Η 28η Οκτωβρίου και η Ιστορία που μάθαμε λάθος
Διαβάζεται σε 7'
Στο σχολείο ελάχιστα μαθαίνουμε για την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα και για τις συνθήκες που πρακτικά ανάγκασαν τον Μεταξά να πάει σε πόλεμο.
- 28 Οκτωβρίου 2026 07:25
Γιατί μαθαίνουμε Ιστορία; Για να αποστηθίζουμε ημερομηνίες χωρίς ουσιαστική γνώση, και να νιώθουμε μια γενική υπερηφάνεια για κάποιο παρελθόν, ή για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε στο σήμερα;
Μήπως θα ήταν πιο χρήσιμο να πάμε “ανάποδα” τη διδασκαλία, δηλαδή από το πρόσφατο προς το παλιό και από την παπαγαλία να μεταβούμε στη βιωματική έρευνα; Μήπως πρέπει να κατανοήσουμε τελικά πως ο σκοπός της Ιστορίας ως Επιστήμη δεν είναι η απλή καταγραφή, αλλά η εμβάθυνση και η αλλαγή;
Ωραία αυτά, αλλά προϋποθέτουν διάθεση αυτογνωσίας, ειλικρίνεια και βούληση. “Ο μεγαλύτερος μύθος απ’ όλους είναι πως ο κόσμος δεν αλλάζει”. Αυτή η φράση του ιστορικού Σταύρου Παναγιωτίδη συμπυκνώνει πρακτικά τη βαθύτερη ουσία της ιστοριογραφίας: δεν πρόκειται για μια στείρα καταγραφή γεγονότων, αλλά για έναν οδηγό κατανόησης. Όταν όμως η εκπαίδευση εξαντλείται στην αποστήθιση και την αναπαραγωγή βολικών στερεοτύπων, το μάθημα της Ιστορίας αποτυγχάνει στον βασικό του σκοπό.
Για τον διδάκτορα Ιστορίας Σταύρο Παναγιωτίδη, η αλλαγή της διδασκαλίας σημαίνει και απαλλαγή από πολλά δεινά του σήμερα. Για το πώς πρέπει να διαβάζουμε και να μαθαίνουμε Ιστορία λοιπόν, ο ιστορικός είχε πει Στη Χώρα Των Στερεοτύπων:
“Γιατί πρέπει να μαθαίνει κανείς Ιστορία; Διότι δια αυτής κατανοεί κανείς το γιατί σήμερα ζούμε έτσι όπως ζούμε. Η Ιστορία είναι Επιστήμη, η Ιστοριογραφία. Είναι οι τρόποι που έχουνε βρει οι άνθρωποι να κατανοούνε και να αλλάζουνε τον κόσμο που τους περιβάλλει. Τον φυσικό κόσμο, τον τεχνολογικό κόσμο και τον κοινωνικό κόσμο.
Επομένως, αν συμφωνήσουμε ότι η Ιστορία πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο – όχι για να κάνει γενικώς τα παιδιά να αισθάνονται περήφανοι για τους προγόνους κλπ, αλλά για να μας κάνει να καταλάβουμε, να μας βοηθήσει να καταλάβουμε την ιστορία της κοινωνίας μας, δηλαδή το γιατί ζούμε σήμερα έτσι όπως ζούμε, γιατί έχουμε αυτές τις ιδέες, γιατί φοράμε αυτά ρούχα, γιατί έχουμε αυτές τις πρακτικές, γιατί έχουμε αυτούς τους θεσμούς, τότε από εκεί μπορούμε να βρούμε τον τρόπο για να λύσουμε το βασικό κόμπο και να ξεχυθεί η απάντηση πάρα πολύ πιο εύκολα. Δηλαδή μία χρήσιμη μεθοδολογία θα ήταν να το πάμε το πράγμα ανάποδα. Δηλαδή να ξεκινήσουμε από τα πιο πρόσφατα και να πάμε στα πιο παλιά. Γιατί τα πιο πρόσφατα είναι πιο οικεία στα παιδιά.
Θα μου πείτε τώρα ένα παιδί τρίτης δημοτικού δηλαδή θα το βάλουμε να μάθει για τη χούντα ή για τον πόλεμο του 40; Πρακτικά, αυτό δεν κάνουμε στις σχολικές εορτές για τη γιορτή του Πολυτεχνείου, την 25η Μαρτίου, την 28η Οκτωβρίου; Δεν μαθαίνει έτσι για τα πιο σύγχρονα;
Δεν λέω να βάλουμε ένα παιδί σε αυτή την ηλικία να μάθει λεπτομέρειες για την Αντίσταση και τον εμφύλιο ή για την ένταξη Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά αν ξεκινήσει να διδάσκεται για παράδειγμα την ιστορία της γειτονιάς του, την ιστορία της οικογένειάς του, με ερωτήσεις και έρευνα, με ψάξιμο, εκεί θα αποκτήσει και μία γνώση για κάτι που τον αφορά, την αφορά άμεσα, θα έχει σκάψει λίγο για να το βρει έναντι της παπαγαλίας. Αυτό είναι μια εντελώς άλλη προσέγγιση παιδαγωγικής λογικής στο μάθημα και γενικώς στο σχολείο σε σχέση με αυτήν που υπάρχει σήμερα.
Από την άλλη, διαβάζουμε κάτι για να δώσουμε εξετάσεις και δεν το θυμόμαστε καθόλου μετά. Ακόμα και στο Πανεπιστήμιο θυμόμαστε τα πράγματα για τα οποία έχουμε ασχοληθεί και έχουμε γράψει μια εργασία έστω μικρή.
Υπάρχουν και άλλες μέθοδοι σύγχρονης διδασκαλίας της Ιστορίας όπως μέσω ψηφιακότητας, μέσω video games για παράδειγμα. Όπου έχει γίνει αυτό, παιδιά που δεν είναι καλοί μαθητές ξαφνικά έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Ιστορία.
Το βασικό είναι να συμφωνήσουμε στο γιατί πρέπει να μαθαίνουν οι άνθρωποι την Ιστορία, ως μία διαδικασία κοινωνικής αυτογνωσίας. Η κοινωνική αυτογνωσία μπορεί αργότερα να δημιουργήσει πολύ λιγότερα κοινωνικά δράματα.
Να καταλάβουν τα παιδιά πως πρέπει να μάθουν Ιστορία γιατί αφορά τον εαυτό τους, αφορά αυτά που ζούμε, μας βοηθάει να καταλάβουμε αυτά που βλέπουμε γύρω μας. Έτσι όπως η Φυσική μας βοηθάει να καταλάβουμε τη φύση, αντιστοίχως η Ιστορία μας βοηθάει να καταλάβουμε το τι πρέπει να αλλάξουμε. Ο μεγαλύτερος μύθος απ’ όλους είναι πως ο κόσμος δεν αλλάζει. Άμα κάνουμε κάτι, θα αλλάξει προς το καλύτερο. Άμα δεν κάνουμε τίποτα, αλλάζει προς το χειρότερο”.
“Alors, c’ est la guerre”
Σε άλλη συνέντευξή του ο Σταύρος Παναγιωτίδης είχε αναφέρει για το ΟΧΙ του Μεταξά, το οποίο διαιωνίζεται ελλιπώς ως αφήγημα στα βιβλία της διδακτέας ύλης:
“Ξέρουμε ότι εκείνο το βράδυ, 27 προς 28, ο Ιταλός πρέσβης πήγε στον Μεταξά, του επέδωσε το τελεσίγραφο και ουσιαστικά του έλεγε πως “δήθεν είστε ουδέτεροι, αφήνετε όμως τους Άγγλους να επεκταθούν στο έδαφός σας. Θέλουμε να κάνετε το ίδιο και με εμάς, να το επιτρέψετε προκειμένου να αποδείξετε ότι είστε ουδέτεροι”. Ο Μεταξάς δεν μπορούσε να το δεχθεί αυτό οπότε απάντησε, “Alors, c’est la guerre”. Το “όχι” γράφτηκε μετά, στις ελληνικές εφημερίδες”.
Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως στο σχολείο ελάχιστα μαθαίνουμε για την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα του τόπου και για τις συνθήκες που πρακτικά ανάγκασαν τον δικτάτορα να πάει σε πόλεμο. Ο ίδιος ο Μεταξάς είχε εξηγήσει αργότερα (τον Νοέμβριο του 1940) στους αρχισυντάκτες των εφημερίδων ότι η Ελλάδα δεν είχε κανένα περιθώριο να διαλέξει άλλη πλευρά. Η ένταξη στον Άξονα θα την καθιστούσε έρμαιο των Άγγλων στη θάλασσα (Ιωάννης Μεταξάς, Ημερολόγιο, Τόμος Δ΄ (1933–1941), Εκδόσεις: Ίκαρος, 1960).
Όπως δήλωνε ο ίδιος ο Μεταξάς, παρά τη φιλική προς τον Μουσολίνι ιδεολογία του:
“Δηλαδή θα έπρεπε δια να αποφύγωμεν τον πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… (!) με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιον των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπαν, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και τας αλλάς νήσους μας τουλάχιστον…
Βέβαια εις την ιστορίαν μας την νεωτέραν δεν είχομεν μόνο ευγνωμοσύνης λόγους και αφορμάς δια την Αγγλίαν, της οποίας άλλως τε η μεταπολεμική πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών, είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών αγγλικών ευθυνών. Αλλά τας ευθύνας της αυτάς η Αγγλία τας αποδίδει σήμερον με την υπερήφανον αποφασιστικότητα λαού μεγάλου, σώζοντος την ελευθερίαν του κόσμου και του πολιτισμού. Δια την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια”.
Και προς επίρρωση των παραπάνω, όπως προσέθετε ο Στ. Παναγιωτίδης: “Στο ημερολόγιό του ο Μεταξάς παραπονιέται μάλιστα προς τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι λέγοντας ότι στην πραγματικότητα δεν πρέπει να πιστεύανε αυτά που λέγανε διότι αν τα πιστεύανε τότε δεν θα επιτίθονταν στην Ελλάδα, αφού η Ελλάδα επί Μεταξά ήταν πια αντικοινοβουλευτικό και αντιδημοκρατικό Κράτος.
Η αλήθεια είναι πως ο Μεταξάς φοβότανε πολύ περισσότερο μια ενδεχόμενη επίθεση από τον Βορρά, από τη Βουλγαρία δηλαδή.
Γι’ αυτό και είχε ρίξει πολλά λεφτά εκεί. Από την πλευρά της Αλβανίας και κατ’ επέκταση της Ιταλίας η οχύρωση ήταν πολύ υποδεέστερη. Σε πολλά σημεία ο στρατός φάνηκε απροετοίμαστος. Οι πιο μεγάλες απώλειες που είχε ο στρατός δεν ήτανε από ιταλικές σφαίρες. Ήταν από τα κρυοπαγήματα”.
Τα βιβλία του Σταύρου Παναγιωτίδη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος