Η Γαλλία φλέγεται και η ευρωπαϊκή ακροδεξιά τρέφεται από την οργή
Διαβάζεται σε 6'
Οι Ευρωπαίοι βγαίνουν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για το κόστος ζωής και η ακροδεξία κερδίζει έδαφος.
- 20 Οκτωβρίου 2026 10:32
Η κατακόρυφη αύξηση στις τιμές των καυσίμων συμπιέζει ασφυκτικά τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η κρίση του κόστους διαβίωσης τροφοδοτεί ένα κύμα κοινωνικής αναταραχής, δίνοντας νέα ώθηση στα ακροδεξιά κόμματα ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων του επόμενου έτους σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία.
Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν, που ξεσπασε τον Φεβρουάριο εκτοξεύοντας στα ύψη τις τιμές της ενέργειας, επιδείνωσε την κατάσταση για τις κυβερνήσεις, οι οποίες ήδη πάλευαν να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό, να στηρίξουν την ανάπτυξη και να συγκρατήσουν τις δημόσιες δαπάνες.
Η δυσαρέσκεια δεν άργησε να ξεχυθεί στους δρόμους. Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν από τις υποβαθμισμένες σχολικές υποδομές στα βόρεια προάστια του Παρισιού εξελίχθηκαν σε μία από τις χειρότερες κοινωνικές εκρήξεις των τελευταίων δεκαετιών: λεηλασίες καταστημάτων, πυρπολήσεις κτιρίων, μέχρι και ο εμπρησμός ενός ιστορικού δημαρχείου του 19ου αιώνα στη Λιμόζ.
«Γιατί βρίσκομαι εδώ; Πολύ απλά, γιατί το σημερινό κόστος ζωής μου προκαλεί τρόμο», δηλώνει ο Κεντέν Λεβιλού, ένας 21χρονος διαδηλωτής στη Νάντη. «Σκεφτείτε εκείνους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Όταν βλέπεις τις τιμές στα τρόφιμα, στα καύσιμα, στα πάντα… είναι εφιαλτικό το πόσο ακριβά έχουν γίνει τα πάντα».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι η σύγκρουση στο Ιράν έχει κοστίσει στην ευρωπαϊκή οικονομία περίπου 100 δισεκατομμύρια ευρώ, εξαιτίας των αναταράξεων στο εμπόριο και τις ενεργειακές αγορές. Η τιμή του φυσικού αερίου πραγματοποίησε άλμα της τάξης του 140%, ενώ το ντίζελ διπλασιάστηκε.
Σε διάγγελμά του, ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αναγνώρισε τα «δίκαια αιτήματα» των πολιτών που αγανακτούν για την ακρίβεια, καταδίκασε όμως απερίφραστα τα επεισόδια βίας: «Δεν πρέπει επουδενί να συγχέουμε τους διαδηλωτές με όσους κατέστρεψαν, βανδάλισαν και λεηλάτησαν».
Κύμα διαμαρτυρίας σαρώνει την Ευρώπη
Τα βίαια επεισόδια δεν περιορίστηκαν στη Γαλλία. Στον εύπορο ιταλικό Βορρά και συγκεκριμένα στο Μιλάνο, η αστυνομία συγκρούστηκε με διαδηλωτές που διαμαρτύρονται για την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και την ακρίβεια.
Στην Τζέλα της Σικελίας, οι αγρότες τονίζουν ότι η τιμή των καυσίμων καθιστά ασύμφορη τη χρήση των αγροτικών μηχανημάτων. «Καλλιεργούμε τη γη, θερίζουμε χρέη», έγραφε χαρακτηριστικά ένα πανό. «Έχουμε παραλύσει εντελώς. Το κόστος των καυσίμων έχει υπερδιπλασιαστεί», δηλώνει ο Αρκάντζελο Γκαμπίνο, εκπρόσωπος των αγροτών στην επαρχία Καλτανισέτα. Τα μπλόκα των φορτηγατζήδων, των αγροτών και των χαλυβουργών παρέλυσαν τις συγκοινωνίες στη νότια Ιταλία, προκαλώντας τοπικές ελλείψεις καυσίμων και φόβους για την τροφοδοσία των σούπερ μάρκετ.
Στη Λισαβόνα, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές πλημμύρισαν τους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τους χαμηλούς μισθούς και την στεγαστική κρίση, ασκώντας έντονη πίεση στην κεντροδεξιά κυβέρνηση της Πορτογαλίας.
Στην Ισπανία, η έξωση της Μαρικάρμεν πυροδότησε κύμα συμπαράστασης και διαμαρτυρίας σε όλη τη χώρα για την έλλειψη στέγης και τα εξωφρενικά ενοίκια, συμβάλλοντας στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών.
Αντίστοιχες κινητοποιήσεις σημειώθηκαν στο Βέλγιο, ενώ στην Αλβανία ο κόσμος βγήκε στους δρόμους οργισμένος για τη διαφθορά, την ανεργία και το υποβαθμισμένο εκπαιδευτικό σύστημα.
Το κύμα οργής αποτυπώνει, όπως γράφει το Reuters, μια γενικευμένη οικονομική ανασφάλεια, που αναδιαμορφώνει άρδην το πολιτικό σκηνικό της Ηπείρου. Όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Ζιλ Ιβαλντί από το Sciences Po, η αγωνία για την αγοραστική δύναμη εξελίσσεται στον «κεντρικό καταλύτη του λαϊκισμού» στην Ευρώπη. Πολιτικοί τόσο από την σκληρή Δεξιά όσο και από τη σκληρή Αριστερά υποστηρίζουν πλέον ανοιχτά ότι η αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία θα συμπίεζε τις τιμές, αμφισβητώντας ευθέως την κυρίαρχη ευρωπαϊκή γραμμή για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Η Λεπέν επενδύει πολιτικά στα καύσιμα
To νέο αυτό ενεργειακό σοκ έρχεται να προστεθεί σε μια πολυετή οικονομική δοκιμασία, που άρχισε με την πανδημία και συνεχίστηκε με τις επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022. Στη Γαλλία, η ακρίβεια στην ενέργεια συνθέτει ένα εκρηκτικό σκηνικό ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου. Η κυβέρνηση Μακρόν βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στο διογκούμενο δημοσιονομικό έλλειμμα και τις πιέσεις των αγορών ομολόγων.
Η Μαρίν Λεπέν, επικεφαλής του ακροδεξιού «Εθνικού Συναγερμού» που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά και ο βετεράνος της σκληρής Αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν, έχουν αναγάγει τις τιμές των καυσίμων σε κεντρικό πυλώνα της ατζέντας τους. «Η αύξηση των τιμών στα καύσιμα αναμφίβολα ευνοεί τη Μαρίν Λεπέν. Είναι ένα θέμα στο οποίο έχει επενδύσει εδώ και καιρό», εξηγεί ο Ιβαλντί. Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, τα ποσοστά της Λεπέν καταγράφουν άνοδο, ενώ του Μακρόν υποχωρούν. Η πρότασή της για γενναία μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα έχει ευρεία απήχηση, ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους της αγροτικής και ημιαστικής περιφέρειας, όπου το αυτοκίνητο αποτελεί είδος πρώτης ανάγκης.
Εκκλήσεις για επαναπσέγγιση με τη Ρωσία
Στη γειτονική Γερμανία, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) οδηγεί την κουρσα των εθνικών δημοσκοπήσεων μετά τα υψηλά ποσοστά που κατέγραψε στις τοπικές κάλπες. Το κόστος ζωής παραμένει η μεγαλύτερη ανησυχία των Γερμανών για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά. Ο πληθωρισμός στη χώρα άγγιξε υψηλό τριετίας τον Σεπτέμβριο, με τις τιμές της ενέργειας να καλπάζουν με 14,9% — μια εξέλιξη που προσφέρει πολιτικά πολεμοφόδια στην AfD για να επιτεθεί στον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Το AfD πιέζει για την αποκατάσταση των ενεργειακών δεσμών με τη Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι η στήριξη του Βερολίνου προς την Ουκρανία ισοδυναμεί με αυτοχειρία, την ώρα που η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και οι ενεργοβόρες βιομηχανίες της δοκιμάζονται σκληρά.
Όπως σημειώνει ο Γιαν Στέκελ, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, υπάρχει σαφής συσχέτιση ανάμεσα στις υψηλές τιμές ενέργειας και τη συσπείρωση των ψηφοφόρων υπέρ του AfD: «Τα λαϊκιστικά κόμματα παρουσιάζουν το ενεργειακό κόστος ως κάτι που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αποδίδοντάς το σε λανθασμένες κυβερνητικές επιλογές και όχι στα υποκείμενα γεωπολιτικά σοκ. Αυτά τα γεωπολιτικά σοκ είναι πολύ πιο σύνθετα στην ερμηνεία τους — γι’ αυτό και οι συστημικές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να πείσουν».
Αυτή η ρητορική κερδίζει έδαφος και σε άλλες χώρες. Στην Ιταλία, η Πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι δέχεται αυξανόμενη πίεση από το «Εθνικό Μέλλον», ένα νέο ακροδεξιό μόρφωμα υπό τον πρώην στρατηγό Ρομπέρτο Βανάτσι, το οποίο τασσεται υπέρ της επανέναρξης των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Ακόμη και στην Πολωνία, έναν από τους πιο σθεναρούς υποστηρικτές της Ουκρανίας, το βάρος των λογαριασμών ενέργειας φουσκώνει τα πανιά της ακροδεξιάς «Συνομοσπονδίας του Πολωνικού Στέμματος». Ο ηγέτης της, Γκρέγκορζ Μπράουν, ζήτησε ανοιχτά την επιστροφή στο ρωσικό πετρέλαιο και αέριο, δηλώνοντας δίπλα σε στελέχη του AfD στο Λούμπμιν —εκεί όπου καταλήγουν οι κατεστραμμένοι αγωγοί του Nord Stream: «Λατρεύω τη μυρωδιά του ρωσικού φυσικού αερίου το πρωί».