ΓΡΟΙΛΑΝΔΙΑ: ΣΕ ΠΟΙΟΝ “ΑΝΗΚΕΙ” ΤΩΡΑ;
Και οι ΗΠΑ και η Δανία θέλουν να κερδίσουν στο πεδίο των εντυπώσεων και να παρουσιάσουν τη συμφωνία ως «νίκη» στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Τι ισχύει όμως στην πραγματικότητα;
ΗΠΑ, Δανία και Γροιλανδία υπέγραψαν μια νέα συμφωνία ασφάλειας με στόχο την αναβάθμιση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο τεράστιο νησί της Αρκτικής. Η υπογραφή έγινε στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, κλείνοντας έναν κύκλο παλινωδιών, προφορικών εντάσεων και απειλών από τον Αμερικανό πρόεδρο ότι θα «αγοράσει» το νησί ή ότι θα το «καταλάβει» με τη δύναμη των όπλων.
Η ιστορία πάει πίσω στην πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, συνεχίστηκε με την επανεκλογή του το 2024 και πλέον φαίνεται ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ήρθαν σε έναν αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό. Ή όχι;
Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τη νέα συμφωνία ως προσωπικό θρίαμβο, τονίζοντας ότι η Ουάσινγκτον εξασφάλισε μόνιμο έλεγχο στην ασφάλεια της Γροιλανδίας και την εξουσία να αποτρέπει αντιπάλους από το να ιδρύουν στρατιωτικές βάσεις ή να πραγματοποιούν ευαίσθητες επενδύσεις εκεί.
Η κυβέρνηση της Δανίας παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή: ότι η συμφωνία διαφυλάσσει την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του Βασιλείου της Δανίας, και ότι εγγυάται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Γροιλανδών.
Και οι δύο πλευρές θέλουν να κερδίσουν στο πεδίο των εντυπώσεων και να παρουσιάσουν τη συμφωνία ως «νίκη» στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια στρατηγική νίκη της διοίκησης Τραμπ έπειτα από μήνες ρητορικών και διπλωματικών πιέσεων εις βάρος ενός συμμάχου στο ΝΑΤΟ. Η συμφωνία «κανονικοποιεί» την επιβολή σφαιρών επιρροής, σε μια παραλλαγή του μοντέλου που επικρατούσε στον Ψυχρό Πόλεμο, όπου τα μικρότερα κράτη παραμένουν κυρίαρχα, αλλά αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητες πιέσεις που τα αναγκάζουν να αποδεχθούν μια νέα πραγματικότητα.
Η ΠΡΟΑΙΩΝΙΑ ΣΧΕΣΗ ΓΡΟΙΛΑΝΔΙΑΣ-ΔΑΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Η σχέση της Γροιλανδίας με τη Δανία μετρά αιώνες. Ξεκινώντας από τους πρώτους εποικισμούς των Νορμανδών -των Βίκινγκς- κατά τον Μεσαίωνα, η Κοπεγχάγη διατηρούσε αδιάλειπτη διοικητική παρουσία στο νησί. Το 1953, με τη σταδιακή επιβολή σφαιρών επιρροής μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, η Γροιλανδία ενσωματώθηκε στο Βασίλειο της Δανίας ως ισότιμη περιφέρεια, με στόχο να ασκείται μεγαλύτερος έλεγχος πάνω στις πολιτικές διαδικασίες, την ασφάλεια και τη γενικότερη εποπτεία στο νησί λόγω της κινητικότητας των Σοβιετικών στον Αρκτικό κύκλο. Τότε ήταν που ο γηγενής πληθυσμός των Ινουίτ ξεκίνησε να διεκδικεί την αυτοδιάθεσή του και ένα «χαλαρό» μοντέλο διακυβέρνησης.
Οι εντάσεις οδήγησαν το 1979 στην εισαγωγή ενός καθεστώτος «Εσωτερικής Αυτονομίας», για να ακολουθήσει το ιστορικό δημοψήφισμα του 2008 και ο Νόμος περί Αυτοδιοίκησης του 2009. Βάσει του νέου νόμου, η τοπική κυβέρνηση στο Νουούκ ανέλαβε τον έλεγχο των εσωτερικών υποθέσεων, της δικαιοσύνης και των φυσικών πόρων, αναγνωρίζοντας ρητά το δικαίωμα του λαού της Γροιλανδίας στην πλήρη ανεξαρτησία του μέσω δημοψηφίσματος.
Η Κοπεγχάγη διατήρησε μόνο τρεις θεμελιώδεις αρμοδιότητες: τη νομισματική πολιτική, την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, την άμυνα και την ασφάλεια.
Παράλληλα με τις εξελίξεις στις σχέσεις Δανίας-Γροιλανδίας εξελισσόταν και η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο νησί. Ήδη από το 1941, μετά τη ναζιστική κατάληψη της Δανίας, η Ουάσινγκτον ανέλαβε την de facto προστασία του νησιού, συνθήκη που εδραιώθηκε με τη διμερή Αμυντική Συμφωνία ΗΠΑ-Δανίας του 1951, η οποία εντάχθηκε στο ευρύτερο πλαίσιο του νεοσύστατου τότε ΝΑΤΟ.
Με τη συμφωνία του 1951 -και τη συμπληρωματική συμφωνία του 2004- οι ΗΠΑ απέκτησαν εκτεταμένα δικαιώματα υπερπτήσεων και τη δυνατότητα διατήρησης στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Κεντρικό σημείο αναφοράς της αμερικανικής παρουσίας υπήρξε η αεροπορική βάση της Θούλης (σημερινή διαστημική βάση Pituffik), η οποία φιλοξενεί ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης για βαλλιστικούς πυραύλους και συστήματα παρακολούθησης του διαστήματος. Συνεπώς, η Ουάσινγκτον διέθετε ήδη ένα σχεδόν απόλυτο καθεστώς στρατιωτικής πρόσβασης πριν τη νέα συμφωνία.
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΝΕΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ;
Με βάση όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ένα είναι σίγουρο: Η Γροιλανδία στρατιωτικοποιείται. Οι ΗΠΑ αναμένεται να εκσυγχρονίσουν και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη διαστημική βάση Pituffik, να δημιουργήσουν νέες στρατιωτικές βάσεις και πρόσθετες ζώνες άμυνας.
Επίσης, τα αμερικανικά αεροσκάφη θα μπορούν να πετούν πάνω ή να προσγειώνονται σε οποιαδήποτε περιοχή της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβανομένων και των χωρικών υδάτων. Η Δανία και η Γροιλανδία συμφώνησαν να εξετάζουν αιτήματα που αφορούν την εγκατάσταση μη επανδρωμένων στρατιωτικών υποδομών, εκτός των καθορισμένων ζωνών άμυνας, μέσω εσπευσμένων διαδικασιών κυβερνητικής έγκρισης. Πρόκειται, επί της ουσίας, για μια συνταγματική παραχώρηση και αναγνώριση ότι τα κοινοβούλια σε Κοπεγχάγη και Νουούκ δεν θα μπορούν να αμφισβητήσουν το ίδιο το περιεχόμενο και τις προβλέψεις της συμφωνίας, αλλά θα οφείλουν επιπλέον να αποδέχονται άμεσα τα αιτήματα των ΗΠΑ.
Σε άλλο σημείο προβλέπεται συνεργασία για την αντιμετώπιση της απειλής της τρομοκρατίας, ενώ υπάρχει αναφορά και στο σενάριο για μια ανεξάρτητη Γροιλανδία όπου, για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει η νέα ανεξάρτητη χώρα να συμφωνήσει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ και να συνεχίσει να εφαρμόζει όσα προβλέπει η συνθήκη. Με δυο λόγια, η διατήρηση της Γροιλανδίας εντός του ΝΑΤΟ είναι προϋπόθεση για την ανεξαρτησία της. Και εδώ έρχεται ο κρίσιμος ρόλος της Αρκτικής, η Κίνα και η γεωπολιτική διάσταση της συμφωνίας.
«Όποιος ελέγχει τη Γροιλανδία, ελέγχει τις διαδρομές στην Αρκτική. Όποιος ελέγχει τις διαδρομές στην Αρκτική, μπορεί να ασκήσει έλεγχο πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά σε παγκόσμιο επίπεδο», σημειώνει ο Κρίστοφερ Στόουν, ανώτερος ερευνητής διαστημικής αποτροπής, συνεργάτης του Εθνικού Ινστιτούτου Μελετών Αποτροπής στην Ουάσινγκτον.
«Η σημασία της Γροιλανδίας πρέπει επίσης να γίνει κατανοητή μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκόσμιας στρατηγικής της Κίνας για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε κρίσιμα θαλάσσια σημεία συμφόρησης. Το Πεκίνο έχει επιδιώξει συστηματικά την πρόσβαση σε λιμάνια, μακροχρόνιες μισθώσεις και αγορές γης κοντά στους πιο ζωτικούς θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη. Αυτά περιλαμβάνουν επενδύσεις σε υποδομές και πολιτική επιρροή κοντά στη Διώρυγα του Παναμά, τη Διώρυγα του Σουέζ, τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, τα Στενά του Ορμούζ και τα Στενά της Μαλάκκα. Ενώ τα έργα συχνά παρουσιάζονται ως ‘εμπορική ανάπτυξη’, στην πραγματικότητα παρέχουν στην Κίνα στρατηγική επιρροή επί των παγκόσμιων εμπορικών ροών, των οδών μεταφοράς ενέργειας και της ναυτικής κινητικότητας σε περιόδους κρίσης».
Η Κίνα και η πολιτική και επενδυτική επιρροή του Πεκίνου είναι ένα από τα ζητήματα που βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας εξωτερικής πολιτικής της διοίκησης Τραμπ. Και αυτό καθώς, πέρα από τη θαλάσσια πρόσβαση, η Κίνα επιχειρεί να κυριαρχήσει στις αλυσίδες εφοδιασμού στρατηγικών ορυκτών που είναι απαραίτητα για τα σύγχρονα στρατιωτικά και ενεργειακά συστήματα.
Σπάνιες γαίες, λίθιο, κοβάλτιο και άλλα ορυκτά κρίσιμης σημασίας για πυρομαχικά, για τον εξοπλισμό προηγμένων αεροσκαφών, για δορυφόρους, πυρηνικά συστήματα, υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων. Η Κίνα ελέγχει σήμερα σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εξορυκτικών πηγών, διύλισης και επεξεργασίας ορυκτών, συχνά μέσω εταιρειών που υποστηρίζονται από το κεντρικό κράτος και δραστηριοποιούνται στην Αφρική, τη Νότια Αμερική, την Κεντρική Ασία και τη Νοτιοανατολική Ασία.
Τόσο στην πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, όσο και τώρα η Κίνα παρουσιάζεται ως το «αντίπαλο δέος», η βασική «απειλή» για τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε διεθνές επίπεδο, θέση που απηχεί και σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης του Αμερικανού προέδρου και των Μέσων του «America First» που τον στηρίζουν, παρότι του ασκούν κριτική.
«Εάν η παρακμή της αμερικανικής ηγεμονίας καθορίζεται από υλικούς παράγοντες, το να εξοργίζεις τους πάντες καθ’ οδόν προς την έξοδο δεν είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να θωρακίσεις τα αμερικανικά συμφέροντα. Ωστόσο, εάν το αεροπλάνο σου πέφτει, μπορείς να προσπαθήσεις να το προσγειώσεις σε ασφαλές σημείο ή να το αφήσεις να διαλυθεί στο έδαφος», υπογραμμίζει ο Τζουντ Ρούσο, αρχισυντάκτης του The American Conservative, ενός επιδραστικού περιοδικού κοντά στους Ρεπουμπλικάνους, αναφερόμενος στην πολιτική Τραμπ στην εξωτερική πολιτική, εστιάζοντας στην κρισιμότητα της συμφωνίας για τη Γροιλανδία.
ΟΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η συμφωνία φαίνεται να έρχεται σε μια πιεστική χρονική συγκυρία, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Μια δημοσκόπηση της εταιρίας SSRS για λογαριασμό του CNN αποκαλύπτει ότι μόλις το 29% των Αμερικανών εγκρίνει την εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου, ενώ ειδικότερα για την επίθεση και τον πόλεμο στο Ιράν, το ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο, στο 26%.
Στο Κογκρέσο, οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν επίσης αρχίσει να αποστασιοποιούνται στις ψηφοφορίες σχετικά με τις έκτακτες δαπάνες και εξουσιοδοτήσεις για τη συνέχιση των πολεμικών μετώπων, προκαλώντας ρωγμές στο μπλοκ Τραμπ.
Όσο για την Ευρώπη και την αντίδραση από τις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαμέσου της Κάγια Κάλλας, ύπατης εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, χαιρέτισε τη συμφωνία ενώ αντίστοιχα επιδοκιμαστική ήταν και η αντίδραση του Μαρκ Ρούτε, γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ.
Η θεσμική ισορροπία διατηρείται εντός του ΝΑΤΟ, όπως και στις σχέσεις μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, ωστόσο η πολιτική αβεβαιότητα για τις κινήσεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού παραμένει. Μια αβεβαιότητα που «τραβάει» την Ευρώπη ακόμη πιο κοντά σε μια πορεία συνεχούς αμυντικής αναβάθμισης, εξοπλιστικών δαπανών και διπλωματικών ακροβατισμών.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προσκάλεσε την προηγούμενη εβδομάδα τον Καναδά «να έρθει εγγύτερα» στην ΕΕ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να χαρακτηρίζει το ενδεχόμενο ένταξης του Καναδά στην ΕΕ «γελοίο», αποκαλώντας τον γείτονα των ΗΠΑ «φρικτό εμπορικό εταίρο».
Η Ευρώπη καλείται να ανακαλύψει το επόμενο διάστημα πώς θα αναπτυχθεί η συμφωνία για τη Γροιλανδία και να αξιολογήσει το νομικό και πολιτικό προηγούμενο που δημιουργεί. Η Ουάσινγκτον έδειξε ότι μπορεί να απειλήσει έναν σύμμαχο, να επιβάλλει διευρυμένα προνόμια, να περιγράψει το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας ως μόνιμο έλεγχο επί των επιλογών τρίτης χώρας και στη συνέχεια να πιστωθεί και την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ασφάλειας εντός του ΝΑΤΟ.