Η εκπαίδευση ως μηχανισμός αναπαραγωγής των ελίτ
Διαβάζεται σε 11'
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και επικεφαλής του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΣΕ, Νίκος Φωτόπουλος καταγράφει όλες τις πτυχές του φαινομένου της σκιώδους εκπαίδευσης στην Ελλάδα και τις κοινωνικές του προεκτάσεις.
- 10 Οκτωβρίου 2026 07:21
Ως shadow education στη διεθνή βιβλιογραφία ορίζεται το φαινόμενο κατά το οποίο οι μαθητές λαμβάνουν παράλληλη, ιδιωτική εκπαιδευτική υποστήριξη έξω από το επίσημο σχολικό σύστημα, συνήθως με οικονομική επιβάρυνση των οικογενειών τους.
Στην Ελλάδα γνωρίζουμε καλά αυτήν την κατάσταση καθώς εδώ και δεκαετίες έχει μετατραπεί σε βιωμένη πραγματικότητα για χιλιάδες ελληνικές οικογένειες. Ωστόσο, οι τελευταίες έρευνες που έχουν διεξαχθεί στη χώρα καταδεικνύουν ότι η ελληνική εμπειρία έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον όρο “shadow” (σκιώδης).
Για περισσότερες απαντήσεις και έγκυρα επιστημονικά συμπεράσματα απευθυνθήκαμε στον Νίκο Φωτόπουλου, Καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Ο κ. Φωτόπουλος, ως Επιστημονικός Διευθυντής του ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ, “έτρεξε” και την τελευταία μεγάλη έρευνα για το φαινόμενο στην Ελλάδα και γνωρίζει άριστα τα δεδομένα.
Ο Ελληνας καθηγητής μάς πληροφορεί αρχικά, ότι “η φήμη πως η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα σε αυτό που ονομάζουμε «σκιώδης εκπαίδευση» στη διεθνή βιβλιογραφία, θεωρώ πως δεν ευσταθεί για πολλούς λόγους. Για παράδειγμα το «τι ορίζουμε» ή το «πώς μετράμε» την «σκιώδη εκπαίδευση» ενέχει πολλές μεθοδολογικές και στατιστικές διαφορές, ωστόσο είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως υπάρχουν πολλές χώρες εκτός της δικής μας στις οποίες το φαινόμενο είναι έντονο και ενδεχομένως περισσότερο πιεστικό και με ενδιαφέρουσες «αναγνώσεις”.
Τονίζει, παράλληλα, ότι “σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας συμμετέχει με το δικό της τρόπο σε μια τέτοιου τύπου εκπαίδευση, αφού πέρα από το επίσημο σχολικό σύστημα, εδώ και δεκαετίες καταβάλλονται σημαντικά ποσά από τους γονείς για ιδιωτική πρόσθετη διδασκαλία, ιδιαίτερα μαθήματα, φροντιστηριακή γενική και ξενόγλωσση εκπαίδευση με συνέπεια ένα δυσβάστακτο οικονομικό βάρος για κάθε Ελληνική οικογένεια.
Αναμφίβολα η τάση αυτή συνδέεται με τον τρόπο τον οποίο δομήθηκε αλλά και συνεχίζει να λειτουργεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα καθώς διαχρονικές ελλείψεις και αδυναμίες, παγιωμένες αντιλήψεις και παρωχημένες νοοτροπίες συντηρούν έναν «φαύλο κύκλο» εντός του οποίου περιστρέφονται οι μαθητές, οι οικογένειες, οι εκπαιδευτικοί αλλά και το
ίδιο το σχολείο”.
Ο κ. Φωτόπουλος συμπεραίνει ότι “η «σκιώδης εκπαίδευση» σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα πολυσύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο που μεταλλάσσεται καθώς εξελίσσεται και μετασχηματίζεται όλο το εκπαιδευτικό οικοσύστημα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοσήμαντα και κυρίως μέσω αυτού που παραδοσιακά αποκαλούσαμε «παραπαιδεία». Πρόκειται για φαινόμενο με κοινωνικούς, οικονομικούς, παιδαγωγικούς, ψυχολογικούς ακόμα και πολιτισμικούς επικαθορισμούς, το οποίο θα πρέπει να προσεγγίζεται με «ιστορική συμπάθεια» αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας”.
“Εκπαίδευση πανάκριβη και ακριβοπληρωμένη”
Ρωτάμε το συνομιλητή μας για την ισχυρή πιθανότητα το φαινόμενο να κοστίζει σε χρήματα περισσότερο από όσα υπολογίζουμε λόγω της αφορολόγητης ύλης. Μας απαντά με στοιχεία: “Είναι προφανές πως το φαινόμενο είναι ακόμα πιο μεγάλο από ό,τι εμφανίζεται. Για παράδειγμα στις έρευνες του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ τα υπέρογκα ποσά που έχουμε καταγράψει απορρέουν κυρίως από την ΕΛΣΤΑΤ όπως δηλώνονται από τις επίσημες φροντιστηριακές δαπάνες. Ενδεικτικά για το 2023 οι δαπάνες για οργανωμένα φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης ανήλθαν σε 614 εκατ. ευρώ, το υψηλότερο ποσό της τελευταίας δεκαετίας και 777 εκατ. ευρώ για φροντιστηριακή ξενόγλωσση εκπαίδευση, σημειώνοντας επίσης σημαντική αύξηση” τονίζει αρχικά.
Συμπληρώνει όμως τα εξής ιδιαίτερα σημαντικά: “Ωστόσο, οφείλουμε και μια επισήμανση που είναι σημαντική, αν αναλογιστούμε πως εδώ έχουμε και άλλα κρίσιμα μεγέθη τα οποία σχετίζονται π.χ με εισοδήματα που φορολογούνται, με ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται, με οργανωμένες εκπαιδευτικές δομές που συμβάλλουν στην επίσημη απασχόληση κ.α στοιχεία δηλαδή, που είναι μετρήσιμα και αξιολογήσιμα ως προς την προσφορά τους στο εγχώριο ΑΕΠ. Με την επίσημη φροντιστηριακή δαπάνη συνυπάρχει και ένας αφανής και μη φορολογούμενος «κύκλος εργασιών» εντός του οποίου καταβάλλονται επίσης τεράστια ποσά, τα οποία όμως μόνο κατά προσέγγιση μπορούν να εκτιμηθούν, επιβαρύνοντας αποκλειστικά την ελληνική οικογένεια η οποία εν τέλει υπερφορολογείται: τόσο μέσω της φορολογίας που επιβάλλει το ελληνικό κράτος, μέρος της οποίας κατευθύνεται και στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα όσο και μέσω εξίσου υπέρογκων ιδιωτικών δαπανών που καταβάλλονται για ιδιωτική εξωσχολική υποστήριξη σε όλες της τις μορφές”.
“Υπό την έννοια αυτή η εκπαίδευση στην Ελλάδα αποδεικνύεται πανάκριβη και ακριβοπληρωμένη ενώ στο βάθος του χρόνου καταλήγει όλο και περισσότερο υποτιμημένη, αφού τα «αντισταθμιστικά» της οφέλη στην εγχώρια αγορά εργασίας αποδεικνύονται κατώτερα των προσδοκιών αλλά και των αναγκών των νέων ανθρώπων”.
Η αστικότητα του φαινομένου
Οι τελευταίες έρευνες έχουν δείξει ότι αυτό που περιγράφεται ως “shadow education” επικρατεί κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Υπάρχουν, όπως προκύπτει, συγκεκριμένες αιτίες γι’ αυτό: “Τα αστικά κέντρα υπερτερούν στις δαπάνες για διάφορους λόγους. Λόγω φυσικής πυκνότητας και υπερ-συγκέντρωσης του πληθυσμού αλλά και λόγω μιας κουλτούρας που έχει θεμελιωθεί, κυρίως, στα μεσαία και ανώτερα στρώματα των αστικών κέντρων τα οποία συνεχίζουν να θεωρούν την εκπαίδευση εργαλείο ανοδικής ή έστω οριζόντιας κινητικότητας” επισημαίνει ο κ. Φωτόπουλος ο οποίος όμως αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή.
“Ωστόσο η εικόνα παρόλο που φαίνεται σχετικά καλύτερη, δεν είναι ίδια στο εσωτερικό των αστικών κέντρων αφού υπάρχουν και εκεί μεγάλες διαφοροποιήσεις σε επιμέρους προάστια, λαϊκές γειτονιές αλλά και σε υποβαθμισμένες περιοχές που παραδοσιακά πλήττονται από την ανεργία, την κοινωνική και πολιτισμική υστέρηση. Το σίγουρο όμως είναι πως και στο σύνολο της χώρας και ιδίως στην ελληνική περιφέρεια, εντοπίζονται αισθητές διαφορές και ανισότητες αφού υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες οι οποίες περιορίζουν τις «δαπάνες επένδυσης» σε εκπαιδευτικά αγαθά και υπηρεσίες”.
Το γιατί είναι προφανές. “Παράγοντες όπως η δημογραφική καθίζηση, η συρρίκνωση του πρωτογενή τομέα της παραγωγής, η έλλειψη παραγωγικών επενδύσεων, η απουσία σοβαρών και ουσιαστικών κινήτρων μετεγκατάστασης και επαναπατρισμού στην Περιφέρεια, οι χαμηλοί μισθοί και οι πληθωριστικές τάσεις ακόμα και σε βασικά είδη ανάγκης κ.α αποτελούν παράγοντες που εκτός του ότι εντείνουν τις μεταναστευτικές εκροές είτε για σπουδές, είτε για απασχόληση, αποδυναμώνουν την ένταση αλλά και τους πόρους για επενδύσεις σε «εκπαιδευτικό κεφάλαιο» με συνέπεια τον αναπτυξιακό μαρασμό”.
Όπως συμπεραίνει ο κ. Φωτόπουλος “χωρίς να γίνεται πάντα αυτό αντιληπτό, οι παράγοντες αυτοί συμβάλλουν στην ενθάρρυνση μιας νοοτροπίας επιδίωξης ανοδικής κινητικότητας μέσω άλλων πρακτικών, μακριά όμως από την εκπαίδευση και τα μορφωτικά αγαθά. Η τάση αυτή έχω την αίσθηση πως θα ενταθεί ακόμα περισσότερο στο μέλλον αν δεν ληφθούν άμεσα και γενναία μέσα για την στήριξη του πληθυσμού, των υποδομών αλλά και των παραγωγικών πόρων στην Περιφέρεια και αυτό πρέπει να συμβεί στοχευμένα σε συγκεκριμένα νησιά, υποβαθμισμένες περιοχές αλλά και απομονωμένες επαρχίες της χώρας”.
Ξεκάθαρη ταξικότητα και “πελατοκεντρική” εκπαίδευση
Οσο το φαινόμενο είναι κυρίως αστικό, άλλο τόσο είναι ταξικό. Και θα έλεγε κανείς σκληρά ταξικό. Όπως τονίζει ο Έλληνας καθηγητής “αναμφίβολα και υπάρχει ταξικό πρόσημο σε ό,τι σχετίζεται με την εκπαίδευση και ευρύτερα με τη διά βίου μάθηση και την απόκτηση μορφωτικών αγαθών. Σε κάθε περίπτωση η απόκτηση διανοητικής δύναμης συνιστά παράγοντα ηγεμονίας στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων ή των πολιτικών, οικονομικών αλλά και ιδεολογικών διεργασιών όσο και να θέλουμε να αγνοούμε τη διάσταση αυτή”.
Και επιπλέον: “Στις μέρες μας, οι εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανισότητες εντείνονται και μεταλλάσσονται αφού διαρκώς υψώνονται εμπόδια και σημαντικές δυσκολίες στην πρόσβαση σε μορφωτικά αγαθά. Για παράδειγμα οι δαπάνες για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα, για εξωσχολικές δραστηριότητες, για δίδακτρα σε μεταπτυχιακές σπουδές, για μετακινήσεις και φοιτητική στέγη κ.ά. διαμορφώνουν διαρκώς αυξητικές τάσεις χωρίς όμως αντίστοιχα «ανθρωπολογικά ισοδύναμα», δηλαδή χωρίς ανάλογη ποιότητα εργασίας, προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη, δυνατότητα ανοδικής κινητικότητας ή μελλοντικής δημιουργίας οικογενειακού περιβάλλοντος κ.α”.
Ετσι, κατά την επιστημονική οπτική του κ. Φωτόπουλου, “ο χώρος της εκπαίδευσης γίνεται όλο και περισσότερο ανταγωνιστικός, λιγότερο συμπεριληπτικός και ευθέως «πελατοκεντρικός» καθώς βαθαίνει μέσα μας η αίσθηση πως η ποιοτική εκπαίδευση είναι συνώνυμη της οικονομικής δυνατότητας του καθενός. Την ίδια στιγμή η ποιότητα και το επίπεδο των μαθησιακών αποτελεσμάτων σε όλες τις βαθμίδες ολισθαίνουν, η κριτική σκέψη και ο ορθός Λόγος ατροφούν ενώ η αμάθεια κερδίζει έδαφος με επιπτώσεις που θα αποδειχθούν εξαιρετικά αρνητικές στην ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή αλλά και την προοπτική του τόπου στο εγγύς μέλλον”.
Από τη σκιώδη στην παράλληλη εκπαίδευση
Διαπιστώνοντας ότι πλέον οι οικογένειες επιβαρύνονται με δαπάνες ακόμα και από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ο επικεφαλής του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ επιβεβαιώνει δίνοντας όλες τις διαστάσεις: “Χαρακτηριστικό της τάσης αυτής είναι η δημιουργία και η εξάπλωση των Κέντρων Μελέτης για μαθητές πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Παράλληλα όμως αυξάνονται και τα φροντιστήρια αλλά και τα ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά Δημοτικού. Κατά κανόνα δηλαδή η κουλτούρα μιας μαθησιακής εντατικοποίησης κατεβαίνει σε μικρότερες ηλικίες, τάση που συνδέεται είτε με σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες είτε και με πολλές και διάφορες εξετάσεις για επιλογή σχολείου”.
Επανέρχομαι λοιπόν στο αρχικό ερώτημα. Μιλάμε τελικά για «σκιώδη εκπαίδευση» ή μήπως για μια «παράλληλη εκπαίδευση» στην οποία εν τέλει συμμετέχει η πλειονότητα των μαθητών και μαθητριών από την παιδική τους ηλικία; Και αν συμβαίνει τελικά αυτό, γιατί μεθοδεύεται και ενθαρρύνεται; Είναι προφανές πως η εστίαση απαιτείται να γίνει στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα από τις πρώτες του βαθμίδες κιόλας και κυρίως στις πολιτικές που το κανοναρχούν και το πλαισιώνουν”.
Άρα, σύμφωνα με το συνομιλητή μας, “όσο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα θα υπολειτουργεί, θα υποστελεχώνεται, θα υποαμείβει τους εκπαιδευτικούς και θα υποτιμά τα προσόντα που το ίδιο παρέχει και πιστοποιεί τόσο περισσότερο θα δημιουργείται χώρος για επιλογές και «λύσεις ανάγκης» εκτός και πέραν αυτού. Όσο το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα θα βυθίζεται στη γραφειοκρατία, στην ευθυνοφοβία, στο διοικητισμό και την τυπολατρία τόσο θα διανοίγει χώρο σε μια «παράλληλη εκπαίδευση» που θα ενισχύει τη δυναμική της, προβάλλοντας την «ευελιξία», την «προσαρμοστικότητα», την «καινοτομία» και την «ποιότητα» ως συγκριτικά της πλεονεκτήματα”.
Και επίσης: “Όσο το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα θα γεννά εξετάσεις αλλά και σκληρούς μηχανισμούς επιλογής και αναπαραγωγής των elite άλλο τόσο θα γιγαντώνεται ένας παράλληλος χώρος, και δυστυχώς όχι πάντα οργανωμένος, θεσμικός και νόμιμος, αλλά άτυπος, φοροδιαφεύγων και αμφίβολης παιδαγωγικής αξιοπιστίας που θα επιδρά στις ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές. Εν κατακλείδι, υποστηρίζω ακράδαντα πως το πρόβλημα εντοπίζεται ευθέως στον πυρήνα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και των πολιτικών που το περιβάλλουν και κυρίως στην έλλειψη σοβαρής πολιτικής βούλησης και αξιοπιστίας στο να διαμορφωθεί μια εθνική στρατηγική με όρους ισχυρής και ευρείας κοινωνικής συμφωνίας”.
Τελευταίος κρίκος της αλυσίδας οι αιωνίως αδικημένοι εκπαιδευτικοί της φροντιστιριακής εκπαίδευσης. Όπως επισημαίνει ο κ. Φωτόπουλος “οι μελέτες και οι έρευνές μας πράγματι αποδεικνύουν πως οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί και ειδικότερα οι εκπαιδευτικοί των φροντιστηρίων παραμένουν ένας αδικημένος και εξαιρετικά ταλαιπωρημένος κλάδος που προσφέρει πολλά σε εξαιρετικά πιεστικές και αγχογόνες συνθήκες. Η προσφορά τους είναι δυσανάλογα μεγάλη προς τις πενιχρές παροχές που λαμβάνουν καθώς το διευθυντικό δικαίωμα σε πολλές περιπτώσεις παραμένει χωρίς έλεγχο και θεσμικούς περιορισμούς ενώ δεν υπάρχει σχεδόν καμία επίσημη παιδαγωγική αναγνώριση του έργου που εξαιρετικοί επιστήμονες παρέχουν”.
Διαπιστώνει επίσης την εξής αντίφαση: “Χαμηλές αμοιβές, εργασιακή ανασφάλεια και απουσία επαγγελματικής ανάπτυξης από την μια, την ίδια στιγμή που καταγράφονται υψηλές χρηματικές εισροές και προφανώς υψηλή κερδοφορία από την άλλη”.
Συμπερασματικά “η αλλαγή του εν λόγω δεδομένου αναμφίβολα προϋποθέτει μια δικαιότερη αναδιανομή των πόρων οι οποίοι διακινούνται τόσο στο πεδίο της ιδιωτικής εκπαίδευσης όσο και πιο ειδικά στο χώρο των φροντιστηρίων: διαφάνεια στο κόστος και την αποτίμηση των υπηρεσιών, απαρέγκλιτη τήρηση της κείμενης νομοθεσίας, φορολογικοί έλεγχοι και αύξηση των εσόδων του κράτους με στόχο την ενίσχυση των εργαζομένων στο πεδίο, θωράκιση των συλλογικών συμβάσεων και ενίσχυση των κατώτατων αμοιβών, περιορισμός της επισφάλειας, θεσμική ενίσχυση της παιδαγωγικής και επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών μέσω σοβαρών κινήτρων σε εργοδότες και εργαζόμενους, σύνδεση των αυξήσεων στα δίδακτρα με πραγματικές βελτιώσεις στις αποδοχές και στις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών. Σε καμία περίπτωση η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την ποιότητα της εργασίας αλλά και των όρων ύπαρξης εκείνων που την παρέχουν”.