Advertisement

Οι Fontaines DC στο σταυροδρόμι “U2 ή Arctic Monkeys” έστριψαν προς Depeche Mode

Διαβάζεται σε 8'
Οι Fontaines DC στο σταυροδρόμι “U2 ή Arctic Monkeys” έστριψαν προς Depeche Mode
24 MEDIA CREATIVE TEAM

Το review μας για το πολυαναμενόμενο πέμπτο άλμπουμ των Ιρλανδών, τον «δίσκο της χρονιάς» με το περισσότερο hype.

Πέμπτη βράδυ, πριν δέκα μέρες, πολυκατάστημα στο κέντρο της Αθήνας. Στο καφέ του είναι προγραμματισμένη δημόσια προακρόαση του νέου, πέμπτου και, όπως θα καταλάβετε (όχι ότι χρειαζόταν κιόλας), πολυαναμενόμενου άλμπουμ των Fontaines DC.

«Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» – στην εποχή του streaming υπάρχουν ακόμα γκρουπ και κυκλοφορίες που για χάρη τους διοργανώνονται τέτοια events, πόσο μάλλον στο κέντρο της πρωτεύουσας μιας χώρας που δεν είναι δα και η μεγαλύτερη αγορά του πλανήτη; Κι όχι μόνο συμβαίνουν αλλά η αίθουσα είναι και κατάμεστη, κατά βάση, από 20somethings ως ισχυρή ένδειξη που κάνει σοφόν το σαφές.

                                     Οι Fontaines DC είναι η σημαντικότερη μπάντα της γενιάς της.

Και μάλλον η πιο ισχυρή indie μετοχή της μουσικής βιομηχανίας αυτήν την στιγμή. 

Το crossover έχει ήδη συμβεί. Χτίστηκε βήμα βήμα και με τον σωστό τρόπο την τελευταία δεκαετία. Αρκεί μόνο, πάλι μένοντας στα καθ’ ημάς, να σκεφτείτε την πορεία των Δουβλινέζων από εκείνο το πρώτο χειμωνιάτικο βράδυ στην Death Disco το 2018, στα μεσημεροαπογευματινά slots στο Release των επόμενων χρόνων και την θριαμβευτική παρουσία τους ως headliners πλέον το καλοκαίρι του 2025 (…σε μια εμφάνιση που, ξέρω δεν είμαστε πολλοί σε αυτό το νησί αλλά, κάπως με απογοήτευσε).

Νέος δίσκος, όλα τα μάτια και τα φώτα στραμμένα πάνω τους. Θα πέσουν στη λακούβα των μεγάλων προσδοκιών ή θα ανανεώσουν τους όρκους πίστης και αγάπης με την όλο και πιο συμπαγή κοινότητα των fans τους;

Fontaines DC, Dopamine Chamber
(XL, 2026)

Όλοι μιλάνε για το «δύσκολο» δεύτερο άλμπουμ. Αλλά, αλήθεια ασχολείται κανείς με το αν έχεις ακόμα κάτι να πεις στο πέμπτο; Όταν όλοι περιμένουν στη γωνία να σου πουν ότι επαναλαμβάνεσαι, όταν έχει στερέψει το στοιχείο της έκπληξης, όταν οι fans έχουν χωριστεί στα δύο κλασικά στρατόπεδα: αυτών που ήταν εκεί από την αρχή και παρακολουθούν με επιφυλακτικό gatekeeping το μεγάλωμα του γκρουπ κι εκείνων που ήρθαν στην πορεία ακριβώς γιατί οι φιλόδοξες μπάντες νομοτελειακά κι αναπόφευκτα κάνουν αυτά που πρέπει για να πληθύνει το κοινό τους. 

Οι Cure ξέφυγαν από το σκοτάδι διατυπώνοντας τη δική τους υπέροχη ποπ πρόταση αμέσως μετά την πρώτη πεντάδα δίσκων, οι New Order ξόρκισαν οριστικά το φάντασμα του Ian Curtis στο Low-Life (πέμπτο στη σειρά αν συνυπολογίσουμε και τα δύο Joy Division), οι Smiths το διέλυσαν στα τέσσερα άλμπουμ, οι δε Clash την εποχή του Combat Rock δίχαζαν ήδη το κοινό τους γιατί το φλερτ με την Αμερική και την disco τους είχε κάνει πιο «ραδιοφωνικούς».

Οι Echo and the Bunnymen την πέμπτη φορά του μπήκαν στο στούντιο για το ομώνυμο του 1987 τώρα πια ξέρουμε ότι μάλλον είχαν αφήσει τα καλύτερα πίσω τους, οι U2 ύψωσαν δυσθεώρητα το μπόι τους με το The Joshua Tree μπαίνοντας για τα καλά στην stadium φάση τους, οι Stone Roses «δυστυχώς φιλαρακια μου» έφτασαν μόνο μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία (τους), οι Blur στο πέμπτο ομώνυμο άλμπουμ τους εγκατέλειπαν τις μέρες της britpop και ήταν ένα βήμα πριν το αριστούργημά τους, οι Oasis στον πέμπτο δίσκο (μπορεί να) σκέφτονταν ήδη το reunion, ενώ μετά το AM οι Arctic Monkeys χαμήλωσαν εντυπωσιακά τους τόνους. [Οι Radiohead παίζουν εκτός συναγωνισμού σε αυτή τη λίστα, κανείς ποτέ δεν έχει αλλάξει το δέρμα του όσο και όπως αυτοί]

Υπάρχει κάποιο pattern; Ναι και όχι. Από τη μία, οι μπάντες σταδιακά χάνουν την πείνα και τα γκάζια των πρώτων ημερών, αλλά παράλληλα θέλουν και να εξελίσσονται. Κι από την άλλη, η βιομηχανία όταν βρίσκει καινούρια κότα θέλει τα αβγά της να είναι όσο πιο χρυσά (δηλαδή «καθαρά» και μαζικά) γίνεται. Λίγο πολύ σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, εκεί γύρω στο πέμπτο άλμπουμ – εκεί γύρω στο συμπλήρωμα της πρώτης δεκαετίας ζωής τους, τα γκρουπ είχαν καταλάβει πια ότι άλλαζαν/είχαν αλλάξει πίστα.

Το έχουν καταλάβει φυσικά και οι Fontaines DC. Είναι πια headliners παντού, το τυράκι της νέας τους δουλειάς είναι μια συνεργασία με τη Rosalía (που υπέγραψε το αντίστοιχο σε hype άλμπουμ της περασμένης χρονιάς), ο φροντμαν Grian Chatten που της απαντά “so care less” (ή “so careless”;) στο “I could care less” του viral κομματιού “Where Is Gone?” είναι πια σταρ. 

Το Dopamine Chamber είναι το άλμπουμ που ανοίγει και σε αυτούς διάπλατα την πόρτα των σταδίων. Όχι μόνο λόγω της έκρηξης της δημοφιλίας τους – αυτήν την καταλάβαμε στο αμέσως προηγούμενο και πολυπλατινένιο Romance (2024) με τη γυαλιστερή παραγωγή και την πολύχρωμη αισθητική γλώσσα. Αλλά κι επειδή, όσο κι αν προσπαθούν να διατηρήσουν την gloomy διάθεσή τους – αλίμονο, ακόμα Ιρλανδοί είναι οι άνθρωποι – τα τραγούδια είναι ανθεμικά, προορισμένα για μεγάλα sing-a-longs σε μεγάλες περιοδείες σε μεγάλα venues. Η παραγωγή του James Ford που έχει δουλέψει με Blur, Pulp και Florence and the Machine σε αντίστοιχα φτασμένη τους φάση είναι εκεί για το υπογραμμίσει.

Ξεχάστε το αιχμηρό ποστ πανκ των δύο πρώτων δίσκων, τα παιδιά μεγάλωσαν. Ξεχάστε και την χρυσή τομή που βρήκαν στο τρίτο και (νομίζω καλύτερό τους ως τώρα) Skinty Fia. Οι Fontaines DC, λίγο μετά τα 30 (όλοι τους είναι 31-33 ετών), βρίσκονται στο σταυροδρόμι μεταξύ U2 και Arctic Monkeys. Έτοιμοι να γίνουν mega (…που λέει και μια ψυχή από το Μάντσεστερ που αυτές τις μέρες τσακώνεται στο Twitter για τη Σίτι) όπως οι συμπατριώτες τους Bono and co. Ή να φρενάρουν και να προσπαθήσουν να γίνουν πιο ενήλικοι όπως αποπειράθηκαν οι  Monkeys στα δύο τελευταία τους (με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική επιτυχία, κατά τη γνώμη μου, θυσιάζοντας όμως ξεκάθαρα ένα κομμάτι του πυρηνικού κοινού τους που δεν ψήθηκε καθόλου). 

Αυτό το δίλημμα είναι πολύ φανερό στο Dopamine Chamber. Και ο τρόπος να το ντριμπλάρουν οι Fontaines DC για να μην δώσουν ξεκάθαρη απάντηση είναι να μην πάνε ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά. Αλλά, να το στρίψουν και λίγο προς τους Depeche Mode των πρόσφατων ημερών (όχι τυχαία ο Ford ήταν πίσω από την κονσόλα και στον δικό τους τελευταίο δίσκο.)

Το Dopamine Chamber είναι ο πιο «συνθετικός» δίσκος των Fontaines DC. Αυτός που βασίζεται λιγότερο στις κιθάρες και περισσότερο στην ερμηνεία του Chatten, ο οποίος ακούγεται πιο «γεμάτος», «έμπειρος» και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση (έχοντας ήδη κυκλοφορήσει κι ένα εξαιρετικό σόλο άλμπουμ το 2023). Ο τίτλος του άλμπουμ, αλλά και η θεματική του εδώ κι εκεί, είναι ένα σχόλιο πάνω στην επιφανειακή προσέγγιση των σόσιαλ, πάνω στο αέναο κυνήγι της στιγμιαίας (μα κι ανούσιας) ικανοποίησης μέσω του engagement. OK, λίγο μπανάλ πια αυτή η συζήτηση, αλλά να τους το δώσουμε ότι ως κατεξοχήνσημαιοφόροι της γενιάς τους οι Fontaines DC εκφράζουν το τυπικό «σύνδρομο της Στοκχόλμης» της σχέσης της με τα σόσιαλ – ενοχή, αποδοκιμασία αλλά κι εξάρτηση. Έτσι κι αλλιώς, οι Ιρλανδοί είναι εκεί: vocal για την Παλαιστίνη κι άλλα πολιτικά ζητήματα, με look που ενώνει το Δουβλίνο με κάθε Κυψέλη αυτού του κόσμου αλλά και άλμπουμ-με-το-άλμπουμ κάθε διάθεση να παίξουν με τους κανόνες του όποιου mainstream των ημερών.

Το πρώτο σινγκλ “Marianne” ξεχωρίζει και τους επιστρέφει στις μέρες του Skinty Fia – το έχουν κερδίσει να ακούς αυτό μελαγχολικό μοτίβο και να τους σκέφτεσαι, θέμα χρόνου να βρεθεί η τηλεοπτική σειρά που θα το χρησιμοποιήσει στα credtits ή σε κάποια σκηνή-κλειδί. Το “Mimesis”, επίσης εξαιρετικό, είναι αυτό που πιστοποιεί την στροφή στην πιο indie πλευρά των Depeche Mode ή και των ύστερων New Order, αν προτιμάτε. Το “Demolition” είναι εδώ για τις σκηνές με drone από κάποια μεγαλειώδη συναυλία, σαν να είναι η πρότασή τους για ένα halftime Super Bowl show που δε θα γίνει ποτέ. Ακολουθείται από το “Tongue” που επίσης προορίζεται για δυνατές λάιβ στιγμές και μετά έρχεται το “One Man” που φλερτάρει επικίνδυνα με το συρματόπλεγμα της απαγορευμένης Coldplay zone.

Έχω την εντύπωση ότι όταν, στο κοντινό μέλλον, θα γίνει μια ρετροσπεκτίβα-δισκογραφική ανασκόπηση στους Fontaines, το Dopamine Chamber, όπως κάθε άλμπουμ μετάβασης, θα είναι ένα άλμπουμ δύσκολο να αποτιμηθεί. Δε θα θεωρείται το magnum opus τους, αλλά ούτε και το flop τους. Θα υπάρχουν εκείνοι που θα καλούν τους μελλοντικούς Κυψελιώτες να το επανεκτιμήσουν ως «σιωπηλό αριστούργημα» κι εκείνοι που θα λένε «δείτε πως είναι τώρα οι Δουβλινέζοι» από δω ξεκίνησε η αυτοκρατορικη΄τους περίοδος.

Άραγε τότε θα τους φτάνει ένα ΟΑΚΑ να γεμίσουν ή θα θέλουν δύο για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση;

 

Info:

Ακολουθήστε τον ΚΙΟΥΡΕΪΤΟΡ σε Spotify και Instagram

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα