Οι δέκα ημέρες που μπορεί να ταρακουνήσουν τον κόσμο
Διαβάζεται σε 15'
Δέκα ημέρες που μπορεί να ταρακουνήσουν τον κόσμο – Σε δοκιμασία οι δημοκρατικοί θεσμοί σε τέσσερις κρίσιμες εκλογές.
- 25 Οκτωβρίου 2026 17:45
Τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις σε τέσσερις διαφορετικές ηπείρους, μέσα σε διάστημα μόλις δέκα ημερών, ενδέχεται να επηρεάσουν βαθιά την παγκόσμια πολιτική σκηνή: είτε ωθώντας τον κόσμο ακόμη περισσότερο προς την αυταρχική κατεύθυνση που έχει ήδη πάρει είτε σηματοδοτώντας μια περιορισμένη, αλλά σημαντική, επιστροφή των δημοκρατικών κανόνων.
Και στις τέσσερις περιπτώσεις, βασικές αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας βρίσκονται στο επίκεντρο, σε μια περίοδο κατά την οποία ο αυταρχισμός ενισχύεται διεθνώς με ανησυχητική ταχύτητα.
Σύμφωνα με το σουηδικό Ινστιτούτο V-Dem, το οποίο αξιολογεί τα δημοκρατικά καθεστώτα με βάση ένα ευρύ σύνολο δεικτών, οι ελευθερίες που απολαμβάνει σήμερα ο μέσος πολίτης παγκοσμίως έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 1978 – πολύ πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη.
Οι τέσσερις κρίσιμες κάλπες μπορεί είτε να ανακόψουν αυτή την τάση είτε να την ενισχύσουν, γράφει ο Guardian. Σε όλες, πολιτικές δυνάμεις που υπερασπίζονται τους δημοκρατικούς θεσμούς βρίσκονται σε οριακές μάχες με ηγέτες ή υποψηφίους που κατηγορούνται για αυταρχικές τάσεις.
Και τα αποτελέσματα δεν θα περιοριστούν στα σύνορα των χωρών όπου διεξάγονται οι εκλογές. Είναι πιθανό να προκαλέσουν πολιτικές αναταράξεις σε ολόκληρες περιφέρειες – και πέρα από αυτές.
Από τη Βραζιλία στη Σερβία και από το Ισραήλ στις ΗΠΑ
Σήμερα, Κυριακή, η Βραζιλία προσέρχεται στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, με τον ακροδεξιό υποψήφιο Φλάβιο Μπολσονάρου να προηγείται.
Σε περίπτωση νίκης του, έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα επιδιώξει αλλαγές στο Σύνταγμα, θα απονείμει χάρη στον πατέρα του για την υπόθεση της απόπειρας πραξικοπήματος και θα χαλαρώσει τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς – ζήτημα με παγκόσμια σημασία λόγω του Αμαζονίου.
Την ίδια ημέρα, το καθεστώς του Αλεξάνταρ Βούτσιτς στη Σερβία, το οποίο εδώ και 12 χρόνια κατηγορείται για αυξανόμενο αυταρχισμό, αντιμετωπίζει ίσως τη σοβαρότερη πρόκληση της μέχρι σήμερα κυριαρχίας του: ένα ασυνήθιστο φοιτητικό κίνημα, το οποίο κατεβάζει στις εκλογές μια λίστα σχετικά άγνωστων ακαδημαϊκών και τεχνοκρατών με το σύνθημα «Σερβία ή Μαφία;».
Την Τρίτη έρχεται η σειρά του Μπενιαμίν Νετανιάχου να αναμετρηθεί με τους αντιπάλους του στις κάλπες. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος έχει κυβερνήσει συνολικά επί 19 από τα τελευταία 30 χρόνια, έχει συνδεθεί με μια παρατεταμένη περίοδο δημοκρατικής οπισθοδρόμησης αλλά και κλιμακούμενων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σε βάρος του εκκρεμεί ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα, ενώ μια ενδεχόμενη εκλογική ήττα θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τη νομική του θέση στο εσωτερικό, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη η δίκη του για διαφθορά.
Ο ακροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός του εμφανίζεται αυτή τη στιγμή πίσω από το μπλοκ της αντιπολίτευσης.
Στις 3 Νοεμβρίου, στο τέλος αυτού του δυνητικά ιστορικού δεκαημέρου, η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη δοκιμασία των ενδιάμεσων εκλογών.
Τουλάχιστον το ένα σώμα του Κογκρέσου –και ενδεχομένως και τα δύο– εκτιμάται ότι μπορεί να περάσει στους Δημοκρατικούς. Ακόμη και τότε, όμως, η προσπάθεια περιορισμού της εξουσίας του Τραμπ θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς οι ΗΠΑ έχουν υποχωρήσει σημαντικά στον Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του V-Dem.
Ένα διεθνές δίκτυο πολιτικών συμμαχιών
Μέχρι να ολοκληρωθεί η καταμέτρηση των ψήφων στις ΗΠΑ, το διεθνές πολιτικό τοπίο θα μπορούσε να έχει αλλάξει αισθητά.
Οι τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις δεν συμπίπτουν μόνο χρονικά. Συνδέονται μεταξύ τους και πολιτικά.
Το κίνημα MAGA του Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει ανοιχτά πολιτική στήριξη στον Νετανιάχου, στον Βούτσιτς και στον Μπολσονάρου.
Το ισραηλινής κατασκευής λογισμικό παρακολούθησης Pegasus έχει εντοπιστεί στα τηλέφωνα φοιτητών και ακτιβιστών υπέρ της δημοκρατίας στη Σερβία.
Ο Φλάβιο Μπολσονάρου έχει έντονα φιλοϊσραηλινές θέσεις και έχει δεσμευτεί ότι, ακολουθώντας το παράδειγμα των ΗΠΑ, θα μεταφέρει την πρεσβεία της Βραζιλίας στην Ιερουσαλήμ.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προμηθεύσει μεγάλο μέρος των πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν στους πολέμους του Νετανιάχου, ενώ η Σερβία έχει δεσμευτεί να δαπανήσει περίπου 2 δισ. δολάρια για ισραηλινά αμυντικά συστήματα.
Τον Σεπτέμβριο, μάλιστα, οι δύο χώρες εγκαινίασαν κοινή μονάδα παραγωγής συστημάτων επιτήρησης και επίθεσης.
Μια νίκη της αυταρχικής Δεξιάς σε μία από αυτές τις χώρες είναι πιθανό να ενισχύσει πολιτικά τις συγγενείς δυνάμεις στις υπόλοιπες. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: μια επιτυχία φιλοδημοκρατικών κινημάτων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μήνυμα ενθάρρυνσης για αντίστοιχες δυνάμεις διεθνώς.
Οι τέσσερις αναμετρήσεις είναι στενά συνδεδεμένες, αλλά η σύγκρουση ανάμεσα στον αυταρχισμό και τη δημοκρατία παίρνει διαφορετική μορφή σε κάθε χώρα.
Οι πιθανότητες, οι συσχετισμοί και τα διακυβεύματα διαφέρουν. Αυτό που έχουν κοινό είναι ότι και οι τέσσερις εκλογές αναμένονται αμφίρροπες.
Βραζιλία: Ο Μπολσονάρο επιστρέφει μέσω του γιου του
Θέση στον δείκτη δημοκρατίας: 28η
Η Βραζιλία γνώρισε μια δημοκρατική ανάκαμψη μετά την επιστροφή του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα στην προεδρία, την 1η Ιανουαρίου 2023.
Ο Λούλα είχε κερδίσει τις εκλογές του Οκτωβρίου, παρά την προσπάθεια του ακροδεξιού λαϊκιστή προκατόχου του να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τις μετρήσεις του V-Dem, η Βραζιλία εμφανίζει σήμερα ισχυρότερες δημοκρατικές επιδόσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο και σαφώς καλύτερες από εκείνες των ΗΠΑ.
Ο ηττημένος των εκλογών πριν από τέσσερα χρόνια, Ζαΐχ Μπολσονάρο, πρώην στρατιωτικός που υπηρέτησε επί της στρατιωτικής δικτατορίας της Βραζιλίας και εξακολουθεί να εκφράζει θαυμασμό για εκείνη την περίοδο, καταδικάστηκε σε 27 χρόνια κάθειρξη για απόπειρα πραξικοπήματος με στόχο να παραμείνει στην εξουσία.
Τώρα ο γιος του, Φλάβιο, επιχειρεί να συνεχίσει την πολιτική του κληρονομιά και φτάνει στον δεύτερο γύρο της Κυριακής με μικρό αλλά αξιοσημείωτο προβάδισμα έναντι του Λούλα.
Ο νεότερος Μπολσονάρου δεν έχει δεσμευτεί μόνο ότι θα απελευθερώσει τον πατέρα του. Έχει επίσης υποσχεθεί να στραφεί κατά των δικαστικών λειτουργών που συμμετείχαν στη δίωξή του.
Σε περίπτωση νίκης, θα μπορεί να στηριχθεί σε μια ευνοϊκή δεξιά πλειοψηφία στο Κογκρέσο και έχει ήδη εξαγγείλει ότι θα αλλάξει το Σύνταγμα και θα «επαναδημοκρατικοποιήσει τη χώρα».
Η συγκεκριμένη φράση παραπέμπει ιστορικά στη μετάβαση από τη στρατιωτική δικτατορία στη δημοκρατία το 1985. Σήμερα, όμως, όταν χρησιμοποιείται από έναν πολιτικό που έχει εκφράσει θαυμασμό για κορυφαίες προσωπικότητες της χούντας, αποκτά για τη βραζιλιάνικη Αριστερά μια σχεδόν οργουελική διάσταση.
Ο Μπολσονάρου έχει χτίσει την προεκλογική του εκστρατεία γύρω από μια σκληρή ατζέντα «νόμου και τάξης», αξιοποιώντας το χρόνιο πρόβλημα της εγκληματικότητας.
Μεταξύ άλλων προτείνει μείωση του ορίου ηλικίας ποινικής ευθύνης κάτω από τα 18 έτη και φυλάκιση περισσότερων εφήβων.
Ταυτόχρονα, προαναγγέλλει δικαστικές μεταρρυθμίσεις, με τους επικριτές του να εκτιμούν ότι ο πραγματικός στόχος είναι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Σερβία: Οι φοιτητές απέναντι στο σύστημα Βούτσιτς
Θέση στον δείκτη δημοκρατίας: 112η
Στα 12 χρόνια της προεδρίας του, ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς έχει σταδιακά αποδυναμώσει βασικούς πυλώνες της σερβικής δημοκρατίας.
Ο ίδιος και οι πολιτικοί του σύμμαχοι έχουν αποκτήσει επιρροή σχεδόν σε όλους τους τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας, με αποτέλεσμα ο πρόεδρος να κυριαρχεί στις οθόνες κατά την προεκλογική περίοδο.
Ακόμη και το μέλλον των δύο τελευταίων ανεξάρτητων τηλεοπτικών καναλιών βρίσκεται πλέον υπό αμφισβήτηση, καθώς αγοράστηκαν εν μέσω της προεκλογικής εκστρατείας από Πορτογάλο επενδυτή με δεσμούς με το πρώην καθεστώς του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία.
Το κυβερνών Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) έχει μετατρέψει υπουργεία και άλλους κρατικούς θεσμούς σε πολιτικά εργαλεία.
Όπως το περιγράφει ο Ράσα Νεντέλικοβ, διευθυντής προγράμματος στο Κέντρο Έρευνας, Διαφάνειας και Λογοδοσίας, «η γραμμή ανάμεσα στο κράτος και το κόμμα έχει σχεδόν σβήσει».
Μέχρι πρόσφατα, οι πολιτικές δυνάμεις που επιχειρούσαν να περιορίσουν τον Βούτσιτς ήταν κατακερματισμένες και αδύναμες.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά πριν από δύο χρόνια, όταν κατέρρευσε ένα τσιμεντένιο στέγαστρο σε σιδηροδρομικό σταθμό στο Νόβι Σαντ, σκοτώνοντας 16 ανθρώπους.
Η τραγωδία λειτούργησε ως καταλύτης για τη βαθιά κοινωνική απογοήτευση και γέννησε ένα μαζικό φοιτητικό κίνημα, το οποίο άντεξε στην κρατική πίεση και σήμερα κατεβάζει πλήρες ψηφοδέλτιο απέναντι στο SNS.
Οι υποψήφιοί του –όπως και οι φοιτητές που τους επέλεξαν– διαφωνούν σε αρκετά σημαντικά πολιτικά ζητήματα. Ωστόσο, τους ενώνει η προσήλωση στην άμεση δημοκρατία.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε μεγάλες συνελεύσεις και το κίνημα έχει αποτρέψει την ανάδειξη ενός συγκεκριμένου προσώπου σε ηγέτη.
Για να κερδίσουν την Κυριακή, οι φοιτητές θα πρέπει να ανατρέψουν μια βαθιά ριζωμένη πολιτική πραγματικότητα και κυρίως την ισχυρή επιρροή του Βούτσιτς στην επαρχία.
Εάν το αποτέλεσμα είναι οριακό, υπάρχει φόβος για ένταση ή ακόμη και βίαια επεισόδια.
Το SNS έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι χρησιμοποιεί οργανωμένες ομάδες για να διαλύει συγκεντρώσεις της αντιπολίτευσης και υπάρχει ανησυχία ότι αντίστοιχα περιστατικά μπορεί να σημειωθούν γύρω από εκλογικά κέντρα εάν η εξουσία του Βούτσιτς απειληθεί σοβαρά.
Από την πλευρά τους, οι φοιτητές έχουν δηλώσει ότι θα βγουν στους δρόμους για να υπερασπιστούν τη νίκη που πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν.
Ισραήλ: Η μάχη για την εξουσία και το μέλλον του Νετανιάχου
Θέση στον δείκτη δημοκρατίας: 48η
Η δημοκρατία στο Ισραήλ ήταν ανέκαθεν μερική και άνιση.
Οι Παλαιστίνιοι στα κατεχόμενα εδάφη δεν έχουν δικαίωμα ψήφου ούτε απολαμβάνουν πολλά από τα δικαιώματα που διαθέτουν οι Ισραηλινοί πολίτες, ενώ οι Ισραηλινοί έποικοι που ζουν στην ίδια περιοχή αντιμετωπίζονται ως πλήρεις πολίτες και αποτελούν κρίσιμη βάση στήριξης του ακροδεξιού κυβερνητικού συνασπισμού του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η συγκεκριμένη κυβέρνηση, ωστόσο, δίνει την Τρίτη μάχη επιβίωσης στις κοινοβουλευτικές εκλογές.
Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ αποτελούν περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού, παραμένουν όμως διαχρονικά υποεκπροσωπούμενοι στην Κνεσέτ.
Η συμμετοχή τους στις εκλογές είναι χαμηλότερη σε σχέση με τους Εβραίους πολίτες του Ισραήλ, καθώς πολλοί θεωρούν ότι η συμμετοχή τους σε ένα σύστημα που τους περιθωριοποιεί δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τις πολιτικές ισορροπίες.
Το βασικό μπλοκ της αντιπολίτευσης που επιχειρεί να ανατρέψει τον Νετανιάχου αποκλείει προς το παρόν το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με αραβικά κόμματα, ακόμη και αν αυτό αποδειχθεί αναγκαίο για να αποφευχθεί μια νέα κοινοβουλευτική αδιέξοδος.
Ο Νετανιάχου έχει βρεθεί στην ηγεσία του Ισραήλ, με διακοπές, για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της σημερινής του θητείας, σε συμμαχία με ακραία κόμματα που στηρίζονται στους εποίκους, έχει κατηγορηθεί για μια συστηματική επίθεση στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας.
Στο όνομα της «μεταρρύθμισης», επιχείρησε να περιορίσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, άσκησε πίεση στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και ενίσχυσε την πολιτικοποίηση της αστυνομίας, του στρατού και της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ.
Το μπλοκ της αντιπολίτευσης, υπό τον πρώην στρατηγό Γκάντι Άιζενκοτ, δεν διαφοροποιείται δραστικά από τον Νετανιάχου στο παλαιστινιακό ζήτημα.
Σε μεγάλο βαθμό στήριξε τον πόλεμο στη Γάζα και επίσης δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να προωθήσει λύση δύο κρατών.
Δηλώνει όμως αποφασισμένο να βάλει τέλος στη διαφθορά και στις αυταρχικές πρακτικές που αποδίδει στη σημερινή κυβέρνηση.
Η αντιπολίτευση αναμένεται να εξασφαλίσει περισσότερες έδρες από τον κυβερνητικό συνασπισμό, χωρίς ωστόσο να διαθέτει κατ’ ανάγκη αυτοδυναμία.
Για να σχηματίσει σταθερή κυβέρνηση, ενδέχεται τελικά να χρειαστεί να βρει έναν τρόπο συνεργασίας με την παλαιστινιακή μειονότητα του Ισραήλ, η οποία επί δεκαετίες βρίσκεται στο πολιτικό περιθώριο.
ΗΠΑ: Οι ενδιάμεσες εκλογές ως ανάχωμα στον Τραμπ
Θέση στον δείκτη δημοκρατίας: 51η
Καμία δυτική χώρα στη σύγχρονη εποχή δεν έχει υποστεί τόσο γρήγορη δημοκρατική οπισθοδρόμηση όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ.
Με ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από πιστούς Ρεπουμπλικανούς και ένα Ανώτατο Δικαστήριο που σε μεγάλο βαθμό δεν τον έχει εμποδίσει, ο Τραμπ έχει οικοδομήσει μια εξαιρετικά ενισχυμένη προεδρική εξουσία.
Έχει κυβερνήσει σε μεγάλο βαθμό μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων, ενώ κρατικοί θεσμοί –ανάμεσά τους το υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI– έχουν κατηγορηθεί ότι μετατράπηκαν σε πολιτικά εργαλεία εναντίον αντιπάλων, ανεξάρτητων εισαγγελέων και δημοσιογράφων.
Παράλληλα, τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης έχει κατηγορηθεί ότι δημιουργεί οικονομικές ευκαιρίες για μέλη της οικογένειας και του στενού κύκλου του προέδρου.
Η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) έχει διευρυνθεί δραστικά, με νέους, βαριά οπλισμένους υπαλλήλους με περιορισμένη εκπαίδευση να αναπτύσσονται σε όλη τη χώρα.
Οι επιχειρήσεις της έχουν προκαλέσει έντονες καταγγελίες για παραβιάσεις πολιτικών δικαιωμάτων, κυρίως εις βάρος Λατίνων που θεωρούνται ύποπτοι για παράτυπη παραμονή στις ΗΠΑ.
Με τη δημοτικότητα του προέδρου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, οι Δημοκρατικοί έχουν σημαντικές πιθανότητες να ανακτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και μικρότερες, αλλά υπαρκτές, πιθανότητες να κερδίσουν και τη Γερουσία.
Ακόμη όμως κι αν ελέγξουν και τα δύο σώματα, οι δυνατότητές τους να περιορίσουν ουσιαστικά την προεδρική εξουσία παραμένουν περιορισμένες.
Ο Τραμπ μπορεί να χρησιμοποιεί συστηματικά το προεδρικό βέτο και οι Δημοκρατικοί δύσκολα θα διαθέτουν τις αναγκαίες ψήφους για να το ανατρέψουν ή για να ξεπεράσουν ένα ρεπουμπλικανικό filibuster στη Γερουσία.
Θεωρητικά, το Κογκρέσο διαθέτει τη δύναμη του προϋπολογισμού και θα μπορούσε να συνδέσει τη χρηματοδότηση υπουργείων και κρατικών υπηρεσιών με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις.
Μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε επίσης, μέσω του ελέγχου των κοινοβουλευτικών επιτροπών, να ανοίξει σειρά ερευνών για διαφθορά και άλλες πιθανές παρατυπίες, καλώντας κυβερνητικούς αξιωματούχους να καταθέσουν.
Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε απλώς να επιλέξει να αγνοήσει το Κογκρέσο και να αρνηθεί να συνεργαστεί.
Έτσι, ακόμη και μια σαφής νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές δεν σημαίνει απαραίτητα άμεση αποκατάσταση των δημοκρατικών ισορροπιών.
Το πιθανότερο πρώτο αποτέλεσμα θα ήταν μια παρατεταμένη συνταγματική σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο, πριν υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική επιστροφή στους δημοκρατικούς κανόνες.