Η κεραμική μάς φυλάει από το να γίνουμε ρομπότ
Διαβάζεται σε 15'
Η σύγχρονη ελληνική κεραμική ταξίδεψε φέτος στην Κορσική, με την Ελλάδα τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Μπιενάλε Τεχνών της Φωτιάς. Η συν-επιμελήτρια της ελληνικής συμμετοχής Eléonore Trenado-Finetis μιλά στο NEWS 24/7 για τον πηλό, την παράδοση και τη νέα δυναμική της κεραμικής.
- 03 Σεπτεμβρίου 2026 06:14
Ο πηλός είναι από τα αρχαιότερα υλικά που πέρασαν από τα ανθρώπινα χέρια, αλλά η κεραμική σήμερα έχει απομακρυνθεί πολύ από την μονοσηματική εικόνα του αγγείου ή του χρηστικού αντικειμένου. Γλυπτικές και αφαιρετικές φόρμες, έντονα χρώματα, οργανικές υφές και προσωπικές αφηγήσεις έχουν μεταφέρει το υλικό δυναμικά στο πεδίο της σύγχρονης τέχνης. Το αρχέγονο και το απολύτως σύγχρονο μαζί.
Στη διαδρομή της κεραμικής τέχνης έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς της και η Eléonore Trenado-Finetis, ιδρύτρια του Mon Coin Studio και του Greek Ceramix Contemporary και συν-επιμελήτρια της ελληνικής συμμετοχής στη Διεθνή Μπιενάλε Τεχνών της Φωτιάς (BIBAF26) στο Bonifacio της Κορσικής, όπου φέτος η Ελλάδα ήταν η τιμώμενη χώρα.
Έχοντας παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη της ελληνικής σκηνής την τελευταία δεκαετία, και έχοντας βρθεί στη Διεθνή Μπιενάλε στην Κορσική, η Eléonore Trenado-Finetis μάς μιλά για μια κεραμική που «έχει απελευθερωθεί αρκετά από την παραδοσιακή της μορφή» και λειτουργεί πλέον ως μια πολύ πιο προσωπική και εικαστική μορφή έκφρασης.
Η ίδια γνωρίζει την κεραμική ως δημιουργός, αλλά ως άνθρωπος που εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία προσπαθεί να της δώσει μεγαλύτερη ορατότητα. Στη συζήτησή μας αναφέρεται σε μια τέχνη που στην Ελλάδα αναπτύσσεται με ταχύτητα, συνδέεται με την παράδοση χωρίς να την αντιγράφει και ταυτόχρονα απαντά σε κάτι πολύ σημερινό: την ανάγκη, μέσα σε μια ζωή όλο και περισσότερο εγκλωβισμένη στις οθόνες, να επιστρέψουμε στο σώμα, στον χρόνο και στην αφή.
Για εκείνη ο πηλός είναι ακόμη και μια μικρή πράξη αντίστασης στον ψηφιακό κόσμο – ένας τρόπος, όπως λέει χαρακτηριστικά, να μη «γίνουμε ρομπότ».
Η κεραμική είναι αυθεντική και, με έναν τρόπο, βαθιά πολιτική. Είναι μια πράξη αντίστασης στο επιφανειακό, στην απομόνωση, στις ψευδαισθήσεις ενός όλο και πιο ψηφιακού κόσμου
– Η σχέση σας με την κεραμική ξεκίνησε στη Γαλλία, αλλά εξελίχθηκε ουσιαστικά στην Ελλάδα. Μιλήστε μας λίγο για την προσωπική σας διαδρομή και για το πότε γεννήθηκε η ανάγκη να περάσετε από τη δημιουργία στην ανάδειξη του έργου άλλων καλλιτεχνών.
Η σχέση μου με την τέχνη ξεκίνησε πολύ νωρίς. Μεγάλωσα στο Παρίσι, στο Καρτιέ Λατέν, ανάμεσα σε μουσεία, αρχιτεκτονική και χειροτεχνία, και από παιδί σχεδίαζα και παρατηρούσα πολύ. Η τέχνη ήταν πάντα μέρος της καθημερινότητάς μου, ακόμη κι όταν οι σπουδές και η επαγγελματική μου πορεία με οδήγησαν σε διαφορετικούς δρόμους.
Όταν εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα, μετά από κάποια χρόνια επέστρεψα στη δημιουργία, αρχικά μέσα από το κόσμημα. Η γνωριμία μου με το κεραμικό κόσμημα ήταν καθοριστική, γιατί μέσα από τον πηλό βρήκα έναν τρόπο να συνδυάσω τη ζωγραφική, το χρώμα, τον όγκο και τη γλυπτική. Σταδιακά άρχισα να δουλεύω περισσότερο με την κεραμική και να αποκτώ τις βασικές τεχνικές γνώσεις που χρειαζόμουν.
Η πρώτη στιγμή που αισθάνθηκα ότι η σχέση μου με την κεραμική μπορούσε να πάρει μια διαφορετική κατεύθυνση ήταν το 2015. Οργάνωσα με την υποστήριξη του δάσκαλου μου μια έκθεση στο lobby του Hermes Hotel, στο κέντρο της Αθήνας, στην οποία συμμετείχαν 15 κεραμίστες. Τότε είχα συνειδητοποιήσει πόσο εξαιρετική ήταν η δουλειά που γινόταν στην Ελλάδα, αλλά και πόσο λίγο φαινόταν. Υπήρχαν ελάχιστες εκθέσεις και ευκαιρίες παρουσίασης, ενώ πολλοί καλλιτέχνες αντιμετώπιζαν παράλληλα δυσκολίες στο να πουλήσουν τη δουλειά τους.
Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα ότι, έντεκα χρόνια αργότερα, δύο από τους πέντε καλλιτέχνες που συμμετείχαν τότε, η Λιάνα Παπαλέξη και ο Γιώργος Ποντίκης, συμμετέχουν σήμερα στην ελληνική παρουσία της BIBAF26. Είναι ένας όμορφος τρόπος να βλέπω πώς εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια όχι μόνο η δική μου διαδρομή, αλλά και η ίδια η ελληνική κεραμική σκηνή.
Αυτό ήταν για μένα ένα σημείο καμπής. Άρχισα να αισθάνομαι ότι δεν με ενδιέφερε μόνο να δημιουργώ η ίδια, αλλά και να δημιουργώ τις συνθήκες ώστε να βλέπει περισσότερος κόσμος τη δουλειά αυτών των καλλιτεχνών. Έτσι, όταν δημιούργησα το Mon Coin το 2016, άρχισα να διαθέτω προς πώληση, μαζί με τα δικά μου έργα, και έργα άλλων κεραμιστών.
Στη συνέχεια, αυτή η ανάγκη εξελίχθηκε φυσικά σε κάτι ευρύτερο: το Mon Coin Studio, το 2019, και αργότερα το Greek Ceramix Contemporary. Με έναν τρόπο, δεν αισθάνομαι ότι εγκατέλειψα τη δημιουργία για να ασχοληθώ με την ανάδειξη άλλων. Η σχέση μου με την κεραμική απλώς μετατοπίστηκε: από το να φτιάχνω η ίδια, στο να βοηθώ τη δουλειά μιας ολόκληρης σκηνής να αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα.
– Φέτος συμμετέχετε ως συν-επιμελήτρια στην BIBAF26, με την Ελλάδα τιμώμενη χώρα. Πώς προέκυψε η ελληνική συμμετοχή και ποιος ήταν ο δικός σας ρόλος στη διαμόρφωσή της;
Η ελληνική συμμετοχή προέκυψε αρχικά από την απόφαση των διοργανωτών της BIBAF26, Jean-François Baggioni και Olivier Plique, να τιμήσουν φέτος την Ελλάδα. Είχαν ήδη γνωρίσει τη δουλειά ορισμένων Ελλήνων κεραμιστών μέσα από μια προηγούμενη έκθεση στη Νότια Γαλλία και, στη συνέχεια, μου πρότειναν να αναλάβω τη συν-επιμέλεια της ελληνικής συμμετοχής.
Ο ρόλος μου, μαζί με το Greek Ceramix Contemporary, ήταν να συμβάλω στη διαμόρφωση της ελληνικής παρουσίας και να προτείνω καλλιτέχνες που, μέσα από διαφορετικές αισθητικές και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις, μπορούν να εκφράσουν τη σημερινή ελληνική κεραμική σκηνή. Δεν θέλαμε να παρουσιάσουμε μια ενιαία εικόνα της ελληνικής κεραμικής, αλλά την πολυμορφία και τη ζωντάνια της.
Υπάρχει επίσης ένας πολύ φυσικός διάλογος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κορσική, καθώς ανήκουμε στον ίδιο μεσογειακό χώρο. Για μένα, λοιπόν, η συμμετοχή αυτή έχει ενδιαφέρον όχι μόνο ως μια παρουσίαση Ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό, αλλά και ως μια ευκαιρία να δημιουργηθούν νέες σχέσεις και ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στις δύο μεσογειακές σκηνές.
– Ποια ήταν η κεντρική επιμελητική ιδέα της έκθεσης “KALLISTE – Corso Greek” και ποια εικόνα της σύγχρονης ελληνικής κεραμικής θελήσατε να μεταφέρετε στο διεθνές κοινό;
Η κεντρική επιμελητική ιδέα της KALLISTE – Corso Greek ήταν να δημιουργήσουμε έναν διάλογο ανάμεσα στη σύγχρονη ελληνική κεραμική και τον ίδιο τον τόπο που τη φιλοξενούσε: το Bonifacio, την Κορσική και, ευρύτερα, τη Μεσόγειο.
Θέλαμε να επιλέξουμε έργα που θα μπορούσαν να συνομιλήσουν με το τοπίο του Bonifacio και με τα στοιχεία που ενώνουν τις δύο πλευρές της Μεσογείου: τη θάλασσα, το φως, τον βράχο, τη γη και τη φύση. Οι οργανικές φόρμες, οι γήινες υφές, οι μεσογειακές αποχρώσεις και η αίσθηση της κίνησης που συχνά χαρακτηρίζει τα έργα δημιουργούσαν έναν φυσικό διάλογο με το τοπίο της Κορσικής.
Η θάλασσα ήταν ίσως το πιο ισχυρό κοινό σημείο αναφοράς. Είναι ταυτόχρονα γεωγραφικό σύνορο και χώρος επικοινωνίας· χωρίζει, αλλά και ενώνει πολιτισμούς, ανθρώπους και τόπους. Μέσα από αυτή την οπτική, η ελληνική κεραμική δεν παρουσιάστηκε ως κάτι απομονωμένο ή αποκλειστικά «ελληνικό», αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου μεσογειακού πολιτιστικού τοπίου.
Θέλαμε, επομένως, να μεταφέρουμε στο διεθνές κοινό την εικόνα μιας σύγχρονης ελληνικής κεραμικής ζωντανής και πολυφωνικής, που έχει βαθιά σχέση με τον ελληνικό τόπο, τη θάλασσα, το φως και τη φύση, αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί με το παρόν και με τη διεθνή σύγχρονη τέχνη.
Η KALLISTE ήταν τελικά μια συνάντηση δύο μεσογειακών πολιτισμών, μέσα από ένα υλικό που έχει την ικανότητα να κρατά μέσα του τη μνήμη του τόπου: τη γη.
– Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι πέντε Έλληνες καλλιτέχνες; Έχοντας ζήσει πλέον τη διοργάνωση από κοντά, τι αποκομίσατε από την εμπειρία της BIBAF και πώς υποδέχθηκε το κοινό της Κορσικής τη σύγχρονη ελληνική κεραμική;
Οι πέντε καλλιτέχνες — Χρυσάνθη Λυμπεραίου, Κυριακή Μουστάκη, Λιάνα Παπαλέξη, Γιώργος Ποντίκης και Στράτος Ζαργκλής — επιλέχθηκαν με βασικό κριτήριο το ίδιο το έργο τους, την αυθεντικότητα της προσωπικής τους γραφής και την ικανότητά τους να συνομιλήσουν με το τοπίο και την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του Bonifacio. Θέλαμε να παρουσιάσουμε διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, μέσα από την ποικιλία των υλικών, των τεχνικών, των αισθητικών προσεγγίσεων και των ευαισθησιών, δημιουργώντας παράλληλα έναν κοινό διάλογο με τη θάλασσα, το φως, τη γη και τη μεσογειακή φύση.
Η εμπειρία της BIBAF ήταν ιδιαίτερα σημαντική, κυρίως γιατί μας έδωσε τη δυνατότητα να δούμε τη σύγχρονη ελληνική κεραμική μέσα σε ένα πραγματικά διεθνές πλαίσιο. Με περίπου 24.000–25.000 επισκέπτες από τουλάχιστον 42 χώρες, η διοργάνωση προσέφερε ένα πολύ ευρύ κοινό.
Η ανταπόκριση ήταν πολύ θετική και είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να βλέπουμε πόσο άμεσα μπορούσαν να επικοινωνήσουν τα έργα με τους επισκέπτες, μέσα από τη φόρμα, το υλικό και το χρώμα. Ήταν μια πολύ όμορφη επιβεβαίωση ότι η σύγχρονη ελληνική κεραμική έχει τη δική της ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να συνομιλεί φυσικά με ένα διεθνές κοινό.
– Ποιες τάσεις διακρίνετε σήμερα στη σύγχρονη κεραμική, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς; Προς ποιες θεματικές, φόρμες και τεχνικές στρέφεται η νεότερη γενιά δημιουργών;
Νομίζω ότι σήμερα η κεραμική, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, έχει απελευθερωθεί αρκετά από την παραδοσιακή της μορφή και έχει γίνει μια πολύ πιο προσωπική και εικαστική μορφή έκφρασης.
Βλέπουμε πολλές οργανικές, γλυπτικές και αφαιρετικές φόρμες, μεγάλο ενδιαφέρον για την υλικότητα του πηλού, τις υφές και το χρώμα, αλλά και πολύ πειραματισμό με τεχνικές και άλλα υλικά. Οι νεότεροι δημιουργοί στρέφονται επίσης σε θέματα όπως η φύση, το σώμα, η μνήμη, η ταυτότητα και το περιβάλλον, συχνά μέσα από πολύ προσωπικές αφηγήσεις.
Στην Ελλάδα βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη δημιουργία συνδέεται με την παράδοση, χωρίς να την αντιγράφει. Η παραδοσιακή κρητική κεραμική, για παράδειγμα, συνεχίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης, αλλά παίρνει πλέον σύγχρονη μορφή. Το ίδιο βλέπουμε και στην περίπτωση του Μενάνδρου Παπαδόπουλου, από το εργαστήριο του οποίου πέρασαν πολλοί δημιουργοί και επηρεάστηκαν διαφορετικές γενιές κεραμιστών.
Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ακριβώς αυτή η ελευθερία: να μπορεί ένας νέος δημιουργός να αντλεί από την παράδοση, από τον τόπο ή από το ίδιο το υλικό και να τα μετατρέπει σε κάτι απολύτως προσωπικό. Και αυτή την ποικιλία προσπαθούμε να αναδεικνύουμε μέσα από το Greek Ceramix Contemporary.
Η επόμενη στάση του CERAMIC JOURNEY AROUND GREECE VOL.5 – PELOPONNESE, τον Νοέμβριο, θα μας οδηγήσει σε μια περιοχή με πολύ δυναμική παρουσία στην κεραμική, τόσο στην παραγωγή και την εκπαίδευση όσο και στις εκθέσεις, τα σεμινάρια και τα εργαστήρια.
– Τα τελευταία χρόνια η κεραμική διεκδικεί εντονότερη παρουσία στη σύγχρονη τέχνη. Πρόκειται για μια συγκυριακή επιστροφή στο χειροποίητο ή για μια βαθύτερη αλλαγή στη σχέση μας με την ύλη και τα αντικείμενα;
Πιστεύω ότι ισχύουν και τα δύο. Υπάρχει, πράγματι, μια έντονη επιστροφή στο χειροποίητο, σε μια εποχή όπου η καθημερινότητά μας γίνεται όλο και πιο ψηφιακή και η μαζική παραγωγή μας απομακρύνει ολοένα περισσότερο από την ίδια την πράξη της δημιουργίας.
Όμως, πίσω από αυτή την επιστροφή βλέπω και μια βαθύτερη ανάγκη: την ανάγκη να ξανασυνδεθούμε με την ύλη, με τον χρόνο και με την ανθρώπινη χειρονομία. Η κεραμική μάς φέρνει ξανά σε επαφή με κάτι πραγματικό και απτό. Ένα αντικείμενο από πηλό κουβαλά τον χρόνο που χρειάστηκε για να δημιουργηθεί, το ίχνος του χεριού, αλλά και την απρόβλεπτη διαδικασία του ψησίματος.
Ίσως γι’ αυτό η κεραμική είναι σήμερα τόσο επίκαιρη. Δεν βρίσκεται μόνο ανάμεσα στη χρηστικότητα, τη διακόσμηση και την τέχνη· βρίσκεται και ανάμεσα στον άνθρωπο και την ύλη. Και αυτή η σχέση, σε έναν όλο και πιο ψηφιακό κόσμο, αποκτά για μένα ιδιαίτερη σημασία.
Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι πρόκειται απλώς για μια μόδα ή μια συγκυριακή επιστροφή. Πιστεύω ότι εκφράζει μια ουσιαστική ανάγκη της εποχής μας: να ξαναβρούμε τη σχέση μας με τα πράγματα, με τον χρόνο και τελικά με τον ίδιο μας τον εαυτό.
– Έχετε μιλήσει για τη θεραπευτική διάσταση της κεραμικής. Τι προσφέρει η επαφή με τον πηλό σε μια εποχή που είμαστε διαρκώς προσηλωμένοι στις οθόνες;
Νομίζω ότι η κεραμική είναι μία από τις δραστηριότητες που λειτουργούν ως αντίσταση σε αυτό που συμβαίνει σήμερα. Είναι μια αυθεντική σχέση με την ύλη και με τον εαυτό μας. Αγγίζεις, δημιουργείς, παίρνεις χρόνο, συγκεντρώνεσαι. Το στρες υποχωρεί και επιστρέφεις σε κάποια από τα βασικά της ζωής.
Σε μια εποχή που είμαστε διαρκώς μπροστά σε οθόνες, η επαφή με τον πηλό μας ξαναφέρνει στο σώμα, στην ύλη και στη δημιουργία. Υπάρχει και η χαρά της δημιουργίας: παίρνεις ένα άμορφο υλικό και, μέσα από τα χέρια και τη φαντασία σου, δημιουργείς κάτι μοναδικό. Και βέβαια υπάρχει η ομορφιά, που από μόνη της έχει μια θεραπευτική δύναμη.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η κεραμική είναι αυθεντική και, με έναν τρόπο, βαθιά πολιτική. Είναι μια πράξη αντίστασης στο επιφανειακό, στην απομόνωση, στις ψευδαισθήσεις ενός όλο και πιο ψηφιακού κόσμου. Μας κρατά σε επαφή με την ύλη, με τον άλλον, με τον εαυτό μας. Μας φυλάει από το να γίνουμε ρομπότ.
– Ποιο μέλλον βλέπετε για τη σύγχρονη κεραμική στην Ελλάδα; Τι χρειάζεται ακόμη ώστε η δυναμική να αποκτήσει διάρκεια;
Βλέπω ένα πολύ ενδιαφέρον μέλλον για τη σύγχρονη κεραμική στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη θέση στο σύγχρονο εικαστικό τοπίο και θα ανοίξει περισσότερο προς το εξωτερικό. Υπάρχει ήδη μια νέα γενιά δημιουργών με πολύ προσωπική γραφή, ενώ το κοινό δείχνει όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την κεραμική, όχι μόνο ως αντικείμενο χρήσης, αλλά και ως μορφή σύγχρονης τέχνης.
Παρόλο που το τοπίο παραμένει ακόμη εύθραυστο σε οικονομικό επίπεδο, η δυναμική υπάρχει. Για πολλούς κεραμίστες είναι δύσκολο να ζήσουν αποκλειστικά από την καλλιτεχνική τους πρακτική. Η διδασκαλία, οι παραγγελίες ή άλλες παράλληλες δραστηριότητες αποτελούν συχνά μια απαραίτητη βάση εισοδήματος.
Την ίδια στιγμή, όμως, η σκηνή είναι ιδιαίτερα ζωντανή. Υπάρχουν πολλά εργαστήρια, σχολές, μια νέα γενιά καλλιτεχνών με μεγάλη ενεργοποίηση και, κυρίως, μια μεγάλη ποικιλία πρακτικών. Κάποιοι δημιουργούν χρηστικά ή διακοσμητικά αντικείμενα, που τους προσφέρουν μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, ενώ άλλοι κινούνται σε πιο γλυπτικές ή εννοιολογικές κατευθύνσεις, οι οποίες εξαρτώνται περισσότερο από εκθέσεις, residencies και περιοδικά projects.
Παράλληλα, το ενδιαφέρον για την κεραμική αυξάνεται, με περισσότερες εκθέσεις, συνεργασίες και projects, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Πιστεύω, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή μιας πολύ ενδιαφέρουσας εξέλιξης. Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε αυτή η δυναμική να αποκτήσει διάρκεια: περισσότεροι χώροι έκθεσης, residencies και υποστήριξη για τους καλλιτέχνες, καλύτερη οργάνωση της αγοράς και περισσότερες γέφυρες με το εξωτερικό.
Ο τουρισμός μπορεί επίσης να παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη. Η ελληνική κεραμική ήταν για πολλά χρόνια συνδεδεμένη κυρίως με τα τουριστικά καταστήματα. Σήμερα, όμως, βλέπουμε να εμφανίζονται νέα σημεία, concept stores, γκαλερί και ανεξάρτητες πρωτοβουλίες που την προσεγγίζουν με πιο σύγχρονο τρόπο και αναδεικνύουν περισσότερο τη δουλειά των δημιουργών.
Ήδη από το 2015, όταν η σύγχρονη ελληνική κεραμική ήταν ακόμη πολύ λιγότερο ορατή και η σκηνή βρισκόταν ουσιαστικά στα πρώτα της βήματα, άρχισα να δημιουργώ πρωτοβουλίες με στόχο να δώσω περισσότερο χώρο και ορατότητα στους καλλιτέχνες. Από τότε, αυτή η ανάγκη εξελίχθηκε σταδιακά στο Mon Coin Studio Athens, στο Mon Coin Studio στο Hilton Chania και στο Greek Ceramix Contemporary. Είναι διαφορετικές δραστηριότητες, με διαφορετικούς ρόλους, αλλά όλες ξεκίνησαν από την ίδια ανάγκη: να δημιουργηθούν περισσότερες ευκαιρίες για τη σύγχρονη ελληνική κεραμική, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.