Ισπανία: Πέθανε η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ – Η γυναίκα σύμβολο των διαδηλώσεων για τη στεγαστική κρίση

Διαβάζεται σε 6'
Έξωση σε 87χρονη με αναπηρία από το διαμέρισμά της στη Μαδρίτη
Έξωση σε 87χρονη με αναπηρία από το διαμέρισμά της στη Μαδρίτη David Canales/SOPA Images/Zuma/Alamy/Visualhellas.gr

Σε ηλικία 87 ετών πέθανε η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η γυναίκα που έγινε το σύμβολο των διαδηλώσεων για τη στεγαστική κρίση στην Ισπανία.

Η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η γυναίκα που άναψε τη σπίθα του αγώνα κατά των εξώσεων στην Ισπανία, πέθανε αυτή την Τετάρτη στο νοσοκομείο Gregorio Marañón, σε ηλικία 87 ετών, όπως επιβεβαίωσε με ανακοίνωσή του το Συνδικάτο Ενοικιαστών.

Στις 23 Σεπτεμβρίου είχε εκδιωχθεί από το σπίτι της στη συνοικία Ρετίρο, όπου ζούσε επί 70 χρόνια. Έξι χρόνια νωρίτερα, μια εταιρεία είχε αγοράσει το διαμέρισμά της σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή για τα δεδομένα της περιοχής, ακριβώς επειδή εκείνη εξακολουθούσε να κατοικεί σε αυτό. Με σύνταξη 1.400 ευρώ, η γυναίκα δεν σταμάτησε ποτέ να πληρώνει το ενοίκιο, το οποίο υπαγόταν στο παλαιό καθεστώς μίσθωσης, καθώς και τους λογαριασμούς της: συνολικά περίπου 500 ευρώ τον μήνα.

Το 2020, οι ιδιοκτήτες του σπιτιού τής είπαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα, επειδή το συμβόλαιο είχε ήδη μεταβιβαστεί δύο φορές, αρχικά στη μητέρα της —η οποία δεν εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτρια λόγω νομοθεσίας της εποχής του Φράνκο— και στη συνέχεια στην ίδια. Από τότε επιχείρησαν να την απομακρύνουν τέσσερις φορές και δεν αποδέχθηκαν καμία από τις προτάσεις που τους έγιναν είτε για να καλυφθεί η διαφορά στο ενοίκιο — ζητούσαν 1.600 ευρώ— είτε για να αγοραστεί το διαμέρισμα.

Στην ανακοίνωση, την οποία συνυπογράφουν η οικογένειά της και η δικηγόρος της, υπενθυμίζεται ότι η Μαρικάρμεν παρέμενε νοσηλευόμενη από την ημέρα της έξωσης. «Παρότι επιτεύχθηκε μια ιστορική συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της, αυτή η λύση ήρθε υπερβολικά αργά», αναφέρουν.

Οι υπογράφοντες θεωρούν ότι όσα ακολούθησαν την απομάκρυνσή της —μαζικές διαδηλώσεις, κατασκηνώσεις σε πλατείες, πρόωρες εκλογές και προκήρυξη γενικής απεργίας— συνιστούν «μια τομή στην ιστορία αυτής της χώρας», προειδοποιούν όμως ότι «το τίμημα για να φτάσουμε ως εδώ ήταν υπερβολικά υψηλό». Και την αποχαιρετούν με τη φράση που εκείνη επαναλάμβανε: «Αγωνιστείτε, συνεχίστε να αγωνίζεστε για ό,τι σας ανήκει».

Χάρη στην κοινωνική πίεση, για πρώτη φορά στην Ισπανία άνθρωπος που είχε υποστεί έξωση βρέθηκε ένα βήμα πριν επιστρέψει στο σπίτι του, αφού η ιδιοκτήτρια εταιρεία δέχθηκε να υπογράψει νέο συμβόλαιο μίσθωσης.

Παρόλα αυτά, η έξωση και οι προηγούμενες απόπειρες απομάκρυνσής της είχαν επιβαρύνει σημαντικά την υγεία της Μαρικάρμεν, η οποία τα τελευταία χρόνια μπορούσε να μετακινείται μόνο με αναπηρικό αμαξίδιο και χρειαζόταν βοήθεια για την κάλυψη των καθημερινών της αναγκών. Είχε πίσω της σχεδόν επτά χρόνια δικαστικών διαδικασιών για να παραμείνει στο σπίτι της.

“Αγωνιστείτε, υπερασπιστείτε ό,τι σας ανήκει και, σας παρακαλώ, προσέχετε”

Τους τελευταίους μήνες, η  κατάστασή της είχε επιδεινωθεί. Είχε χάσει μυϊκή μάζα, δυσκολευόταν να φάει και έλεγε ότι ακόμη και η φωνή της είχε αλλάξει. «Με έχει επηρεάσει σε όλα. Εγώ τώρα δεν είμαι εγώ», είχε πει δύο ημέρες πριν εγκαταλείψει το σπίτι της.

Η γυναίκα είχε ήδη γίνει σύμβολο, τόσο στην Ισπανία όσο και σε άλλα μέρη του κόσμου. Ακόμη και μακριά από το σπίτι της, ενθάρρυνε τους πολίτες να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.

David Canales/SOPA Images/Zuma/Alamy/Visualhellas.gr

«Θα ήθελα να είμαι εκεί μαζί σας, να σας συνοδεύω στον αγώνα σας, αλλά δεν έχω αυτή την τύχη. Γι’ αυτό, από εδώ, σας ζητώ όλους να έχετε θάρρος. Αγωνιστείτε, υπερασπιστείτε ό,τι σας ανήκει και, σας παρακαλώ, προσέχετε. Συνεχίστε να κατασκηνώνετε όσο αντέχει το σώμα σας», είχε πει στους διαδηλωτές από το νοσοκομείο, όπου πέρασε αρκετές ημέρες εξαντλημένη μετά την έξωση.

Οι χιλιάδες άνθρωποι που, εξοργισμένοι και κινητοποιημένοι από την ιστορία της, διαδήλωναν στη Μαδρίτη και στη συνέχεια σε άλλες πόλεις της Ισπανίας,αναπαρήγαγαν βίντεό της. Η γυναίκα που είχε πυροδοτήσει όλο αυτό το κύμα τούς ζητούσε να αντέξουν. Και το έκαναν.

Ποια ήταν η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ

Όλοι τη φώναζαν και συνεχίζουν να τη θυμούνται ως Μαρικάρμεν, όμως το πλήρες όνομά της ήταν María del Carmen Abascal. Το 1956, ο πατέρας της νοίκιασε το διαμέρισμα στη συνοικία Ίμπιθα και εκεί πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό της.

Σπούδασε στενογραφία, δακτυλογραφία και γραμματειακή υποστήριξη, εργάστηκε για 34 χρόνια ως γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου φαρμακευτικής εταιρείας και συνταξιοδοτήθηκε το 1998.

Όταν σταμάτησε να εργάζεται, όπως έλεγε, η καθημερινότητά της δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Ξυπνούσε στις εννέα, της άρεσε να περπατά στη γειτονιά, να ψωνίζει από το κρεοπωλείο στη γωνία και να φροντίζει τα αντικείμενα που γέμιζαν το σπίτι της: πίνακες, συλλεκτικά κομμάτια από το τραπεζάκι του τσαγιού, πορσελάνες.

«Δούλεψα όλη μου τη ζωή», έλεγε με υπερηφάνεια. Με την ίδια υπερηφάνεια έδειχνε τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της οικογένειάς της, ένα από τα ελάχιστα πράγματα που πήρε μαζί της στο νοσοκομείο όταν έγινε η έξωση.

Η Μαρικάρμεν ήταν γυναίκα με ισχυρό χαρακτήρα. «Θα αγωνιστώ μέχρι το τέλος», έλεγε ξανά και ξανά σε όλες τις συνεντεύξεις της. Επίμονη, κάποιες φορές σκληρή. Πάντα πεπεισμένη ότι έπρεπε να παλέψει και, μέχρι τις τελευταίες ημέρες της, όταν πλέον δεν είχε η ίδια τη δύναμη, ζητούσε από την «οικογένειά» της στο Συνδικάτο Ενοικιαστών —έτσι τους αποκαλούσε— να συνεχίσουν να αγωνίζονται για εκείνη.

Επαναλάμβανε πάντα ότι το όνειρό της ήταν να πεθάνει στο δωμάτιο όπου είχε δει να πεθαίνουν ο πατέρας και η μητέρα της, στο σπίτι όπου είχε ζήσει τα τελευταία 71 χρόνια, γράφει η EL Pais.

Πριν εγκαταλείψει το σπίτι της, ανάμεσα σε κούτες, η Μαρικάρμεν θυμόταν κάθε γωνιά του διαμερίσματός της σαν να ήταν προέκταση του ίδιου της του εαυτού.

«Εδώ έχω όλες μου τις αναμνήσεις. Ο μπαμπάς μου πέθανε πολύ νέος, το 1960, σε ηλικία 51 ετών. Και η μαμά μου πέθανε το 2005, σε αυτό το σπίτι. Εγώ έζησα εδώ από το 1956 μέχρι σήμερα».

Κάθε πίνακας και κάθε αντικείμενο στο τραπεζάκι του τσαγιού τής ξυπνούσε αναμνήσεις από μια ζωή που δεν ήθελε να αποχωριστεί.

Τότε είχε εξομολογηθεί επίσης ότι δεν ήταν θρησκευόμενη. «Εμείς οι από κάτω είμαστε όλοι ίδιοι», είχε πει. Ωστόσο, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έλεγε καληνύχτα, με αυτή τη σειρά: στον Θεό, στους γονείς της, στον Πάπα Φραγκίσκο και στα μέλη της οικογένειάς της που είχε χάσει.

Στο τέλος της ζωής της είχε δύο όνειρα: να πεθάνει στο σπίτι της και να αναπαυθεί στη Θάλασσα της Κανταβρίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα