120 δόσεις για χρέη σε Εφορία και ΕΦΚΑ: Οδικός χάρτης και “ψιλά γράμματα”
Διαβάζεται σε 9'
Τι προβλέπει η νέα ρύθμιση, ποιοι μπορούν να μεταφέρουν τις οφειλές τους από τις 72 στις 120 δόσεις. Αναλυτικά παραδείγματα για τη μηνιαία επιβάρυνση και τους τόκους.
- 01 Οκτωβρίου 2026 09:29
Σε έως και 120 δόσεις μπορούν πλέον να απλώσουν την αποπληρωμή παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις, με το νέο πλαίσιο να επιχειρεί να μειώσει τη μηνιαία πίεση που αντιμετωπίζουν οι οφειλέτες.
Η νέα ρύθμιση αποτελεί ουσιαστικά διεύρυνση του προηγούμενου σχήματος των 72 δόσεων, καθώς αυξάνει τη διάρκεια αποπληρωμής από έξι σε έως δέκα χρόνια και παράλληλα διευρύνει το χρονικό όριο των χρεών που μπορούν να υπαχθούν.
Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα σε περίπου 35.000 οφειλέτες που βρίσκονται ήδη στις 72 δόσεις να μεταφέρουν το ανεξόφλητο υπόλοιπό τους στις 120 δόσεις, εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση.
Το όφελος είναι άμεσο σε επίπεδο μηνιαίας δόσης. Ωστόσο, η μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής αυξάνει το συνολικό κόστος, καθώς ο οφειλέτης καταβάλλει περισσότερους τόκους μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Ποιες οφειλές μπαίνουν στις 120 δόσεις
Στο νέο καθεστώς μπορούν να ενταχθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχουν καταστεί απαιτητές έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ελάχιστη μηνιαία δόση ανέρχεται σε 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο της ρύθμισης διαμορφώνεται στο 5,84%.
Η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων έχει οριστεί έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Σημαντική είναι η πρόβλεψη για όσους έχουν ήδη ενταχθεί στο προηγούμενο καθεστώς των 72 δόσεων. Οι συγκεκριμένοι οφειλέτες μπορούν να μεταφέρουν το υπόλοιπο της οφειλής τους στο νέο πρόγραμμα, αλλά η μετάβαση δεν γίνεται αυτόματα και απαιτείται αίτηση.
Τι αλλάζει σε σχέση με τις 72 δόσεις
Η βασική αλλαγή είναι η διάρκεια. Οι 72 δόσεις αντιστοιχούν σε έξι χρόνια αποπληρωμής, ενώ το νέο πλαίσιο επιτρέπει έως 120 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή έως δέκα χρόνια.
Παράλληλα, διευρύνεται το χρονικό όριο των οφειλών. Το προηγούμενο σχήμα κάλυπτε χρέη που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Πλέον μπορούν να ενταχθούν και οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέσα στο 2024.
Αλλάζει και η ημερομηνία ελέγχου της ενεργής ρύθμισης. Από τις 20 Απριλίου 2026 μεταφέρεται στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Πόσο μειώνεται η μηνιαία δόση
Η μεγαλύτερη διάρκεια έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική υποχώρηση της μηνιαίας καταβολής.
Ενδεικτικά:
- Χρέος 5.000 ευρώ: από περίπου 82,50 ευρώ τον μήνα στις 72 δόσεις, η δόση περιορίζεται περίπου στα 55 ευρώ στις 120.
- Χρέος 10.000 ευρώ: από περίπου 165 ευρώ τον μήνα, η δόση πέφτει περίπου στα 110 ευρώ.
- Χρέος 25.000 ευρώ: από περίπου 412 ευρώ τον μήνα, η μηνιαία επιβάρυνση υποχωρεί περίπου στα 276 ευρώ.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική για όσους αντιμετωπίζουν περιορισμένη ρευστότητα, καθώς μειώνει την απαιτούμενη μηνιαία εκταμίευση για την εξυπηρέτηση της οφειλής.
Το κόστος των 120 δόσεων
Η χαμηλότερη δόση, όμως, έχει ως αντάλλαγμα μεγαλύτερη συνολική επιβάρυνση.
Για παράδειγμα, σε οφειλή 10.000 ευρώ, το συνολικό ποσό αποπληρωμής υπολογίζεται περίπου στα 11.878 ευρώ με 72 δόσεις και στα 13.226 ευρώ με 120 δόσεις.
Η διαφορά φτάνει, επομένως, περίπου τα 1.348 ευρώ.
Για χρέος 20.000 ευρώ, η συνολική καταβολή ανέρχεται περίπου στα 23.756 ευρώ στις 72 δόσεις και στα 26.452 ευρώ στις 120.
Με άλλα λόγια, η επιλογή των 120 δόσεων μειώνει αισθητά τη μηνιαία υποχρέωση, αλλά αυξάνει το ποσό που θα έχει καταβληθεί συνολικά μέχρι την ολοκλήρωση της ρύθμισης.
Ποιοι αποκλείονται
Δεν μπορούν να ενταχθούν στις 120 δόσεις οφειλές που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά. Για αυτές εξακολουθεί να ισχύει η πάγια ρύθμιση των έως 24 δόσεων.
Επιπλέον, για την ένταξη στο νέο σχήμα απαιτείται:
- να μην υπάρχουν άλλες αρρύθμιστες ληξιπρόθεσμες οφειλές ή να έχουν προηγουμένως τακτοποιηθεί νόμιμα,
- να έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών,
- να μην υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.
Η ρύθμιση αφορά οφειλές που δεν βρίσκονται σε ενεργό πρόγραμμα στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, με την εξαίρεση των οφειλετών που βρίσκονται στις 72 δόσεις και επιλέγουν τη μετάβαση στο νέο καθεστώς.
Τι προστασία παρέχει η ρύθμιση
Η συνεπής τήρηση των δόσεων συνδέεται με συγκεκριμένα οφέλη για τον οφειλέτη.
Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας, ενώ αναστέλλεται η ποινική δίωξη για όσο διάστημα τηρείται η ρύθμιση. Σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης προβλέπεται η εξάλειψη του αξιοποίνου.
Παράλληλα, αναστέλλεται η λήψη νέων αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων.
Για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων προβλέπεται ότι, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δεν καταλαμβάνονται μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη όταν αυτές αφορούν αποκλειστικά ρυθμισμένες οφειλές και έχει γνωστοποιηθεί στον τρίτο η σχετική απόφαση αποδέσμευσης.
Η λύση των έως 240 δόσεων
Για όσους έχουν μεγαλύτερο συνολικό βάρος οφειλών, εναλλακτική αποτελεί ο εξωδικαστικός μηχανισμός.
Μέσω αυτού μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ρυθμιστούν χρέη προς το Δημόσιο, τον ΕΦΚΑ, τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων σε έως και 240 δόσεις.
Παράλληλα, το όριο οφειλών για την υπαγωγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό έχει μειωθεί στα 5.000 ευρώ.
Γιατί ανοίγει ξανά η συζήτηση για τις ρυθμίσεις χρεών
Η διεύρυνση του πλαισίου έρχεται μετά το περιορισμένο ενδιαφέρον για τις 72 δόσεις, οι οποίες τέθηκαν σε εφαρμογή τον περασμένο Ιούλιο.
Με τις 120 δόσεις αυξάνεται ο χρόνος αποπληρωμής και μειώνεται η μηνιαία επιβάρυνση, σε μια προσπάθεια να καταστεί η εξυπηρέτηση των παλαιών χρεών πιο διαχειρίσιμη για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του συνολικού μεγέθους του ιδιωτικού χρέους.
Στα 420,9 δισ. ευρώ το ιδιωτικό χρέος
Σύμφωνα με το τρίτο Τριμηνιαίο Δελτίο για το Ιδιωτικό Χρέος στην Ελληνική Οικονομία, που παρουσίασε το ΙΟΒΕ σε συνεργασία με την CEPAL, το συνολικό ιδιωτικό χρέος ανήλθε το πρώτο τρίμηνο του 2026 στα 420,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 169% του ΑΕΠ.
Σε ετήσια βάση, το ιδιωτικό χρέος αυξήθηκε κατά 22,1 δισ. ευρώ.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανήλθαν σε 238,6 δισ. ευρώ, με το μερίδιό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος να υποχωρεί περαιτέρω στο 56,7%.
Οι οφειλές προς το Δημόσιο παραμένουν η μεγαλύτερη κατηγορία ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 70% του συνόλου.
Την ίδια στιγμή, το συνολικό ύψος των δανείων αυξήθηκε στα 254,6 δισ. ευρώ, με τα επιχειρηματικά δάνεια να αποτελούν τον βασικό παράγοντα της ετήσιας αύξησης.
Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διακρατούν τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης υποχώρησε στο 28,4%, ενώ οι εταιρείες διαχείρισης εξακολουθούν να διαχειρίζονται περισσότερο από το 90% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Πάνω από 167 δισ. ευρώ τα χρέη προς Εφορία και Ταμεία
Στο ίδιο πλαίσιο, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούν τα 167 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 114,5 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση.
Το νέο σχήμα των 120 δόσεων επιχειρεί να δώσει περισσότερο χρόνο στους οφειλέτες, μετατρέποντας ένα υψηλότερο μηνιαίο βάρος σε μικρότερες καταβολές με μεγαλύτερο ορίζοντα. Το βασικό ζητούμενο για κάθε οφειλέτη είναι η δυνατότητα να ανταποκρίνεται σταθερά στη ρύθμιση, καθώς η απώλειά της μπορεί να ανατρέψει τα οφέλη της ένταξης.
Σε κάθε περίπτωση, οι 120 δόσεις προσφέρουν χαμηλότερη μηνιαία επιβάρυνση, αλλά όχι χαμηλότερο συνολικό κόστος: όσο παρατείνεται η αποπληρωμή, τόσο αυξάνεται η επιβάρυνση από τους τόκους.
Η ΓΣΕΒΕΕ
Η ΓΣΕΒΕΕ, πάντως, επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση.
Η εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων είναι βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθεί να απέχει από μια ουσιαστική και βιώσιμη λύση για τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο. Η διατήρηση των υπέρογκων προσαυξήσεων και προστίμων, σε συνδυασμό με το υψηλό επιτόκιο του 5,84%, περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και δυσχεραίνει την αποπληρωμή των χρεών.
Οι επιβαρύνσεις αυτές περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, καλύπτοντας παράλληλα τις τρέχουσες υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλο μέρος των οφειλών συσσωρεύτηκε σε συνθήκες διαδοχικών κρίσεων, ιδιαίτερα κατά την πανδημία, και δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε στρατηγική επιλογή μη πληρωμής.
Η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και να προβλέπει:
- Ένταξη του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις, ώστε να αποφεύγεται η παράλληλη επιβάρυνση από διαφορετικές ρυθμίσεις, πέραν των τρεχουσών υποχρεώσεων.
- Διαγραφή του συνόλου των προσαυξήσεων και προστίμων που έχουν διογκώσει τις αρχικές οφειλές.
- Μείωση του επιτοκίου τουλάχιστον κατά 50%, με ευθυγράμμισή του με το επιτόκιο της ΕΚΤ, χωρίς πρόσθετες προσαυξήσεις.
Το ζητούμενο είναι μια ρύθμιση που οι επιχειρήσεις μπορούν να τηρήσουν στην πράξη. Η ουσιαστική αποπληρωμή των οφειλών και η διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους υπηρετούν τα δημόσια έσοδα, την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα.
Όσον αφορά τους αυστηρότερους κανόνες για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, θα κριθεί από την εφαρμογή τους, από τη διαφάνεια στην ενημέρωση των οφειλετών, τις ρεαλιστικές προτάσεις ρύθμισης και την έμπρακτη προστασία όσων τηρούν τις συμφωνίες τους. Για μια μικρή επιχείρηση, η προστασία της επαγγελματικής της στέγης και του παραγωγικού της εξοπλισμού αποτελεί προϋπόθεση συνέχισης της λειτουργίας της.
Η ενίσχυση της επιδότησης του πετρελαίου κίνησης προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στο κόστος μεταφοράς, αλλά η δεκαπενθήμερη διάρκειά της δεν επιτρέπει ασφαλή προγραμματισμό. Απαιτούνται παρεμβάσεις με διάρκεια στο κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και μέτρα που θα στηρίζουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και τη ζήτηση στην αγορά.
Εν κατακλείδι, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ένα συνεκτικό πλαίσιο στήριξης που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το συσσωρευμένο χρέος, το υψηλό κόστος λειτουργίας και την έλλειψη ρευστότητας. Όσο τα κριτήρια αυτά δεν ικανοποιούνται, οι εξαγγελίες παραμένουν ανεπαρκείς και οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να συσσωρεύουν χρέη και να αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας, με την επιβίωσή τους να βρίσκεται σε κίνδυνο.
Τέλος, η εξαγγελία για συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο δεν αρκεί. Απαιτούνται παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν τη διάθεσή του στα επίπεδα τιμών του Οκτωβρίου 2025 καθ’ όλη τη χειμερινή περίοδο, ανεξάρτητα από τις επιδοτήσεις. Διαφορετικά, το κόστος θέρμανσης θα επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη και τη ζήτηση στην αγορά.