Στο εδώλιο Ουκρανός κομάντο για την ανατίναξη των αγωγών Nord Stream
Διαβάζεται σε 6'
Ο Ουκρανός στρατιωτικός Σερχίι Κουζνέτσοφ δικάζεται στο Αμβούργο για την έκρηξη στους αγωγούς Nord Stream, ενώ ο ίδιος και η Ουκρανία αρνούνται κάθε εμπλοκή.
- 14 Οκτωβρίου 2026 20:19
Ένας Ουκρανός στρατιωτικός ηγήθηκε ομάδας δυτών που τοποθέτησε εκρηκτικά στον βυθό της Βαλτικής Θάλασσας, με σκοπό την ανατίναξη των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream, ενδεχομένως κατόπιν εντολής κρατικών αρχών, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν σε δικαστήριο.
Κατά την πρώτη ημέρα της δίκης του στη γερμανική πόλη του Αμβούργου, ο Σερχίι Κουζνέτσοφ, ο οποίος την περίοδο των επιθέσεων στους αγωγούς το 2022 υπηρετούσε ως αξιωματικός των ειδικών δυνάμεων του ουκρανικού στρατού, κατηγορήθηκε από τους εισαγγελείς για συνέργεια σε εγκλήματα πολέμου, λόγω επίθεσης σε μη στρατιωτικές υποδομές, πρόκλησης έκρηξης, φθοράς περιουσίας και διατάραξης δημόσιων υπηρεσιών.
Ο Κουζνέτσοφ εμφανίστηκε την Τετάρτη στο δικαστήριο και κατώ την είσοδό του στην αίθουσα χαιρέτισε στρατιωτικά.
Ο ίδιος και η νομική του ομάδα παρακολούθησαν σιωπηλοί επί δέκα λεπτά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου από τον ομοσπονδιακό γενικό εισαγγελέα, με ταυτόχρονη μετάφραση στα ουκρανικά.
Οι κατηγορίες για την ανατίναξη των αγωγών
Ο 50χρονος Κουζνέτσοφ κατηγορείται ότι προετοίμασε και πραγματοποίησε την πυροδότηση τουλάχιστον τεσσάρων εκρηκτικών μηχανισμών, βάρους έως 27 κιλών ο καθένας, σε βάθος περίπου 80 μέτρων στη Βαλτική Θάλασσα, κοντά στο δανικό νησί Μπόρνχολμ.
Εκτιμάται ότι είχε έξι συνεργούς: τέσσερις δύτες μεγάλου βάθους, έναν ειδικό στα εκρηκτικά και έναν κυβερνήτη σκάφους. Σύμφωνα με τις κατηγορίες, η ομάδα χρησιμοποίησε ένα μισθωμένο ιστιοπλοϊκό και εκρηκτικά με χρονοδιακόπτη.
Ο Κουζνέτσοφ και η χώρα του αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή στις επιθέσεις.
Οι δικηγόροι του υποστήριξαν ότι η δίκη δεν θα έπρεπε καν να διεξάγεται, λέγοντας στο δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, σύμφωνα με τους ίδιους, κρατείται σχεδόν αποκλειστικά σε απομόνωση εδώ και 11 μήνες, αντιμετωπίζεται «σαν πιόνι σε σκακιέρα».
Τόνισαν ότι δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του με τον συνηθισμένο τρόπο, καθώς η ιδιότητά του ως αξιωματικού του στρατού δεν του επιτρέπει, όπως υποστηρίζουν, να μιλήσει.
Αυτό σημαίνει ότι αναγκάζεται να υπερασπιστεί τον εαυτό του «με δεμένα τα χέρια».
Αμφισβήτησαν επίσης τον χαρακτηρισμό της επίθεσης ως δολιοφθοράς σε μη στρατιωτικές υποδομές, υποστηρίζοντας ότι οι αγωγοί αποτελούσαν «όπλο στα χέρια των Ρώσων».
Οι εκρήξεις τον Σεπτέμβριο του 2022
Οι εκρήξεις σημειώθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στους αγωγούς που είχαν κατασκευαστεί για τη μεταφορά ρωσικού φυσικού αερίου από το Βίμποργκ, στη δυτική Ρωσία, έως το Λούμπμιν, κοντά στο Γκράιφσβαλντ της βόρειας Γερμανίας.
Οι εκρήξεις προκάλεσαν ρήγματα στους αγωγούς Nord Stream 1, οι οποίοι αποτελούσαν τη βασική οδό προμήθειας ρωσικού φυσικού αερίου προς τη Γερμανία, προτού η Μόσχα διακόψει τις παραδόσεις τον Αύγουστο του 2022.
Ζημιές υπέστη και ο Nord Stream 2, ο οποίος ήταν έτοιμος να μεταφέρει φυσικό αέριο, αλλά δεν τέθηκε ποτέ σε λειτουργία, καθώς η Γερμανία είχε αναστείλει τη διαδικασία αδειοδότησής του λίγο πριν από τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία.
Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές χώρες επιχειρούσαν να απεξαρτηθούν από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες, ως απάντηση στη στρατιωτική επιθετικότητα του Κρεμλίνου.
Ανέδειξαν την εξάρτηση της Ευρώπης, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, από το ρωσικό φυσικό αέριο, αλλά και την αδιαφάνεια που περιβάλλει τις μυστικές επιχειρήσεις σε καιρό πολέμου.
Αρχικά, αναλυτές ζητημάτων ασφαλείας απέδωσαν την επίθεση στη Μόσχα. Η Ρωσία αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή και κατηγόρησε με τη σειρά της τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες επίσης διέψευσαν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς.
Τον Ιούλιο, Γερμανοί εισαγγελείς κατηγόρησαν ουκρανικές «κρατικές αρχές» ότι έδωσαν εντολή για την επίθεση.
Όπως υποστήριξαν, «στόχος ήταν να διακοπεί οριστικά η παροχή φυσικού αερίου μέσω των αγωγών και να εμποδιστεί η Ρωσία να χρησιμοποιεί τα έσοδα από το εμπόριο φυσικού αερίου για τη χρηματοδότηση της πολεμικής της προσπάθειας».
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, έχει αρνηθεί ότι η χώρα του εμπλέκεται στην υπόθεση.
Ο Κουζνέτσοφ συνελήφθη τον Αύγουστο του 2025, ενώ βρισκόταν σε οικογενειακές διακοπές στην Ιταλία. Σύμφωνα με την ιταλική αστυνομία, παραδόθηκε χωρίς να προβάλει αντίσταση.
Ταξίδευε με πλαστό διαβατήριο και εκδόθηκε στη Γερμανία τον περασμένο Νοέμβριο, αφού απέτυχαν οι νομικές προσπάθειες να αποτραπεί η έκδοσή του.
Ένας ακόμη ύποπτος, ο Βολοντίμιρ Ζουράβλιοφ, τεχνικός εγκατάστασης κλιματιστικών και ερασιτέχνης δύτης, συνελήφθη τον Αύγουστο στη βόρεια Κροατία, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
Ο ίδιος αντιτίθεται στην έκδοσή του στη Γερμανία και έχει υποβάλει αίτημα ασύλου στην Κροατία. Αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή στη δολιοφθορά.
Απορρίφθηκε το αίτημα της Ρωσίας για συμμετοχή στη δίκη
Το δικαστήριο απέρριψε αίτημα της ρωσικής πλευράς να συμμετάσχει στη δίκη του Αμβούργου ως πολιτικώς ενάγουσα.
Η Gazprom, στην οποία ανήκει ο αγωγός Nord Stream 2, είχε υποστηρίξει ότι δικαιούται να συμμετάσχει στη διαδικασία, επικαλούμενη τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες της επίθεσης.
Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι το κόστος επισκευής των αγωγών θα ήταν υψηλό, η αποκατάστασή τους δεν θα ήταν οικονομικά αδύνατη.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Κουζνέτσοφ, του οποίου η στρατιωτική ταυτότητα δείχνει ότι βρισκόταν σε ενεργό υπηρεσία την περίοδο της ανατίναξης των αγωγών, αναμένεται να ασκήσει το δικαίωμά του στη σιωπή κατά τη διάρκεια της δίκης.
Η υπεράσπισή του αναμένεται να προσκομίσει ένορκες βεβαιώσεις δύο ανωτέρων του στον στρατό, προκειμένου να στηρίξει το επιχείρημα ότι απαγορεύεται να αποκαλύψει λεπτομέρειες για τις ενέργειές του ως στρατιωτικού.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, φέρεται να είχε λάβει εντολές από έναν άνδρα που θεωρείται ο εγκέφαλος της επίθεσης και συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που έχουν καταθέσει υπέρ του.
Η δίκη θα συνεχιστεί στις 27 Οκτωβρίου.
Έχουν προγραμματιστεί 16 ημέρες ακροαματικής διαδικασίας στο Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Αμβούργου έως και τις 17 Δεκεμβρίου, ενώ θεωρείται πιθανό να πραγματοποιηθούν επιπλέον συνεδριάσεις τον Ιανουάριο.