Μαζωνάκης, ο Γιώργος που έσπασε τα μουσικά στεγανά

Διαβάζεται σε 7'
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ EUROKINISSI

Μπορεί κανείς να “κοπιάρει” μουσικά τον Γιώργο Μαζωνάκη; Δύσκολο. Βασική προϋπόθεση θα ήταν πάντως να καταρρίψει πολλές αγκυλώσεις.

“Tολμηρή κινησιολογία. Aξιοποιεί την ορχήστρα, το μπαλέτο, με τον Σούλη πάντα δίπλα του, κουλ, τη βρίσκει αληθινά, είναι ευγενής και αλητάκι, την ώρα που αποθεώνει την μπουζουκλερί, την ίδια στιγμή τη σχολιάζει, κι ο κόσμος το αντέχει αυτό, το γουστάρει, γιατί ο Mαζώ είναι καθαρόαιμο λαϊκό αγόρι, και την κουβαλάει τη Nίκαιά του, δεν του την έφαγε ο Aρμάνης και η δόνα Kάρανα. Kούκλος, τέλεια ντυμένος, ιδιαίτερη βράχνα, ιδιαίτερη άρθρωση, όχι μεγάλων αποστάσεων φωνή, θα τον προτιμούσα σε μικρότερους χώρους να τον ακούω καλύτερα και η καύση να είναι ολοκληρωτική και χωρίς τις μαγιονέζες και τις φωνητικατζούδες”.

Έχω την αίσθηση πως δεν υπάρχει καλύτερη περιγραφή για το τι ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης μουσικά από την παραπάνω, δια χειρός Σταμάτη Κραουνάκη. “Tο βραδυ πήγαμε Mαζω(νακη)… ναι, γιατί; Πού ήθελες να σε πάω; Πάλι Mέγαρο;”. Ο Κραουνάκης σε λίγες αράδες στην Athens Voice σκιαγραφούσε είκοσι χρόνια πριν τον Μαζώ με παραδειγματική ευστοχία. Ένας “κουλτουριάρης”, για έναν “λαϊκό”. Τα εισαγωγικά στις λέξεις μπαίνουν επί τούτου, γιατί ο Μαζωνάκης δεν ήθελε και δεν μπορούσε να χωρέσει σε μια συγκεκριμένη ετικέτα από εκείνες που φορτώνουν στους καλλιτέχνες οι δισκογραφικές για να τους προωθήσουν. Το ήξερε καλά αυτό.

Λίγα χρόνια πριν, είχε κυκλοφορήσει τη μεγάλη live συλλογή του από τη Heaven (με ένα εξώφυλλο δίσκου που παρέπεμπε άμεσα στον Prince) στην οποία παρουσίαζε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του αλλά και τραγούδια τα οποία είχε αγαπήσει. Στην καριέρα του άλλωστε δεν δίστασε να πιάσει με τη φωνή του κομμάτια του Σωκράτη Μάλαμα, των ΠΥΞ ΛΑΞ, του Φοίβου Δεληβοριά αλλά και του Διονύση Σαββόπουλου, με τη δική του “θαλασσογραφία” να κυκλοφορεί πρόσφατα.

Στο επεισόδιο των Πρωταγωνιστών που προβλήθηκε στις 17 Ιουνίου του 2007, ο Μαζωνάκης ερωτήθηκε από τον Σταύρο Θεοδωράκη με αφορμή τα σχόλια του Στ. Κραουνάκη. “Τι είναι αυτό που σου βρίσκουν οι κουλτουριάρηδες;”. Για να απαντήσει αυθόρμητα:

“Ίσως η αυθεντικότητά μου. Πιστεύω πως όσο πιο ήσυχα ζεις και με όσο λιγότερη έκθεση, τόσο φυλάς ενέργεια για να την κάψεις την ώρα που πρέπει. Δεν γυρίζει τίποτα γύρω από εμένα. Δεν μου επέτρεπα να γίνω κωλόπαιδο. Η Νίκαια είναι βασικό πράγμα για μένα. Αυτός που μπορεί να είναι σταρ και ταυτόχρονα να τρώει στη Νίκαια, στη μάνα του, που λέει ο Σταμάτης. Δεν κοιμάμαι και ξυπνάω με το αν θα είμαι νούμερο ένα. Αν κυνηγάς αυτό, ή είσαι γραφικός ή κάτι άλλο φταίει. Μια πορεία ενός ανθρώπου πρέπει να έχει και τα πάνω και τα κάτω της. Δεν θα έλεγα ποτέ “Γιώργος Μαζωνάκης, η ζωή του”. Τι να πει δηλαδή η Εντίθ Πιαφ;”.

Απαντώντας στο γιατί μπήκε στο τραγούδι έλεγε τότε: “Υπάρχει ένα παιχνίδι μεταξύ ενός ανθρώπου που του βγάζεις κάτι όταν λες μια μελωδία, ένα στίχο. Αυτό το πράγμα με γοητεύει και ταυτόχρονα γίνεται το παιχνίδι μου”.

Για τον στίχο που επέλεγε, δήλωνε: “Τα τραγούδια μου, λένε την αλήθεια για μένα. Αν ένα τραγούδι είναι έξω από εμένα δεν θα το πω, και το έχω κάνει αυτό. Καλός ο νταλκάς και τα μπουζούκια, αλλά να μην είναι μόνο αυτό”. Προσθέτοντας πως ο αγαπημένος του στίχος ήταν το υπέροχο, “Ανήκω σε μένα” (του Πάνου Φαλάρα).

“Σιγά σιγά πρέπει να αλλάξει η δομή των πραγμάτων σε ό,τι αφορά τον ήχο και τη μουσική, δεν μπορεί να είναι 7 φορές τη βδομάδα όπως ήταν παλιά”, έλεγε ο Μαζωνάκης στην ίδια συνέντευξη για τα “μπουζούκια”, στηλιτεύοντας την πλευρά της ευκαιριακής προχειρότητας της νύχτας, ειδικά την περίοδο της ψευδοευμάρειας του τόπου.

“Πιστεύω στα ευλογημένα (με ταλέντο) άτομα. Και όχι με την έννοια του “αυτός είναι ευλογημένος προσκυνήστε τον”, τόνιζε ακόμη, παραδεχόμενος πως όπως όλοι, έτσι κι εκείνος είχε κάνει λάθη, παρότι όπως σημείωνε δεν είχαν σχέση με όσα γράφονταν τότε για αυτόν. “Ο πόνος σε κάνει καλύτερο για να μην ξεχαστείς και πιστέψεις πως είσαι Θεός. Αν γυρίζαμε πάλι πίσω, τα ίδια λάθη που κάναμε θα έπρεπε να ξανακάνουμε για να πάμε εκεί που πρέπει να πάμε”.

Για πόσους καλλιτέχνες λες, “απόψε πάω να δω Μαζωνάκη”;

Αυτή η ακομπλεξάριστη δημόσια εικόνα ενός σταρ με το διαμέτρημα του Γιώργου Μαζωνάκη είναι το στοιχείο που έφερνε τόσο ετερόκλητο κοινό στις εμφανίσεις του. “Λαϊκούς”, “ροκάδες”, “μεταλάδες”, νέους, μεγαλύτερους. Γνώριζε πως ήταν pop icon και φερόταν έτσι σε πάλκο και τηλεόραση, ενδυματολογικά (φορώντας φούστες – μεταξύ άλλων), κινησιολογικά, δισκογραφικά, “σπάζοντας” όμως την απαστράπτουσα εικόνα με αυτοσαρκασμό. Δεν έμοιαζε οικείος αλλά ούτε και δυσπρόσιτος. Δεν έμοιαζε πρόχειρος αλλά ούτε και ατσαλάκωτος. Σαν να ήθελε εκουσίως να είναι ένα απρόβλεπτο σημείο αναφοράς που δείχνει να αντιλαμβάνεται τις ρωγμές του σε όλα τα επίπεδα.

Και τα τελευταία χρόνια δε, έβγαζε ακριβώς αυτό το προφίλ και στα social media. Από στιγμές προσωπικές και καθημερινές στο σπίτι του, μέχρι το πρόμο για τη συναυλία των Remmestein και την συμπωματική ομοιότητα με τον Till Lindemann.

Εν γένει ο Μαζώ δεν δίστασε ποτέ να πειραματιστεί μουσικά πάνω στις οδούς που αγαπούσε. Καθόλου τυχαίο πως κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο το 1993 σε εντελώς 90s pop ηχόχρωμα (μεγάλη εμπορική αποτυχία), και αμέσως μετά, το 1994 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Με τα μάτια να το λες” με διαφορετικό ήχο, που τον έστειλε στην κορυφή με επιτυχίες όπως τα “3 το πρωί”, “Ανήκω σε μένα” και “Μη μου ζητάς”.

Καθόλου τυχαίο πως ταυτίστηκε με τη διασκευή του “Με λένε Γιώργο” του Γιώργου Χατζηνάσιου και του Γιώργου Κανελλόπουλου που πρωτοτραγούδησε ο Μανώλης Μητσιάς το 1973, ένα τραγούδι που έκανε πραγματικά, δικό του.

Στη συνέχεια έβαλε γκάζια, ζεϊμπέκικα, ηλεκτρονικά περάσματα, ακόμα και ραπ στην γκάμα του.

Αυτή η ετερογενής ηχητική γκάμα χρωμάτιζε και τις νύχτες μπροστά στο κοινό του. Από Κατερίνα Στανίση μέχρι Ελένη Δήμου και από Σωκράτη Μάλαμα μέχρι Καίτη Γαρμπή, before it was cool, την εποχή που ακόμα τσακωνόμασταν για το τι εστί “ποιοτικό” και τι όχι. Θες να το πεις πάρτι “μουσικής συμπερίληψης”; Πες το και έτσι, γιατί κάτι τέτοιο ήταν οι εμφανίσεις του Μαζωνάκη μέσα από μια ιδιαίτερη συνάφεια που χτιζόταν από την χαρακτηριστική φωνή του και την επιβλητική σκηνική του παρουσία.

Για να πούμε την αλήθεια, οι καιροί άλλαξαν και πάνω στην αλλαγή τους ήρθαν κάπως να συντονιστούν με αυτό που πρεσβεύουν κάποιοι λίγοι ερμηνευτές σαν τον εκλιπόντα. Ερμηνευτές που δεν εντάσσονται σε στεγανοποιημένες φόρμες και εντέλει στρέφουν το ενδιαφέρον στο μουσικό performance καθαυτό, στις στιγμές εκείνες της κοινής διασκέδασης που ρίχνουν τα δήθεν τείχη ανάμεσα στους σκυλάδες και τους “εναλλακτικούς” και απογυμνώνουν το κάθε “είδος” που τους φοράνε.

Ως άλλη “απενοχοποίηση” των όσων δεν θα έπρεπε να είναι “ενοχοποιημένα” από μια κάποια ανάγκη μας να φαντάζουμε “διαφορετικοί”.

Το 2002 ο Γιώργος Μαζωνάκης τραγούδησε δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη για το σάουντρακ της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου “Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου”, τα “Καμικάζι” και “Ξημερώνει πάλι”.

“Mια φορά με ρωτήσανε κάτι “σοβαροί” γιατί πήρα τον Mαζώ να πει το “Ξημερώνει πάλι” στην ταινία… “Γιατί είναι μούρη κι αλητάκι” και έκλεισε το θέμα. Περιττό να πω ότι όλοι αυτοί που με ρωτάγανε, τώρα φυσικά είναι πρώτο τραπέζι πίστα…”, σχολίαζε σχετικά ο συνθέτης.

Κλείνοντας το θέμα.

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα