ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΙΜΑ ΣΤΑ IPHONE ΜΑΣ: Ο ALFREDO JAAR ΣΤΟ ΕΜΣΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Από τη δικτατορία στη Χιλή μέχρι τα καταφύγια αστέγων του Μόντρεαλ, ο Χιλιανός εικαστικός Alfredo Jaar μοιράστηκε στο ΕΜΣΤ τις εμπειρίες που έγιναν έργα τέχνης και μας έκανε να αναλογιστούμε τη δική μας ευθύνη απέναντι σε όσα συμβαίνουν στον κόσμο.
Στην αίθουσα του μεσορόφου του ΕΜΣΤ, ο διεθνούς φήμης Χιλιανός καλλιτέχνης Alfredo Jaar μας ζητά να κλείσουμε τα κινητά μας λίγο πριν ξεκινήσει την ομιλία «It Is Difficult». «Μην τα βάλετε στο αθόρυβο. Κλείστε τα», επιμένει. Σε λίγο θα μας δείξει το βομβαρδισμένο προεδρικό Μέγαρο της Χιλής, θα μιλήσει για ανθρώπους που ζουν στον δρόμο, για όσους αγωνίζονται για τη δημοκρατία και θα μας εξηγήσει πώς αυτές οι πραγματικότητες έγιναν η αφετηρία για τα έργα του.
Είναι η πρώτη επίσκεψη του Alfredo Jaar στην Ελλάδα. Την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, στην ομιλία που φιλοξένησε το ΕΜΣΤ σε συνεργασία με το New York University Global Research Institute και το Athens Photo Research Center, είχαμε τη σπάνια ευκαιρία να τον ακούσουμε να εξηγεί όσα προηγήθηκαν ορισμένων έργων του. Τις επισκέψεις, τις συζητήσεις, τις αποτυχίες, τις διαπραγματεύσεις, ακόμη και την αδυναμία του να βρει μια ιδέα. Στον πρόλογο της ομιλίας ακούσαμε μια παλαιότερη δήλωσή του που εξηγεί πολλά: «Ποτέ δεν μπόρεσα να δημιουργήσω ένα έργο τέχνης αποκλειστικά από τη φαντασία μου. Ένα μικρό σχέδιο, ένα μικρό αντικείμενο, τίποτα. […] Τα πάντα βασίζονται στην πραγματικότητα».
Ακούγοντάς τον, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι αυτή η ομιλία θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία για τον τρόπο με τον οποίο συνδέει την τέχνη με την ιστορία και την πολιτική, για την επιμονή του να δει ο ίδιος μια πραγματικότητα προτού πάρει θέση, για την ευθύνη που αναλαμβάνει όταν παρουσιάζει τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.
Η πραγματικότητα πριν από το έργο
Γεννημένος στο Σαντιάγο της Χιλής το 1956, ο Jaar είναι εικαστικός, αρχιτέκτονας και κινηματογραφιστής. Εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια χρησιμοποιεί τη φωτογραφία, το βίντεο, τις εγκαταστάσεις και τις παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο για να μιλήσει για γενοκτονίες, τον εκτοπισμό προσφύγων, τις ανισότητες και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του στην Μπιενάλε της Βενετίας και στην documenta και έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο Τέχνης της Χιροσίμα και το Hasselblad.
Όταν συστήνεται, πάντως, ξεκινά από την αρχιτεκτονική. «Δεν σπούδασα ποτέ τέχνη. Είμαι αρχιτέκτονας και προσδιορίζω τον εαυτό μου ως αρχιτέκτονα». Και για έναν αρχιτέκτονα, το πλαίσιο είναι τα πάντα. Πριν δημιουργήσει ένα έργο, πρέπει να γνωρίσει τον τόπο, την ιστορία του και τους ανθρώπους του. «Δεν θα δράσω στον κόσμο προτού κατανοήσω τον κόσμο», είναι η αρχή που έχει θέσει στον εαυτό του.
Για την τέχνη έχει κρατήσει τον ορισμό του Νιγηριανού συγγραφέα Τσινούα Ατσέμπε: «Η τέχνη είναι η προσπάθειά μας να αλλάξουμε την τάξη της πραγματικότητας που μας δόθηκε». Πώς γίνεται αυτό; «Δεν έχω ιδέα. Και γι’ αυτό είμαι καλλιτέχνης».
Πριν έρθει στην Αθήνα, ο Jaar πέρασε επτά ώρες ακολουθώντας τους φοιτητές στις διαδηλώσεις στο Παρίσι. Μας δείχνει τα πλακάτ τους, σχολιάζει τα λογοπαίγνια εναντίον του Μακρόν και στέκεται στις παλαιστινιακές σημαίες και σε ένα σύνθημα για τους Αλγερινούς που πνίγηκαν στο Παρίσι το 1961. Έπειτα αφηγείται τον αποκλεισμό του Λούβρου από φοιτητές τέχνης που διαμαρτύρονταν για την αστυνομική βία. Τουρίστες με εισιτήρια, ορισμένοι έχοντας ταξιδέψει από πολύ μακριά, τους επιτέθηκαν φραστικά επειδή δεν μπορούσαν να μπουν στο μουσείο. Στην οθόνη προβάλλεται ειρωνικά ο πίνακας «Ελευθερία που οδηγεί τον λαό» του Ντελακρουά. Πόσο πρόθυμα θαυμάζουμε μια εξέγερση σε έναν πίνακα και πόσο μας ενοχλούν οι διαδηλωτές όταν ανατρέπουν τα σχέδιά μας;
11 11 11 11 11: Η ημέρα που ο χρόνος σταμάτησε
Η δική του σχέση με την βία αρχίζει στη Χιλή. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, το στρατιωτικό πραξικόπημα ανατρέπει τον Σαλβαδόρ Αλιέντε. Ο Jaar είναι έφηβος και ακούει εμμονικά το «The Dark Side of the Moon» των Pink Floyd. Ξέρει τα τραγούδια απέξω, βάζει τον δίσκο μέρα και νύχτα, εξαντλώντας την υπομονή της οικογένειας και των φίλων του. Αυτή η μουσική θα μείνει δεμένη στη μνήμη του με το βομβαρδισμένο μέγαρο Λα Μονέδα, την καταστολή και τις καύσεις βιβλίων. «Έτσι πέθανε η δημοκρατία στη Χιλή», λέει με συγκίνηση και αυθόρμητα η αίθουσα στο ΕΜΣΤ παγώνει.
Είκοσι χρόνια αργότερα, ξανακοιτάζοντας τα φοιτητικά του τετράδια, βρίσκει σελίδες γεμάτες με τον αριθμό 11. Τον έγραφε ξανά και ξανά, χωρίς τότε να θεωρεί ότι κάνει τέχνη. Σε ένα ημερολόγιο του 1974 έχει καλύψει κάθε ημερομηνία μετά την 11η Σεπτεμβρίου με μια φωτοτυπία του αριθμού 11. Κάθε καινούργια ημέρα είναι πάλι η ημέρα του πραξικοπήματος. «Ο εφιάλτης είχε αρχίσει. Και κανείς δεν ήξερε ότι θα κρατούσε δεκαεπτά χρόνια».
Μέσα στη λογοκρισία μια φωτογραφία της Susan Meiselas, με έναν ένοπλο άνδρα να παίζει κλαρινέτο, του δίνει μια διέξοδο. Φυσά στο όργανο μέχρι εξαντλήσεως και καταγράφει την περφόρμανς σε Betamax. Αντέχει επτά λεπτά και δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Αυτός ο ήχος εκφράζει την οργή και τον πόνο που απαγορεύεται να διατυπώσει. Χρόνια αργότερα, ένας μουσικός φίλος τού εξηγεί γιατί το κλαρινέτο ακουγόταν τόσο παράξενα: το είχε συναρμολογήσει ανάποδα.
Ένα κόκκινο φως για να γίνουν ορατοί
Από τις ιστορίες των έργων του, εκείνη του Μόντρεαλ εξηγεί ίσως καλύτερα πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για τη ζωή κάποιου άλλου, ειδικά όταν δεν θέλει να εκτεθεί. Ο καλλιτέχνης είχε προσκληθεί να δημιουργήσει ένα έργο στον τρούλο της ιστορικής αγοράς Bonsecours στο Μόντρεαλ. Έπειτα από επτά επισκέψεις στην πόλη, ακόμη δεν ήξερε τι θα κάνει. Η ιδέα ήρθε βλέποντας ένα φορτηγάκι με λαχανικά για ένα κέντρο αστέγων.
Μιλώντας με τους ανθρώπους σε τρία καταφύγια αστέγων της περιοχής, του περιέγραφαν πώς είναι να περπατάς στην πόλη και να νιώθεις ότι κανείς δεν σε βλέπει. Του ζητούσαν να τους κάνει ορατούς, αλλά πολλοί δεν ήθελαν να φωτογραφηθούν. Δεν ήθελαν να παρουσιάζονται ως άστεγοι. Πώς ανταποκρίνεσαι σε ένα τέτοιο αίτημα; Πώς στρέφεις την προσοχή σε έναν άνθρωπο χωρίς να εκθέσεις το πρόσωπό του;
Στο έργο «Lights in the City», κόκκινα φώτα στον τρούλο συνδέθηκαν με κουμπιά στα καταφύγια. Κάθε φορά που κάποιος πατούσε ένα κουμπί, ο τρούλος φωτιζόταν για ένα δευτερόλεπτο. Μπορούσε έτσι να δηλώσει την παρουσία του στην πόλη, διατηρώντας την ανωνυμία του. Οι ίδιοι οι άνθρωποι των καταφυγίων είχαν πρώτα εγκρίνει την πρόταση με ψηφοφορία.
Δημοσιογράφοι άρχισαν να τους επισκέπτονται και να καταγράφουν τις ιστορίες τους. Νέοι άνθρωποι κάθονταν δίπλα στο κουμπί και το πατούσαν όλη τη νύχτα. Ήθελαν το φως να ανάβει ξανά και ξανά. Η δυνατότητα να δηλώνεις ότι είσαι εκεί, σε μια πόλη που σε προσπερνά, είχε γίνει ένα κουμπί που δεν ήθελαν να αφήσουν. Άλλα καταφύγια ζήτησαν να συνδεθούν με το έργο. Ο δήμαρχος, σύμφωνα με τον Jaar, διέκοψε για ευνόητους λόγους τη χρηματοδότηση.
Το μουσείο που δημιουργήθηκε για να καεί
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του Jaar δεν υπάρχει πια: ήταν ένα μουσείο που έφτιαξε για να το καταστρέψει. Στο Skoghall της Σουηδίας, η χαρτοβιομηχανία είχε χρηματοδοτήσει τις υποδομές της πόλης, από τα σχολεία μέχρι το νοσοκομείο. Χώρος σύγχρονης τέχνης, όμως, δεν υπήρχε αν και οι κάτοικοι ισχυρίζονταν ότι δεν τον είχαν ανάγκη. Ο Jaar έπεισε την επιχείρηση να χρηματοδοτήσει ένα μουσείο από χαρτί και ξύλο και προσκάλεσε δεκαπέντε Σουηδούς καλλιτέχνες να δημιουργήσουν έργα σχετικά με το χαρτί.
Στα εγκαίνια, ο κόσμος σχημάτιζε ουρές. Τα παιδιά έφτιαχναν χάρτινες κατασκευές οριγκάμι. Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, το κτίριο θα καιγόταν. Όλοι το γνώριζαν από την αρχή. Όταν όμως πλησίασε η ώρα, κάτοικοι τον παρακαλούσαν να το σώσει. Ζητούσαν να κρατήσουν έστω ένα μέρος της κατασκευής. Μέσα σε μία ημέρα είχαν αποκτήσει κάτι που ήθελαν να συνεχίσει να υπάρχει στην πόλη τους.
Ο Jaar επέμεινε στην καύση του μουσείου. Ήθελε οι κάτοικοι να γνωρίσουν έναν χώρο σύγχρονης τέχνης και, όταν αυτός χανόταν, να θελήσουν οι ίδιοι να αποκτήσουν έναν μόνιμο. Επτά χρόνια αργότερα, του τηλεφώνησαν ζητώντας του να επιστρέψει ως αρχιτέκτονας και να σχεδιάσει τη μόνιμη αίθουσα τέχνης της πόλης. Όπως μας είπε, προγραμματίζεται να ανοίξει το 2030. «Έπρεπε να δημιουργήσεις την ανάγκη, για να συμβεί».
Το τέλος του κόσμου
Στην αφήγηση του Jaar, επιστρέψαμε συχνά στη σχέση της τέχνης με την κοινωνία έξω από τις πόρτες των μουσείων. Η άνοδος της ακροδεξιάς, η “συμμορία” του Τραμπ, η αντιμετώπιση των μεταναστών, οι πολεμικές δαπάνες και η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων διαπέρασαν την ομιλία του. Η ανησυχία του για τον έλεγχο αυτών των πόρων και τους πολέμους πήρε τελικά τη μορφή ενός αντικειμένου με διαστάσεις μόλις τέσσερα επί τέσσερα επί τέσσερα εκατοστά.
Το «The End of the World» είναι ένας κύβος από δέκα στρώσεις ορυκτών, ανάμεσά τους κοβάλτιο, χαλκό, λίθιο και σπάνιες γαίες. Υλικά απαραίτητα για τα κινητά και τους υπολογιστές μας, τις μπαταρίες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τα φωτοβολταϊκά και την πολεμική βιομηχανία. Ο Jaar μιλά για την Ουκρανία, την Ταϊβάν, τη Γροιλανδία και τα ορυχεία του Κονγκό, όπου παιδιά εργάζονται για την εξόρυξη υλικών που καταλήγουν στις συσκευές μας. «Υπάρχει αίμα στα iPhone μας», λέει.
Στην Μπιενάλε της Βενετίας, ο επισκέπτης φτάνει στον κύβο διασχίζοντας έναν μακρύ διάδρομο μέσα σε ένα κόκκινο που ο Jaar χαρακτηρίζει «τοξικό». Θέλει να προκαλέσει ζάλη, να συνδέσει αυτή τη σωματική δυσφορία με την κάθοδο εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη για την εξόρυξη των υλικών. Το κόκκινο συγκεντρώνει γι’ αυτόν τη ζωή, το αίμα, την αγάπη και τον κίνδυνο. Αυτός ο μικρός κύβος αντιπροσωπεύει την ευθραυστότητα του πλανήτη.
Προς το τέλος ζητά συγγνώμη για την «καταθλιπτική διάλεξη» και επικαλείται τον Μπρεχτ: «Στους σκοτεινούς καιρούς θα υπάρχει και τραγούδι; Ναι, θα υπάρχει τραγούδι. Για τους σκοτεινούς καιρούς».
Ακολουθεί το «Plus rien ne m’étonne» («Τίποτα πια δεν με εκπλήσσει») του Ιβοριανού μουσικού της ρέγκε Tiken Jah Fakoly. Ένα τραγούδι για τους ισχυρούς που μοιράζουν τον κόσμο και τους πόρους του. Στο τέλος ακούγεται ο ίδιος και όλοι κρατάμε την ανάσα μας: «Αν μου αφήσεις τη Βενεζουέλα, θα σου αφήσω την Ουκρανία. Αν μου αφήσεις την Ταϊβάν, θα σου αφήσω τη Γροιλανδία».
Ο Jaar μάς ζήτησε να προσέξουμε όσα συνήθως προσπερνάμε. Να ακούσουμε τους ανθρώπους πίσω από τις ειδήσεις και να καταλάβουμε πώς όσα συμβαίνουν στη ζωή τους συνδέονται με τη δική μας. Το τι θα κάνουμε με όσα είδαμε και ακούσαμε είναι πια δική μας ευθύνη.