Από τον Σι μέχρι το Ιράν: Οι κρίσεις που δοκιμάζουν την ισχύ του Τραμπ
Διαβάζεται σε 8'
Η επιθετική εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ προσκρούει στη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου στο Ιράν και στις ρωγμές των διεθνών συμμαχιών.
- 25 Σεπτεμβρίου 2026 21:51
Από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ μέχρι την υψηλής επικινδυνότητας συνάντηση κορυφής με τον Σι Τζινπίνγκ στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε αυτή την εβδομάδα να επιβάλει εκ νέου την κυριαρχία του στην παγκόσμια σκακιέρα.
Ωστόσο, το ντελίριο διπλωματικής δραστηριότητας ελάχιστα κατάφερε να διασκεδάσει τις εκτιμήσεις των αναλυτών για έναν ηγέτη πολιορκούμενο από μέτωπα, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Ο διευρυνόμενος πόλεμος με το Ιράν έχει εκτοξεύσει τις τιμές των καυσίμων σε παγκόσμιο επίπεδο και -σε αμερικανικό επίπεδο- έχει κατακρημνίσει τη δημοτικότητά του, την ώρα που οι σχέσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους διαρρηγνύονται και η τεχνολογική πρόκληση της Κίνας στην τεχνητή νοημοσύνη εντείνεται.
Με τα όρια της ισχύος του πλέον εκτεθειμένα, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανοιχτή αμφισβήτηση ξένων ηγετών, δίνοντας την αίσθηση μιας εξωτερικής πολιτικής που έχει περιέλθει σε τέλμα.
Όλα αυτά τη στιγμή που το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα οδεύει προς τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, οι οποίες απειλούν να στενέψουν περαιτέρω τα πολιτικά του περιθώρια.
Το βήμα του ΟΗΕ και η ρητορική ισχύος
Παρά τις πιέσεις, η ομιλία του Τραμπ στα Ηνωμένα Έθνη υπήρξε μια ηχηρή υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο, από την επιστροφή του στην εξουσία πέρυσι, έχει κλονίσει εκ θεμελίων την παγκόσμια τάξη πραγμάτων που η ίδια η Ουάσινγκτον οικοδόμησε πάνω στις στάχτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ορθός στο βήμα ενός διεθνούς οργανισμού ταγμένου στην ειρήνη, εξαπέλυσε νέα απειλή «ολοκληρωτικής καταστροφής» κατά του Ιράν αν δεν υπογράψει συμφωνία, υπερασπίστηκε την επιθετική τακτική του απέναντι στη Βενεζουέλα δηλώνοντας πως «τα λάφυρα ανήκουν στον νικητή», ενώ άφησε σαφείς αιχμές ότι δεν θα διστάσει να επιστρατεύσει εκ νέου την αμερικανική στρατιωτική ισχύ για την επίτευξη των διεθνών του στόχων.
Παρά την οργίλη αυτή στάση, οι συνομιλίες του Τραμπ με τον Σι την Πέμπτη έφεραν τον Αμερικανό Πρόεδρο απέναντι σε έναν Κινέζο ομόλογο που εμφανίστηκε από θέση ισχύος, επικεφαλής μιας οικονομίας που καταγράφει αλματώδη αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου της, την ώρα που οι ΗΠΑ παλεύουν με τις οικονομικές αναταράξεις της σύγκρουσης με το Ιράν.
Αυτό ήταν το φόντο μιας επίσημης επίσκεψης του Σι που διέθετε περίσσεια μεγαλοπρέπειας, αλλά πενιχρό ουσιαστικό περιεχόμενο, παρά την πληθώρα ακανθωδών ζητημάτων όπως η τεχνητή νοημοσύνη, το εμπόριο, η Ταϊβάν και το Ιράν. Το μόνο απτό αποτέλεσμα περιορίστηκε σε μια δίμηνη παράταση της εμπορικής ανακωχής -η οποία έληγε τον Νοέμβριο- ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.
Ενώ ο Τραμπ απέφυγε επιμελώς να προβάλει δημόσια τις διαφωνίες των δύο δυνάμεων, τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν πως κεκλεισμένων των θυρών ο Σι τον κάλεσε να αντιταχθεί στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Νησί με δημοκρατική διακυβέρνηση το οποίο διεκδικεί η Κίνα, η Ταϊβάν παραμένει το πλέον εύφλεκτο σημείο στις σχέσεις Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Η φαινομενικά υποχωρητική στάση του Τραμπ απέχει παρασάγγας από την παλαιότερη, επιθετική τακτική των δασμών. Μια τακτική που πλέον κάμπτεται από τον έλεγχο που ασκεί το Πεκίνο στις σπάνιες γαίες -κρίσιμο υλικό για την τεχνολογία και την αυτοκινητοβιομηχανία- τις οποίες η Κίνα έχει αποδείξει πως μπορεί να χρησιμοποιήσει ως όπλο αντιποίνων.
«Ο Τραμπ θεωρεί ότι μας επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου το δίκαιο είναι το δίκαιο του ισχυρού», σημειώνει ο Μπρετ Μπρούεν, πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής της διακυβέρνησης Ομπάμα και νυν επικεφαλής της εταιρείας στρατηγικών συμβούλων Global Situation Room. «Είναι όμως αξιοσημείωτο πώς κλονίζεται όταν βρίσκεται απέναντι στον Σι Τζινπίνγκ και την ανερχόμενη κινεζική ισχύ».
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Reuters, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου απέρριψε την εκτίμηση ότι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, υποστηρίζοντας πως η ομιλία του στον ΟΗΕ «ανέδειξε τις επιτυχίες του στην προάσπιση των αμερικανικών συμφερόντων», περιλαμβανομένης της αποτροπής του Ιράν από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, ισχυρισμός που η Τεχεράνη ανέκαθεν απορρίπτει, επιμένοντας στον ειρηνικό χαρακτήρα του προγράμματός της.
Το τέλμα του πολέμου στο Ιράν
Πάνω από τη διπλωματική δραστηριότητα της εβδομάδας αιωρείται βαριά η σκιώδης σύρραξη με το Ιράν, την οποία ο Τραμπ εξαπέλυσε μαζί με το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου.
Η σύρραξη συμπληρώνει σχεδόν επτά μήνες, διαταράσσοντας τον παγκόσμιο εφοδιασμό ενέργειας και διαχεόμενη σε άλλες χώρες της περιοχής, με πιο πρόσφατα μέτωπα την Υεμένη και τον ναυτιλιακό διάδρομο της Ερυθράς Θάλασσας.
Η αδιάλλακτη στάση του Ιράν, παρά τα βαριά στρατιωτικά και οικονομικά πλήγματα που έχει δεχθεί, εξελίσσεται στη σοβαρότερη πρόκληση εξωτερικής πολιτικής της δεύτερης θητείας Τραμπ.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος χρησιμοποίησε το βήμα του ΟΗΕ για να υπερασπιστεί την επίθεση κατά του Ιράν και να διακηρύξει πως “η Αμερική επέστρεψε” πιο ισχυρή από ποτέ. Ωστόσο, μετά από μια σειρά πρώιμων επιτυχιών -όπως η εκεχειρία στη Γάζα και η σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας- ο απολογισμός της δεύτερης θητείας του σφραγίζεται όλο και περισσότερο από παρατεταμένα αδιέξοδα.
Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν παραμένει εξαιρετικά λαομίσητος και διχάζει την εκλογική του βάση, ο Τραμπ κινδυνεύει να υποστεί βαρύ τίμημα στις ενδιάμεσες εκλογές, όπου η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο βρίσκεται στο ζύγι.
Παγκόσμιοι ηγέτες φαίνεται να προετοιμάζονται για μια περίοδο όπου η επιρροή του Αμερικανού Προέδρου θα αρχίσει να φθίνει μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, με λιγότερα από δυόμισι χρόνια να απομένουν στη θητεία του.
Η πλειονότητα των Ευρωπαίων και Ασιατών συμμάχων έχει ήδη απορρίψει τις αξιώσεις του για συνδρομή στη σύγκρουση με το Ιράν, μια σύρραξη στην οποία εισήλθε χωρίς να τους συμβουλευτεί.
Στη φετινή σύνοδο του ΟΗΕ, ορισμένοι εταίροι των ΗΠΑ έστρεψαν τα βέλη τους κατά του Τραμπ, αν και ως επί το πλείστον χωρίς να τον κατονομάσουν.
Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε ενάντια σε μια παγκόσμια «επιστροφή στον νόμο της ζούγκλας», τονίζοντας ότι τα κράτη καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε έναν κόσμο που κυβερνάται από την ισχύ και τον καταναγκασμό, και σε μια «πολιτισμένη διεθνή κοινωνία».
Σε μια ευθεία αιχμή προς τον Τραμπ, ο Πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα κατήγγειλε τις ξένες παρεμβάσεις στις εκλογές της χώρας του τον Οκτώβριο, διακηρύσσοντας πως «δεν χρειαζόμαστε αεροπλανοφόρα να περιπολούν τα ύδατά μας, χρειαζόμαστε συνεργασία για να ανακοπεί η ροή όπλων και χρήματος που τροφοδοτούν το έγκλημα».
Ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου ανέφερε υπό τον όρο της ανωνυμίας πως ο Τραμπ «δεν ενδιαφέρεται για επικοινωνιακούς εντυπωσιασμούς αλλά για αποτελέσματα», προσθέτοντας ότι οι δημόσιες τοποθετήσεις ορισμένων ηγετών δεν συνάδουν με όσα διαμείβονται ιδιωτικά με τον Πρόεδρο.
Τα όρια της προεδρικής επιρροής
Σε ακόμα μία ένδειξη περιορισμένης επιρροής, η προσπάθεια του Τραμπ να πιέσει την Ουκρανία και τη Ρωσία να συμφωνήσουν έστω σε μια περιορισμένη εκεχειρία στις ενεργειακές υποδομές δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος.
Παράλληλα, αν και ο Τραμπ διαφήμισε μια συμφωνία με τη Δανία και τη Γροιλανδία για διευρυμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο αρκτικό νησί, η εξέλιξη αυτή απέχει πολύ από την αρχική του απαίτηση να «αποκτήσει» την περιοχή, αλλά και από την απειλή του να καταλάβει τη Γροιλανδία με τη βία από έναν σύμμαχο μέλος του ΝΑΤΟ.
«Πριν από έναν χρόνο, ελάχιστες χώρες τολμούσαν να εναντιωθούν στον Τραμπ», έγραψε στο X ο Ίαν Μπρέμερ, πρόεδρος του Eurasia Group. «Τώρα ο Καναδάς, η Ευρώπη, η Κίνα, το Ιράν, η Ρωσία και άλλοι είναι πολύ πιο πρόθυμοι να πουν όχι».
Κάποια στιγμή, ο ίδιος ο Τραμπ φάνηκε να αναρωτιέται για το μέγεθος της παγκόσμιας επιρροής που πραγματικά διαθέτει.
Στην ομιλία του, είπε στους ηγέτες του κόσμου πως επιθυμεί να μετονομάσει την τεχνητή νοημοσύνη σε «υπερ-νοημοσύνη».
«Για να δούμε αν έχω κάποια δύναμη. Ίσως έχω, ίσως και όχι. Θα το μάθουμε πολύ σύντομα», ανέφερε χαρακτηριστικά.