Παγκόσμιο sell off στα ομόλογα – Πιέσεις σε κυβερνήσεις και αγορές
Διαβάζεται σε 4'
Νέο κύμα ισχυρών πωλήσεων σαρώνει τις αγορές ομολόγων, εκτοξεύοντας το κόστος δανεισμού από τις ΗΠΑ έως τη Γαλλία, τη Βρετανία και την Ιαπωνία σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες.
- 01 Οκτωβρίου 2026 15:14
Σε κλοιό ισχυρών πιέσεων βρίσκονται ξανά την Πέμπτη (1/10) οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων, με τις μαζικές πωλήσεις να οδηγούν τις αποδόσεις σε πολυετή υψηλά και να προκαλούν αναταράξεις στις χρηματιστηριακές αγορές.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, βασικού σημείου αναφοράς για το παγκόσμιο κόστος δανεισμού, ανέβηκε στο 5,34%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Μάλιστα, στο τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου κατέγραψε τη μεγαλύτερη τριμηνιαία άνοδό της στον 21ο αιώνα.
Η εκτίναξη των αποδόσεων –οι οποίες κινούνται αντίστροφα από τις τιμές των ομολόγων– αποδίδεται μεταξύ άλλων στο ράλι των τιμών της ενέργειας, που ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά και στην έκρηξη των επενδύσεων σε τεχνητή νοημοσύνη και data centers, η οποία τροφοδοτεί τις προσδοκίες για ισχυρότερη ανάπτυξη και υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι υψηλότερες αποδόσεις μεταφράζονται σε ακριβότερο δανεισμό για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και σε μεγαλύτερες δαπάνες τόκων για τις κυβερνήσεις, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κονδύλια για άλλες πολιτικές.
Στο 5% πλησιάζει η Γαλλία, Βρετανία και Ιαπωνία υπό πίεση
Ιδιαίτερα έντονες είναι οι πιέσεις στις χώρες με υψηλότερο δημόσιο χρέος. Η Γαλλία, η κυβέρνηση της οποίας παρουσιάζει την Πέμπτη το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027, βρίσκεται στο επίκεντρο.
Μετά το χειρότερο τρίμηνο για τα γαλλικά κρατικά ομόλογα από το 1987, η απόδοση του 10ετούς ενισχύθηκε προσωρινά κατά ακόμη 10 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 4,96% και πλησιάζοντας το συμβολικό όριο του 5%.
Το spread μεταξύ του 10ετούς γαλλικού και του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου έχει φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης τη δεκαετία του 2010. Παράλληλα, το κόστος ασφάλισης του γαλλικού χρέους έναντι του κινδύνου αθέτησης βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2013.
Η αναταραχή, πάντως, είναι παγκόσμια. Στη Βρετανία, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 6%, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 1998.
Την ίδια στιγμή, στοιχεία που δείχνουν τη βραδύτερη αύξηση των τιμών των κατοικιών εδώ και σχεδόν δύο χρόνια αποτυπώνουν τις επιπτώσεις που αρχίζουν να έχουν τα υψηλά επιτόκια στην πραγματική οικονομία.
Στην Ιαπωνία, όπου ο πληθωρισμός έχει επιστρέψει έπειτα από δεκαετίες μάχης με τον αποπληθωρισμό, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων συμπλήρωσαν πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο διψήφιας ανόδου, κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν.
Πάνω από 3,3 τρισ. δολάρια μόνο για τόκους, οι πιέσεις περνούν και στις μετοχές
Το ανησυχητικό για κυβερνήσεις και άλλους δανειολήπτες είναι ότι, σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφουν οι αναλυτές, δεν διαφαίνεται άμεσα κάποιος ισχυρός καταλύτης που θα μπορούσε να ανακόψει την άνοδο των αποδόσεων.
Το Institute of International Finance εκτιμά ότι μέσα στον τελευταίο χρόνο οι προηγμένες οικονομίες κατέβαλαν πάνω από 3,3 τρισ. δολάρια σε τόκους μόνο για κρατικά ομόλογα που διαπραγματεύονται διεθνώς.
Το ποσό ξεπερνά, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, τα 2,6 τρισ. δολάρια των παγκόσμιων δαπανών για την τεχνητή νοημοσύνη, τα 3,1 τρισ. για την άμυνα και τα 2,3 τρισ. για την καθαρή ενέργεια.
Οι προηγούμενες προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων στις ΗΠΑ έχουν ανατραπεί. Μετά την αύξηση του προηγούμενου μήνα, οι αγορές προεξοφλούν πλέον τουλάχιστον τρεις ακόμη αυξήσεις από τη Federal Reserve έως τα μέσα του 2027.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα με το Reuters, έχει αυξήσει δύο φορές τα επιτόκια μέσα στο 2026, ενώ οι αγορές τιμολογούν ακόμη τρεις αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης έως τα μέσα του 2027.
Η σχετικά ισχυρή οικονομική δραστηριότητα περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εικόνα, καθώς η μεταποιητική δραστηριότητα σε Ευρώπη και Ασία επεκτάθηκε τον Σεπτέμβριο, περιορίζοντας τις ανησυχίες των κεντρικών τραπεζών για τις επιπτώσεις μιας αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής.
Μέχρι τώρα οι χρηματιστηριακές αγορές είχαν εμφανίσει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στην άνοδο των αποδόσεων. Την Πέμπτη, ωστόσο, εμφανίστηκαν ενδείξεις ότι αυτό μπορεί να αλλάζει.
Ο ευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο, ενώ οι ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές σημείωσαν απώλειες έως και 3%.