο από την οικονομική επίδραση των 32 δισ. ευρώ που έλαβε μέσω δανείων και επιχορηγήσεων.
Περιορισμένος ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη
Βέβαια, κάποιοι θα έλεγαν ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι αρκετά σημαντικά ώστε να αξίζει να πανηγυρίζουμε.
Η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε μόλις κατά 0,2% πέρυσι, ενώ η ιταλική οικονομία κατά 0,5%.
«Ο οικονομικός αντίκτυπος, αν και υπαρκτός, δεν ήταν αρκετά σημαντικός ώστε να αποτελέσει έναν τεράστιο παράγοντα αλλαγής για την οικονομία», δήλωσε ο Eoin Drea, ανώτερος ερευνητής στο Wilfried Martens Centre for European Studies, μια δεξαμενή σκέψης που συνδέεται με το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
«Το ποσό δεν ήταν ποτέ πραγματικά αρκετό», είπε. «Υπήρχαν σχεδιαστικές αδυναμίες που προέκυψαν από τον πολιτικό πανικό και την ανάγκη για δράση κατά τη διάρκεια της COVID».
«Ακόμη και οι πυλώνες πάνω στους οποίους βασίστηκε -η πράσινη ενέργεια και η ψηφιοποίηση- θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι δεν αποτελούν πλέον τις πραγματικές προτεραιότητες της ΕΕ, η οποία σήμερα επικεντρώνεται στην ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια».
Το Ταμείο φτάνει στο τέλος του
Το Ταμείο Ανάκαμψης εξαντλείται στο τέλος της φετινής χρονιάς.
Οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν προθεσμία έως τις 30 Σεπτεμβρίου για να ζητήσουν χρηματοδότηση και έως τις 31 Αυγούστου για να ολοκληρώσουν τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις.
Η Ουγγαρία κινείται γρήγορα προς αυτή την κατεύθυνση, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε περίπου 10 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να μην γνωρίζουν πώς θα αποπληρώσουν το κοινό χρέος.
Ένα από τα σχέδια ήταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αυξήσει τα δικά της έσοδα, μεταξύ άλλων μέσω της πώλησης δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα.
Ωστόσο, οι κυβερνήσεις της ΕΕ πρέπει ακόμη να εγκρίνουν το σχέδιο και δυσκολεύονται να συμφωνήσουν σε ζητήματα που αφορούν τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Ο κίνδυνος από το τέλος των πληρωμών
Το απότομο τέλος των πληρωμών ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει οικονομική πίεση.
Η Κομισιόν προωθεί έναν νέο, μεγαλύτερο προϋπολογισμό για την περίοδο 2028-2034, ο οποίος θα μπορούσε να καλύψει μέρος του κενού.
Η αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ αποτελεί δύσκολο αίτημα σε μια περίοδο κατά την οποία καμία κυβέρνηση δεν διαθέτει μεγάλη δημοσιονομική άνεση.
Πολλές χώρες εξακολουθούν να έχουν υψηλό χρέος από τα χρόνια της COVID. Οι εμπορικοί πόλεμοι και οι υψηλές τιμές ενέργειας έχουν περιορίσει τις προσδοκίες ότι η οικονομία της ΕΕ θα ανακάμψει και ότι τα επίπεδα του δημόσιου χρέους θα μειωθούν.
Διχασμός για το ευρωπαϊκό χρέος
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν επίσης πολύ διαφορετικές απόψεις για το χρέος.
Οι χώρες που τάσσονται υπέρ υψηλότερων δαπανών υποστηρίζουν ότι οι μεγαλύτερες δαπάνες προωθούν την ανάπτυξη.
Ορισμένες θέλουν περισσότερο κοινό δανεισμό της ΕΕ, είτε για τη χρηματοδότηση της άμυνας είτε για τη στήριξη της οικονομίας.
Οι λεγόμενες «φειδωλές» χώρες θέλουν οι κυβερνήσεις να ισοσκελίζουν τους προϋπολογισμούς τους και να μην δαπανούν πολύ περισσότερα από όσα εισπράττουν.
Η Γερμανία, η Ολλανδία, η Δανία, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία δήλωσαν στην Κομισιόν την περασμένη εβδομάδα ότι η ΕΕ δεν μπορεί να προχωρήσει σε μια τεράστια αύξηση του προϋπολογισμού της.
Παράλληλα, απέρριψαν κάθε ιδέα για ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης.
«Ο νέος κοινός δανεισμός δεν αποτελεί λύση στις δημοσιονομικές μας προκλήσεις», ανέφεραν.
Ο Eoin Drea δήλωσε ότι ο περιορισμένος οικονομικός αντίκτυπος του Ταμείου Ανάκαμψης μπορεί να επισκιαστεί από τον μεγαλύτερο πολιτικό του αντίκτυπο.
«Και ιδιαίτερα επειδή ακόμη δεν γνωρίζουμε καν πώς θα το αποπληρώσουμε, κάτι που βρίσκω απίστευτο», είπε.