NAZA: Ο Νετανιάχου αναζητά όσους μίλησαν στο ντοκιμαντέρ – Απειλεί με διώξεις για σοβαρά αδικήματα
Διαβάζεται σε 5'
Ο Νετανιάχου διέταξε την ταυτοποίηση και την ποινική δίωξη στρατιωτών που μίλησαν στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ NAZA για τις μαζικές δολοφονίες αμάχων στη Γάζα.
- 12 Οκτωβρίου 2026 19:03
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, διέταξε τη γενική εισαγγελέα της χώρας και τον επικεφαλής της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ να αποκαλύψουν τις ταυτότητες των στρατιωτών και αξιωματικών που παραχώρησαν συνεντεύξεις στο ερευνητικό ντοκιμαντέρ NAZA και να ασκήσουν σε βάρος τους ποινικές διώξεις για πρόκληση “βλάβης στα διπλωματικά συμφέροντα και στα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ”.
Το βραβευμένο ντοκιμαντέρ, σε σκηνοθεσία των κινηματογραφιστών Γιουβάλ Αμπραχάμ και Ρέιτσελ Σορ και παραγωγή του Guardian, καταγράφει τη μαζική δολοφονία αμάχων από το Ισραήλ στη Γάζα.
Η ταινία προβάλλεται ήδη στους κινηματογράφους, μεταξύ άλλων στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, ενώ πρόκειται να παρουσιαστεί σε περισσότερες από 50 χώρες.
Σε επιστολή του προς τη γενική εισαγγελέα Γκάλι Μπαχαράβ-Μιάρα, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF), αντιστράτηγο Εγιάλ Ζαμίρ, και τον επικεφαλής της Σιν Μπετ, Νταβίντ Ζίνι, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός απαίτησε να “ενεργήσουν επειγόντως προκειμένου να αποκαλύψουν την ταυτότητα όλων όσοι εμπλέκονται ή εμφανίζονται στη συκοφαντική ταινία“.
Ο Νετανιάχου ζήτησε επίσης “την έναρξη ποινικής έρευνας και την άσκηση διώξεων για σοβαρά αδικήματα που αφορούν την ασφάλεια πληροφοριών, τη συκοφαντική δυσφήμηση και την πρόκληση βλάβης στα διπλωματικά συμφέροντα και στα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ”.
Το NAZA έκανε πρεμιέρα τον περασμένο μήνα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί το πιο παρατεταμένο χειροκρότημα στην ιστορία της διοργάνωσης.
Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από ένα ακρωνύμιο που χρησιμοποιούν ευφημιστικά οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών για να προσδιορίσουν πόσοι άμαχοι αναμένεται να σκοτωθούν σε μια αεροπορική επιδρομή.
Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει εξαπολύσει σφοδρή επίθεση εναντίον των Αμπραχάμ και Σορ, απειλώντας να τους αφαιρέσει την ισραηλινή ιθαγένεια και κατηγορώντας τους για προδοσία.
Υποστηρικτές της κυβέρνησης έχουν ορκιστεί ότι θα καταδιώξουν τους κινηματογραφιστές όταν επιστρέψουν στο Ισραήλ, ενώ πραγματοποίησαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το σπίτι των γονιών της Σορ, στο Σαβιόν, φωνάζοντας το σύνθημα: «Θανατική ποινή στους προδότες».
Ο Ζαμίρ καταδίκασε την ταινία ως «επίθεση κατά του κράτους του Ισραήλ», κατηγορώντας την ότι διαδίδει «ψέματα και συκοφαντίες».
Είχε προηγουμένως διατάξει στρατιωτικούς και νομικούς αξιωματούχους να ταυτοποιήσουν τους στρατιώτες που εμφανίζονται στο ντοκιμαντέρ και να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψης νομικών μέτρων εναντίον τους.
Ωστόσο, ο γενικός στρατιωτικός εισαγγελέας, Ιτάι Οφίρ, δήλωσε ότι για την άσκηση ποινικών διώξεων θα απαιτούνταν αποδεικτικά στοιχεία για παραβιάσεις της ασφάλειας ή αποκάλυψη διαβαθμισμένου υλικού, αν και παρέμενε ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων.
Η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας του Τύπου, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ εντολές αποκάλυψης της ταυτότητάς τους επιτρέπονται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
Ο Ρικάρντο Γκουτιέρες, γενικός γραμματέας της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων, η οποία εκπροσωπεί περισσότερους από 320.000 δημοσιογράφους, δήλωσε:
«Αυτές οι απειλές συνιστούν μια απροκάλυπτη πράξη εκφοβισμού εναντίον δημοσιογράφων που απλώς έκαναν τη δουλειά τους, τηρώντας αυστηρά τους κανόνες δεοντολογίας και υπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον.
Δεν με εκπλήσσει αυτό το ξέσπασμα, το οποίο επιβεβαιώνει ότι αυτό το καθεστώς είναι διατεθειμένο να κάνει τα πάντα για να συγκαλύψει τα εγκλήματά του κατά της ανθρωπότητας και τη συνεχιζόμενη γενοκτονία στη Γάζα».
Εκπρόσωπος του Guardian δήλωσε: «Αφού πρώτα απείλησε να αφαιρέσει την ισραηλινή ιθαγένεια από τους σκηνοθέτες του NAZA, η ισραηλινή κυβέρνηση ζητά τώρα τη διεξαγωγή έρευνας για τις δημοσιογραφικές πηγές τους. Όλες αυτές οι κινήσεις αποτελούν απόπειρες αποπροσανατολισμού από τα επείγοντα ερωτήματα που θέτει η ταινία σχετικά με τις μαζικές δολοφονίες Παλαιστινίων αμάχων στη Γάζα. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να διεξάγουν έρευνες για ζητήματα δημόσιου συμφέροντος, χωρίς να αντιμετωπίζουν απειλές ή παρενοχλήσεις».
Περισσότερες από 100 πηγές και διαβαθμισμένα έγγραφα
Το NAZA βασίζεται σε αποκαλύψεις που δημοσιεύθηκαν αρχικά από το ισραηλινοπαλαιστινιακό μέσο +972 Magazine, το εβραϊκό Local Call και τον Guardian, κατά την περίοδο 2023-2025.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, εκπρόσωπος του Guardian δήλωσε ότι «η διαδικασία αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτυριών ήταν εξαιρετικά αυστηρή. Περιλάμβανε διαβαθμισμένα έγγραφα που είχαν διαρρεύσει, λεπτομερή επαλήθευση συγκεκριμένων επιθέσεων και διασταύρωση των πληροφοριών μέσω ενός ευρύτερου δικτύου εμπιστευτικών δημοσιογραφικών πηγών, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν μπροστά στην κάμερα στην ταινία».
Τα τελευταία τρία χρόνια, η ομάδα πίσω από την ταινία έχει «πάρει συνεντεύξεις από περισσότερες από 100 πηγές», οι οποίες γνωρίζουν τα συστήματα των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο στη Γάζα, «συμπεριλαμβανομένων υψηλόβαθμων διοικητών που συμμετείχαν άμεσα στην έγκριση των επιθέσεων», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος του Guardian.
Τις τελευταίες ημέρες, η ισραηλινή κυβέρνηση έχει προωθήσει μια κινηματογραφική παραγωγή στο διαδίκτυο, η οποία μιμείται το ύφος του NAZA, σε μια προσπάθεια να αμφισβητήσει τα ευρήματα του αυθεντικού ντοκιμαντέρ.
Ο Άριελ Άβερμπουχ, Ισραηλινός δικηγόρος και έφεδρος στρατιωτικός που δημιούργησε την ταινία NAZA: The Real Story, τη χαρακτήρισε «επιθετική κίνηση», με στόχο να μετατοπίσει την προσοχή της διεθνούς κοινότητας από τις καταγγελίες για τις δολοφονίες αμάχων από τον ισραηλινό στρατό.
Ισχυρές προσωπικότητες της παγκόσμιας κινηματογραφικής βιομηχανίας, μεταξύ των οποίων και οι επικεφαλής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο, έχουν εκφράσει την αλληλεγγύη τους προς τον Αμπραχάμ και τη Σορ, δηλώνοντας ότι «υποστηρίζουν ακλόνητα το δικαίωμα των κινηματογραφιστών να καταπιάνονται με δύσκολα και επείγοντα ζητήματα, χωρίς τον φόβο αντιποίνων».