Ο πληθωρισμός ξαναζεσταίνεται – Η ενέργεια ανοίγει νέο μέτωπο

Διαβάζεται σε 7'
Ο πληθωρισμός ξαναζεσταίνεται – Η ενέργεια ανοίγει νέο μέτωπο
ISTOCK

Στο 3,5% η πρόβλεψη της ΤτΕ για τον πληθωρισμό το 2026, στο 3,7% τον Αύγουστο. Παραμένουν οι πιέσεις από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Έτσι, το αυξημένο ενεργειακό κόστος απειλεί να περάσει σε προϊόντα και υπηρεσίες.

Ένα νέο μέτωπο ακρίβειας διαμορφώνεται στην ελληνική οικονομία καθώς η είσοδος στο φθινόπωρο συμπίπτει με την αναζωπύρωση των διεθνών τιμών ενέργειας. Η επιτάχυνση του πληθωρισμού τον Αύγουστο, σε συνδυασμό με τη νέα άνοδο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου τον Σεπτέμβριο, επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός δύσκολου χειμώνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος, στο νέο Note on the Greek Economy που δημοσίευσε στις 25 Σεπτεμβρίου, προβλέπει ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,5% το 2026, κυρίως λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας αλλά και της επιμονής του πληθωρισμού στις υπηρεσίες. Η ΤτΕ αναμένει στη συνέχεια αποκλιμάκωση, στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποχωρήσουν οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων.

Το πρόβλημα είναι ότι, προς το παρόν, η ενεργειακή αγορά κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρά π.χ. την αποκλιμάκωση των τιμών, χθες, του φυσικού αερίου.

Ο Αύγουστος έδειξε την επιστροφή των πιέσεων

Σημειώνεται ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,7%, από 2,7% τον Ιούλιο, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία» της 25ης Σεπτεμβρίου.

Η επιτάχυνση, όπως αναφέρει η ανάλυση, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ενέργεια. Οι υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυρήνα των πληθωριστικών πιέσεων, με σημαντική συμβολή από τις υπηρεσίες οργανωμένων ταξιδιών και διαμονής. Ωστόσο, η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών δημιουργεί ένα δεύτερο, ιδιαίτερα κρίσιμο κανάλι πίεσης, το οποίο μπορεί να γίνει περισσότερο ορατό τους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάζεται η Eurobank, τον Αύγουστο οι υπηρεσίες συνεισέφεραν περίπου 2,2 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό, ενώ η ενέργεια περίπου 1,2 μονάδες.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αβεβαιότητα για το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Δηλαδή, οι τιμές της ενέργειας δεν επηρεάζουν μόνο τον λογαριασμό ηλεκτρικού ή το κόστος θέρμανσης. Μεταφέρονται στο κόστος μεταφορών, παραγωγής, αποθήκευσης, πρώτων υλών και τελικά στις τιμές μιας πολύ μεγαλύτερης γκάμας αγαθών και υπηρεσιών.

Πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια

Η εικόνα στην αγορά πετρελαίου είναι χαρακτηριστική. Η μέση διεθνής τιμή του Brent τον Σεπτέμβριο, έως τις 22 του μήνα, είχε ανέλθει στα 101,2 δολάρια το βαρέλι, από 88,1 δολάρια τον Αύγουστο και 84 δολάρια τον Ιούλιο. Πρόκειται για αύξηση 14,9% σε μηνιαία βάση και περίπου 50,6% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2025.

Υπενθυμίζεται, ότι η νέα όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας έχει ενισχύσει τις πιέσεις τόσο στο πετρέλαιο όσο και στο φυσικό αέριο. Η Eurobank επισημαίνει ότι, εφόσον οι υψηλές τιμές της ενέργειας διατηρηθούν, ο πληθωρισμός μπορεί να δεχθεί νέα ανοδική ώθηση τους επόμενους μήνες.

Αυτό σημαίνει ότι η πρόβλεψη της ΤτΕ για μέσο πληθωρισμό 3,5% το 2026 δεν αποτελεί το τέλος της ιστορίας, αλλά ενσωματώνει μια κρίσιμη προϋπόθεση, που δεν είναι άλλη από την αναμενόμενη αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας. Εάν, δε, αυτή καθυστερήσει, οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να αποδειχθούν πιο επίμονες.

Ο κίνδυνος της «δεύτερης μετάδοσης»

Στο μεταξύ, το μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο δεν είναι μόνο η άμεση αύξηση των τιμών των καυσίμων και της ενέργειας. Είναι η μετακύλιση του ενεργειακού κόστους στην υπόλοιπη οικονομία.

Έτσι, μια επιχείρηση που πληρώνει ακριβότερα ηλεκτρική ενέργεια, καύσιμα και μεταφορές έχει τρεις βασικές επιλογές. Είτε να απορροφήσει το κόστος μειώνοντας το περιθώριο κέρδους, είτε να περιορίσει την παραγωγή ή να μεταφέρει μέρος της επιβάρυνσης στις τελικές τιμές.

Σε περίπτωση παρατεταμένης ενεργειακής πίεσης, όμως, η τρίτη επιλογή αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Έτσι, μια αρχικά εξωγενής ενεργειακή ανατίμηση μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο πληθωριστικό φαινόμενο.

Η εξέλιξη έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται σε επιμέρους αγορές. Ενδεικτικά, τον Αύγουστο, οι τιμές των υλικών κατασκευής νέων κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 2,5% ένα χρόνο νωρίτερα. Σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, στο diesel, στα τούβλα, στους χάλκινους αγωγούς, στο έτοιμο σκυρόδεμα, στα κονιάματα, στα πλαστικά και στα κουφώματα αλουμινίου.

Το ενεργειακό κόστος λειτουργεί έτσι ως πολλαπλασιαστής: ξεκινά από την ενέργεια και μπορεί να καταλήξει σε ακριβότερη κατασκευή, μεταφορά, παραγωγή και τελικά κατανάλωση.

Τα νοικοκυριά μπαίνουν στον χειμώνα με ήδη αυξημένο κόστος

Στο μεταξύ, η νέα ενεργειακή πίεση βρίσκει τα ελληνικά νοικοκυριά σε μια περίοδο κατά την οποία σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται ήδη σε βασικές ανάγκες.

Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών ανήλθε σε 21.842,40 ευρώ, ή 1.820,20 ευρώ τον μήνα, αυξημένη κατά 5,5% σε σχέση με το 2024. Η έρευνα βασίζεται σε δείγμα 5.540 ιδιωτικών νοικοκυριών.

Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού απορροφούν τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, με μερίδιο 20,4%, η στέγαση με 14,7% και οι μεταφορές με 13,6%.

Αυτό ακριβώς καθιστά την ενέργεια κρίσιμη για την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Άρα, η αύξηση του κόστους θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας δεν έρχεται σε κενό, αλλά προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο καλάθι βασικών δαπανών.

Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, τα τρόφιμα και η στέγαση απορροφούν συνολικά 54,4% της καταναλωτικής δαπάνης, έναντι 34,5% για το πλουσιότερο 20%.

Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι μια νέα άνοδος των τιμών ενέργειας έχει άνισες επιπτώσεις. Δηλαδή,  όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό του εισοδήματος που κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες, τόσο μικρότερο είναι το περιθώριο ενός νοικοκυριού να απορροφήσει μια νέα αύξηση του κόστους ζωής.

Η «διπλή πίεση» για τις επιχειρήσεις

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται στην πλευρά των επιχειρήσεων, με διαφορετικό μηχανισμό. Έτσι, σε ανακοίνωσή του, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς επισημαίνει τον κίνδυνο που δημιουργεί ο συνδυασμός υψηλού ενεργειακού κόστους και ακριβότερης χρηματοδότησης. Η αύξηση του κόστους του χρήματος, σε συνδυασμό με ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια, καύσιμα, μεταφορές και πρώτες ύλες, πιέζει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή επενδύσεων.

Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν συνήθως μικρότερη πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης.

Όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης, η επιχειρηματικότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «διπλή πίεση», το ακριβότερο χρήμα και την ακριβή ενέργεια. Κατά την εκτίμηση του Επιμελητηρίου, η αντιμετώπιση του πληθωρισμού που προέρχεται από ενεργειακούς και γεωπολιτικούς παράγοντες δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη νομισματική πολιτική, αλλά απαιτεί παράλληλες παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος και στη χρηματοδότηση των ΜμΕ.

Η οικονομία αντέχει – αλλά δεν έχει ακόμη μετρήσει τον νέο ενεργειακό κραδασμό

Μέχρι και τον Αύγουστο, πάντως, η ελληνική οικονομία, με βάση την ανάλυση της Eurobank, δεν εμφάνιζε εικόνα γενικευμένης επιβράδυνσης. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στις 106,9 μονάδες, έναντι 98,4 στην Ευρωζώνη, ενώ ο PMI μεταποίησης ανήλθε στις 54,4 μονάδες, σε επίπεδο που εξακολουθεί να σηματοδοτεί βελτίωση των επιχειρηματικών συνθηκών. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη επίσης βελτιώθηκε, αν και παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.

Η ανθεκτικότητα αυτή αποτελεί θετικό στοιχείο. Υπάρχει, όμως, μια σημαντική χρονική υστέρηση. Δηλαδή, οι δείκτες οικονομικής συγκυρίας του Αυγούστου δεν αποτυπώνουν ακόμη πλήρως τη νέα άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας που σημειώθηκε τον Σεπτέμβριο.

Γι’ αυτό και τα στοιχεία των επόμενων μηνών αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Θα δείξουν εάν η ενεργειακή αναζωπύρωση θα παραμείνει ένα εξωτερικό σοκ που η οικονομία μπορεί να απορροφήσει ή εάν θα μετατραπεί σε ευρύτερη πίεση στις τιμές, στην κατανάλωση και στις επενδύσεις.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα