Υπόθεση Κορνέλ: Το νομικό παράδοξο που αρνείται να δει ως έγκλημα τον ομαδικό βιασμό φοιτήτριας
Διαβάζεται σε 8'
Ένα νομοθετικό κενό στη Νέα Υόρκη και 19 ακόμα πολιτείες, που αφήνει επί χρόνια ατιμώρητη τη σεξουαλική κακοποίηση, με πιο πρόσφατο θύμα τη φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ.
- 02 Οκτωβρίου 2026 06:19
Η επανεμφάνιση και η δημοσιοποίηση των λεπτομερειών μιας υπόθεσης ομαδικού βιασμού σε εστία αδελφότητας του αμερικανικού Πανεπιστημίου Κορνέλ έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κύμα οργής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται όχι μόνο η αγριότητα της σεξουαλικής επίθεσης και η συνενοχή δεκάδων ανδρών, αλλά και ένα αμφιλεγόμενο “παραθυράκι” στη νομοθεσία της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, καθώς και άλλων 19 πολιτειών, το οποίο, σύμφωνα με το CNN, καθιστά σχεδόν αδύνατη την ποινική δίωξη των δραστών εάν το θύμα κατανάλωσε οικειοθελώς αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες πριν από την επίθεση.
Η εφιαλτική νύχτα και η προκλητική στάση του εισαγγελέα
Η υπόθεση ήρθε εκ νέου στο φως όταν η παθούσα, η οποία για λόγους προστασίας της ιδιωτικότητάς της αναφέρεται ως “Jane Doe”, κατέθεσε αγωγή κατά επτά φοιτητών της αδελφότητας Chi Phi αλλά και του ίδιου του Πανεπιστημίου Κορνέλ, ισχυριζόμενη ότι ναρκώθηκε και βιάστηκε από πολλά άτομα σε σπίτι της αδελφότητας.
Η ίδια υποστήριξε ότι τη νύχτα της 19ης Οκτωβρίου 2024 οδηγήθηκε στον επάνω όροφο της εστίας, κατανάλωσε αλκοόλ και δέχθηκε να καταναλώσει κεταμίνη, μια ισχυρή αναισθητική ουσία, και στη συνέχεια υπέστη πολυώρο ομαδικό βιασμό και σωματική κακοποίηση ενώ μέλος της αδελφότητας Chi Phi την διαφήμιζε σε ομαδική συνομιλία ως “δωρεάν αιδοίο”.
Παρά τη σοβαρότητα των καταγγελιών, ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, αρνήθηκε αρχικά να ασκήσει ποινικές διώξεις.
Σε δημόσιες δηλώσεις του στην τηλεόραση του CNN, ο εισαγγελέας χρησιμοποίησε σκληρούς χαρακτηρισμούς για τη συμπεριφορά των φοιτητών, αποκαλώντας την “αηδιαστική, απωθητική, προσβλητική και ηθικά κατακριτέα”. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι η πράξη τους δεν συνιστά παραβιάση του ποινικού κώδικα.
“Οι νεαροί που ενεπλάκησαν σε αυτή τη συμπεριφορά έσφαλαν ηθικά. Η πράξη ήταν αηδιαστική, γι’ αυτό και το κατήγγειλε στην αστυνομία, η οποία τη διερεύνησε. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ακόμη κι αν είναι ηθικά εσφαλμένο, αηδιαστικό ή προσβλητικό, ότι παραβιάστηκε ο ποινικός νόμος”, δήλωσε συγκεκριμένα στην εκπομπή «The Situation Room» του CNN, αφήνοντας την κοινή γνώμη άναυδη.
Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση, σύμφωνα με επιζώσες σεξουαλικής κακοποίησης και συνηγόρους τους, βρίσκεται σε αυτό που έχει γίνει γνωστό ως “εξαίρεση της οικειοθελούς μέθης” (Voluntary Intoxication Exclusion), ένα νομοθετικό κενό που υπάρχει σε περίπου 19 πολιτείες των ΗΠΑ και θεσπίστηκε τη δεκαετία του 1990.
Πρόκειται για έναν από τους λόγους που αμέτρητες επιθέσεις έχουν μείνει ατιμώρητες, όπως αναφέρουν ειδικοί, προσθέτοντας έναν ακόμα ανυπέρβλητο φραγμό στον αγώνα των θυμάτων για δικαιοσύνη.
Τι προβλέπει ο νόμος;
Βάσει του ποινικού κώδικα της πολιτείας, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα του βιασμού λόγω αδυναμίας συναίνεσης, το θύμα πρέπει να αποδειχθεί “διανοητικά ανίκανο να συναινέσει”. Ωστόσο, ο νόμος ορίζει αυστηρά ως διανοητική ανικανότητα αποκλειστικά την κατάσταση στην οποία περιέρχεται ένα άτομο, επειδή του χορηγήθηκαν αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες χωρίς τη θέλησή του (όπως στην περίπτωση που κάποιος ναρκώνει κρυφά το θύμα του).
Στην περίπτωση της Jane Doe, αυτό το αυστηρό πλαίσιο λειτούργησε ως νομικό ανάχωμα υπέρ των κατηγορουμένων.
Παρότι η φοιτήτρια κατέθεσε ότι δέχθηκε σωματική βία, πιέστηκε να καταναλώσει κεταμίνη, ένα ισχυρό αναισθητικό που χρησιμοποιείται συχνά σε σεξουαλικές επιθέσεις, και δήλωσε ρητά ότι, παρά την αρχική της συγκατάθεση για μια πρώτη σεξουαλική επαφή, δεν συναίνεσε στις σεξουαλικές πράξεις που ακολούθησαν, ο εισαγγελέας Μάθιου Βαν Χούτεν έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε ο ποινικός νόμος.
Επικαλέστηκε την αρχική, οικειοθελή κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών από τη φοιτήτρια για να αιτιολογήσει την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας πως από τη στιγμή που δεν της χορηγήθηκε κάποια ουσία παρά τη θέλησή της, το θύμα θεωρούνταν νομικά “ικανό να συναινέσει”, ανεξάρτητα από τον βαθμό της μέθης ή της αδυναμίας της να αντιδράσει εκείνη τη νύχτα.
“Τα στοιχεία που παρέχει η κατάθεση της Jane Doe δεν υποστηρίζουν ότι κατέστη ανίκανη να ελέγξει τη συμπεριφορά της ή ότι της χορηγήθηκε οποιοδήποτε φάρμακο χωρίς τη συγκατάθεσή της”, είπε συγκεκριμένα ο εισαγγελέας.
Στην πράξη, η συγκεκριμένη διάταξη λειτουργεί ως ένα “συγχωροχάρτι” για τους δράστες, καθώς εξισώνει την οικειοθελή χρήση ουσιών με πλήρη διατήρηση της βούλησης, αγνοώντας την πραγματικότητα της σεξουαλικής κακοποίησης σε περιβάλλοντα όπου υπάρχει κατανάλωση αλκοόλ.
Οργανώσεις προστασίας θυμάτων και πολιτειακοί νομοθέτες προσπαθούν επί οκτώ συνεχόμενα χρόνια να καταργήσουν το συγκεκριμένο νομικό “παραθυράκι” στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, τα σχετικά νομοσχέδια προσκρούουν συστηματικά σε αντιστάσεις, με τους επικριτές της αλλαγής να προβάλλουν τη δυσκολία νομικού προσδιορισμού του ακριβούς ορίου μέθης στο οποίο αναιρείται η ικανότητα συναίνεσης, αλλά και τον φόβο ότι μια τέτοια διεύρυνση των διώξεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε φυλετικές διακρίσεις κατά την επιβολή του νόμου.
Παράλληλα, η υπόθεση αναδεικνύει τον καταστροφικό τρόπο με τον οποίο το ψυχολογικό τραύμα επηρεάζει τις ποινικές έρευνες.
Όπως επισημαίνει ο δικηγόρος της παθούσας, η πελάτισσά του βίωσε μια τυπική αντίδραση στο τραύμα, περνώντας από στάδια άρνησης και ντροπής πριν συνειδητοποιήσει ότι είχε βιαστεί από ανθρώπους που θεωρούσε φίλους.
Όταν επισκέφθηκε τις υγειονομικές υπηρεσίες του Κορνέλ λίγες ημέρες μετά το συμβάν, αναφέροντας ότι υπέστη τραυματική ουρολοίμωξη, δεν της προσφέρθηκε ούτε ψυχολογική υποστήριξη ούτε η ειδική εξέταση συλλογής γενετικού υλικού.
Όταν τελικά υποβλήθηκε σε εξέταση (rape kit) εβδομάδες αργότερα, μετά την επίσημη καταγγελία της στην αστυνομία τον Νοέμβριο, όλα τα κρίσιμα στοιχεία DNA είχαν πλέον χαθεί.
Οι ευθύνες του Κορνέλ
Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, η διαχείριση της υπόθεσης ελέγχεται βάσει του ομοσπονδιακού νόμου Title IX του 1972, ο οποίος απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου και υποχρεώνει τα ακαδημαϊκά ιδρύματα να διασφαλίζουν ότι η σεξουαλική βία δεν εμποδίζει την πρόσβαση των φοιτητών στην εκπαίδευση.
Παρότι το Πανεπιστήμιο Κορνέλ έκλεισε οριστικά το παράρτημα της αδελφότητας Chi Phi και επέβαλε πειθαρχικές ποινές, συμπεριλαμβανομένων αποβολών και διαγραφών φοιτητών μετά από πολυήμερες ακροάσεις, δέχεται σφοδρή κριτική για την αποτυχία του στην υποστήριξη του θύματος.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι, ενώ το πανεπιστήμιο όφειλε να παράσχει διευκολύνσεις (όπως αλλαγή στέγασης, αναβολή εξετάσεων ή προστατευτικές διαταγές), αρνήθηκε ακόμα και την επιστροφή των διδάκτρων όταν η οικογένεια της φοιτήτριας ζήτησε να αποχωρήσει λόγω του τραύματος. Η “Jane Doe” αναγκάστηκε να παραμείνει στο campus για έναν επιπλέον εξάμηνο, πριν τελικά εγκαταλείψει οριστικά τις σπουδές της.
Η εσωτερική εξέταση της υπόθεσης από το Κορνέλ περιπλέχθηκε περαιτέρω από το πολιτικό “πινγκ-πονγκ” των ομοσπονδιακών κανόνων στην Ουάσινγκτον.
Συγκεκριμένα, το πανεπιστήμιο ξεκίνησε να ερευνά την υπόθεση τον Ιανουάριο του 2025, μόλις πέντε ημέρες αφότου ομοσπονδιακό δικαστήριο ακύρωσε τους κανόνες της κυβέρνησης Μπάιντεν, οι οποίοι προστάτευαν διευρυμένα τα θύματα και υποχρέωναν τα πανεπιστήμια να λαμβάνουν αυστηρά μέτρα πρόληψης και προστασίας.
Στη θέση τους επέστρεψαν οι κανόνες της κυβέρνησης Τραμπ (του 2020), οι οποίοι είναι πολύ πιο ευνοϊκοί για τα πανεπιστήμια και δυσκολεύουν τα θύματα.
Με το πλαίσιο Τραμπ, για να αναλάβει ευθύνη το πανεπιστήμιο πρέπει η παρενόχληση να αποδειχθεί εξαιρετικά ακραία, ενώ το ίδρυμα μπορεί πολύ πιο εύκολα “να νίψει τις χείρας του” αν η επίθεση έγινε εκτός του κεντρικού campus, όπως ακριβώς συνέβη στη συγκεκριμένη εστία της αδελφότητας.
Ουσιαστικά, το Κορνέλ διεξήγαγε την έρευνα βασιζόμενο σε ένα νομικό πλαίσιο που του επέτρεπε να κάνει τα απολύτως ελάχιστα για το θύμα.
Η τεράστια κοινωνική κατακραυγή και η δημοσιοποίηση νέων αποδεικτικών στοιχείων προκάλεσαν τελικά ραγδαίες εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα.
Αρχικά, ο εισαγγελέας Βαν Χούτεν αναγκάστηκε να ανακοινώσει την επανέναρξη της ποινικής έρευνας και την παραπομπή της υπόθεσης σε Σώμα Ενόρκων (Grand Jury) για να εξεταστούν νέα στοιχεία, όπως αποκαλυπτικά ψηφιακά γραπτά μηνύματα.
Ταυτόχρονα, η Κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χόκουλ, διέταξε τη διενέργεια ανεξάρτητης έρευνας από εξωτερικό νομικό σύμβουλο για να διαπιστωθεί αν το Πανεπιστήμιο Κορνέλ εκπλήρωσε τις νομικές του υποχρεώσεις.
Τέλος, υπό το βάρος της πίεσης, ο Πρόεδρος της Βουλής της Νέας Υόρκης, Καρλ Χίστι, ο οποίος επί χρόνια εμπόδιζε την αλλαγή της νομοθεσίας, ανακοίνωσε τη συγκρότηση ειδικής νομοθετικής ομάδας εργασίας για την αναθεώρηση του νόμου περί συναίνεσης, ανοίγοντας τον δρόμο για την οριστική κατάργηση του εξοργιστικού νομικού “παραθύρου”, που άφησε ατιμώρητους εκατοντάδες βιαστές.