Το AfD και ο ολέθριος κατακερματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Διαβάζεται σε 8'
Ψηφοφόροι έξω από το γερμανικό κοινοβούλιο
Ψηφοφόροι έξω από το γερμανικό κοινοβούλιο Democracy News Alliance/news aktuell via AP Images

Μια πολιτικά αδύναμη Γερμανία και μια Γαλλία βυθισμένη σε διαδοχικές κρίσεις επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση της Ευρώπης.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ της Γερμανίας και η σαρωτική επικράτηση του κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) αποτελούν το πλέον εύγλωττο σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης νομιμοποίησης που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Η εκλογική επιτυχία του AfD δεν εδράζεται αποκλειστικά σε ένα μεμονωμένο ζήτημα, αλλά σε ένα σύνολο θεμάτων πολιτικής που τόσο η κυβέρνηση στο Βερολίνο, όσο και οι θεσμοί στις Βρυξέλλες δυσκολεύονται να διαχειριστούν αποτελεσματικά, εντείνοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια και την αίσθηση μιας διαρκούς περιθωριοποίησης εντός των κρατών-μελών της ΕΕ.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πυρήνας της στρατηγικής του AfD αγγίζει την ίδια την αρχιτεκτονική της Ευρώπης: το εθνικιστικό, αντι-ευρωπαϊκό κόμμα της Γερμανίας, που γιγαντώθηκε εκλογικά τα τελευταία χρόνια, προωθεί ανοιχτά την πρόταση για μια αδύναμη, αποδομημένη και κατακερματισμένη ΕΕ. Επιδιώκει την επιστροφή σε ένα χαλαρό σχήμα κυρίαρχων εθνών-κρατών (με το σύνθημα «Europa der Vaterländer») χωρίς κοινή «γραμμή» στην οικονομία, στα κοινωνικά θέματα, στην εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα. Με τον τρόπο αυτό, η άνοδός του ενισχύει τον εσωτερικό διχασμό της ΕΕ, ακριβώς τη στιγμή που άλλα παγκόσμια κέντρα ισχύος λειτουργούν με απόλυτο συγκεντρωτισμό στη λήψη αποφάσεων.

Η σημερινή τάξη πραγμάτων, οι ΗΠΑ και η Κίνα

Στη σημερινή παγκόσμια τάξη πραγμάτων, ο διαχωρισμός μεταξύ κράτους και οικονομίας έχει ουσιαστικά καταργηθεί. Τα κυριότερα κέντρα ισχύος -οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία και τα κράτη του Κόλπου- έχουν αντιληφθεί ότι η οικονομική δύναμη, χωρίς πολιτική και στρατιωτική αποφασιστικότητα, δεν αρκεί για να διασφαλίσει διαρκή παγκόσμια επιρροή. Ο πόλεμος, ή η ελεγχόμενη χρήση βίας ως έσχατη λύση για την προάσπιση ιδίων συμφερόντων, επέστρεψε στην παγκόσμια πολιτική σκηνή: οι περιορισμένες συγκρούσεις, η στρατιωτική αποτροπή και τα εργαλεία άσκησης οικονομικής πιέσης αποτελούν πλέον εργαλεία για την επίτευξη γεωοικονομικών στόχων.

Οι ΗΠΑ επιβάλλουν την παγκόσμια υπεροχή τους μέσω ενός συνδυασμού οικονομικής, στρατιωτικής και θεσμικής ισχύος. Το ιδιαίτερα συγκεντρωτικό σύστημα λήψης αποφάσεων της αμερικανικής διοίκησης επιτρέπει τον ταχύτατο συντονισμό οικονομικών κυρώσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων και τεχνολογικών επενδύσεων. Η ικανότητα της Ουάσιγκτον να αντιδρά άμεσα σε κρίσεις, να αξιοποιεί παγκόσμιες υποδομές και χρηματοπιστωτικά συστήματα, καθώς και να διατηρεί στρατιωτική παρουσία μέσω στρατηγικών βάσεων και στόλων σε ολόκληρο τον κόσμο, της προσφέρει ένα μοναδικό πλεονέκτημα στη διαμόρφωση των γεωπολιτικών και γεωοικονομικών εξελίξεων. Επιπλέον, οι ΗΠΑ πρωτοστατούν στην καινοτομία και στα χρηματοοικονομικά, γεγονός που τους επιτρέπει να επιβάλλουν εμπορικούς κανόνες, να ελέγχουν τεχνολογίες-κλειδιά και να προχωρούν σε στρατηγικές επενδύσεις παγκοσμίως. Αυτός ο συνδυασμός συγκεντρωτικής διακυβέρνησης, στρατιωτικής εμβέλειας και οικονομικής ισχύος δίνει στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να δρουν ταχύτερα και πιο αποφασιστικά από ό,τι μια κατακερματισμένη Ευρώπη.

Η Κίνα έχει εμπεδώσει πλήρως αυτή τη λογική. Εξασφαλίζει φυσικούς πόρους σε όλο τον κόσμο -από σπάνιες γαίες μέχρι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας- κυρίως στην Αφρική και ολοένα και περισσότερο στα Βαλκάνια, συχνά μέσω δανείων και επενδύσεων που εγκλωβίζουν τις εκάστοτε χώρες σε μια «παγίδα χρέους». Μέσω της πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative), η Κίνα επιδιώκει να αποκτήσει τον έλεγχο των παγκόσμιων εμπορικών οδών, ώστε να ρυθμίζει τις ροές αγαθών ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας του πλανήτη. Παράλληλα, διατηρεί την πρώτη της στρατιωτική βάση εκτός συνόρων στο Τζιμπουτί για τον έλεγχο του Κέρατος της Αφρικής, καθώς βασίζεται όλο και περισσότερο στην ενίσχυση της παγκόσμιας στρατιωτικής της παρουσίας.

Η συμπρόεδρος του AfD Alice Weidel
Η συμπρόεδρος του AfD Alice Weidel Michael Probst AP Photo

Η ωμή ισχύς της Ρωσίας και ο μακροπρόθεσμος πραγματισμός του Κόλπου

Η Ρωσία χρησιμοποιεί απροκάλυπτα τη στρατιωτική ισχύ ως στρατηγικό εργαλείο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αναδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ εδαφικού ελέγχου και πολιτικής φυσικών πόρων, με τις ανατολικές περιοχές της χώρας να διαθέτουν σημαντικά κοιτάσματα λιθίου, τιτανίου και άνθρακα. Ταυτόχρονα, η Μόσχα επεκτείνει την επιρροή της στην Αφρική, διασφαλίζοντας πρώτες ύλες, πολιτικά ερείσματα και αναδυόμενες αγορές για τις ρωσικές εξαγωγές.

Εδώ και δεκαετίες, η Ρωσία στηρίζεται στη γεωοικονομική επιρροή, καθώς τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της δίνουν τη δυνατότητα να «χειραγωγεί» και να αποσταθεροποιεί ολόκληρα οικονομικά μπλοκ, όπως συνέβη και με την περίπτωση της ΕΕ, όπου η αποδέσμευση από την ενεργειακή εξάρτηση είχε -και συνεχίζει να έχει- βαθύτατες συνέπειες στην ακρίβεια και τον πληθωρισμό στα κράτη-μέλη. Από την πλευρά της η Ρωσία αντισταθμίζει τις απώλειές της στην Ευρώπη αυξάνοντας τις εξαγωγές προς την Ινδία και την Κίνα, έχοντας μάλιστα καταλήξει σε συμφωνία με το Πεκίνο για την κατασκευή νέου αγωγού.

Τα κράτη του Κόλπου -με επικεφαλής τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ- ακολουθούν μια αξιοσημείωτα συνεπή, μακροπρόθεσμη στρατηγική. Επενδύουν διεθνώς σε λιμάνια, διαδρόμους μεταφορών, ενεργειακές υποδομές και καλλιεργήσιμη γη. Έχουν αναγνωρίσει ότι τα τρόφιμα και η γεωργία θα αποτελέσουν τους κρισιμότερους πόρους του μέλλοντος, όπως αποδεικνύει, για παράδειγμα, η εξαγορά της Insula Mare a Brăilei στη Ρουμανία, μία από τις μεγαλύτερες ενιαίες αγροτικές εκτάσεις στην Ευρώπη, από τον όμιλο Al Dahra συμφερόντων του σεΐχη Hamdan Bin Zayed Al Nahyan. Παράλληλα, επενδύουν δυναμικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, έχοντας κατανοήσει ότι ο «χρυσός του αύριο» δεν είναι πλέον το πετρέλαιο, αλλά η καθαρή ενέργεια. Τα κράτη του Κόλπου αξιοποιούν τα κρατικά επενδυτικά τους ταμεία με τα τεράστια συναλλαγματικά διαθέσιμα, όπως τα ADIA, Mubadala, PIF και QIA, ως μοχλό επιβολής των συμφερόντων τους σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το ευρωπαϊκό παράδοξο και τα υπαρξιακά διλήμματα

Στον αντίποδα, η Ευρώπη παρουσιάζει την πιο έντονη αντίθεση. Η ΕΕ στερείται μίας συνεκτικής και συνολικής στρατηγικής, κοινής εξωτερικής πολιτικής, ενιαίας οικονομικής κατεύθυνσης και στρατιωτικής εκτελεστικής ισχύος. Η ΕΕ δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να λειτουργεί ως γεωπολιτικός συνασπισμός ισχύος. Στην πραγματικότητα, αποτελεί μια εσωτερικά ανταγωνιστική ενιαία αγορά που διέπεται από μια περίπλοκη θεσμική δομή, όπου υπερεθνικοί και εθνικοί θεσμοί αλληλεπικαλύπτονται, ανταγωνίζονται και ενίοτε αλληλοϋπονομεύονται. Ως εκ τούτου, στερείται των δομικών προϋποθέσεων που επιτρέπουν σε άλλα κράτη να συνδυάζουν πολιτικούς στόχους με αξιόπιστη αποτροπή. Πάνω απ’ όλα, οι αποφάσεις σπανίως λαμβάνονται γρήγορα. Σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη διεθνή τάξη πραγμάτων, αυτή η αδυναμία αποφασιστικής δράσης μπορεί να αποβεί καταστροφική.

Γίνεται όλο και πιο σαφές ότι κράτη με συγκεντρωτικό κέντρο λήψης αποφάσεων, είτε πρόκειται για κοινοβουλευτικό ή προεδρικό σύστημα, είτε για συνταγματική μοναρχία ή μονοκομματικό καθεστώς, μπορούν σήμερα να δράσουν πολύ πιο αποτελεσματικά, γρήγορα και στρατηγικά απ’ ό,τι μια κατακερματισμένη και θεσμικά εγκλωβισμένη Ευρώπη. Όταν κανείς δεν φέρει την ευθύνη για τη λήψη μιας απόφασης, συχνά λαμβάνεται η χειρότερη δυνατή: καμία απολύτως απόφαση. Αυτό εγείρει το φλέγον ερώτημα που κανείς στην ΕΕ δεν τολμά να θέσει ανοιχτά: Πρέπει η Ευρώπη να κινηθεί προς μια μεγαλύτερη συγκεντρωτικοποίηση ή, αυτό που έλεγαν παλαιότερα στους κόλπους τους φεντεραλιστικού κινήματος, προς μια ομοσπονδοποίηση; Πρέπει η ΕΕ να ενισχύσει την κυριαρχία και τη στρατηγική ικανότητα των κρατών-μελών της; Ή μήπως θα έπρεπε να επιδιώξει μια ριζική αναδιάταξη μέσα από νέες συμμαχίες και διμερείς συμφωνίες;

Επί του παρόντος, αυτή η θεσμική αδυναμία γίνεται αντιληπτή από όλους τους άλλους ισχυρούς παίκτες και αξιοποιείται σκοπίμως εις βάρος της ΕΕ -και κατά συνέπεια εις βάρος των ίδιων των κοινωνιών της. Μια πολιτικά αδύναμη Γερμανία και μια Γαλλία βυθισμένη σε διαδοχικές κρίσεις επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Καθώς η ΕΕ στερείται ενιαίας στρατηγικής εκπροσώπησης στην παγκόσμια σκηνή, καταλήγει όλο και συχνότερα σε ρόλο παρατηρητή αντί να βρίσκεται στο κέντρο λήψης των αποφάσεων. Οι δυνατότητες της ΕΕ είναι αναμφισβήτητες, αλλά παραμένουν αναξιοποίητες, με μεγάλο μέρος αυτού του δυναμικού να σπαταλάται εξαιτίας του θεσμικού κατακερματισμού και της στρατηγικής αναποφασιστικότητας. Χωρίς μια κοινή δομή λήψης αποφάσεων στα μείζονα ζητήματα μέσα σε ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο παγκόσμιο σύστημα, και μια δομή ικανή να αντιδρά με ταχύτητα και στρατηγική συνοχή, η ΕΕ κινδυνεύει να τεθεί στο περιθώριο από καλύτερα συντονισμένα -πλην λιγότερα δημοκρατικά στην έμπνευσή τους- μπλοκ ισχύος.

Το θεμελιώδες ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη διαθέτει τους πόρους για να εξελιχθεί σε μια υπολογίσιμη γεωπολιτική δύναμη. Είναι αν διαθέτει τη βούληση και την ικανότητα να δράσει. Η παραμονή σε μια κατάσταση αδράνειας και σοκ δεν αποτελεί πλέον επιλογή, καθώς προκαλεί καθυστέρηση που περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της και φέρνει ως εναλλακτικές λύσεις κόμματα και μηχανισμούς, όπως το AfD, που δεν έχουν να προσφέρουν απολύτως τίποτα σε επίπεδο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης, συνοχής και προόδου. Εάν η Ευρώπη δεν λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις τώρα, ο ίδιος ο χρόνος θα της στερήσει οριστικά το δικαίωμα της επιλογής.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα