ΜΙΑ ΠΟΛΗ – ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ – Η ΓΟΥΤΖΕΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΖΕΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ
Μιάμιση ώρα από τη Σαγκάη, η Γουτζέν αποκαλύπτει έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο: κανάλια, παραδοσιακές βάρκες, θέατρο, τουριστική τελειότητα και μια υπόγεια αίσθηση διαρκούς ελέγχου.
Μιάμιση ώρα είναι αρκετή για να περάσεις από έναν κόσμο σε έναν άλλον. Από τη Σαγκάη των ουρανοξυστών, των ατελείωτων λεωφόρων, των φωτεινών επιγραφών, της τεχνολογίας και μιας καθημερινότητας που μοιάζει να κινείται με την ταχύτητα κάποιου αόρατου αλγόριθμου, στη Γουτζέν, μια μικρή υδάτινη πόλη της επαρχίας Zhejiang όπου όλα ξαφνικά χαμηλώνουν: τα κτίρια, οι φωνές, η ταχύτητα, σχεδόν ακόμη και οι παλμοί σου.
Η Γουτζέν περιγράφεται συχνά ως μία από τις «Βενετίες της Κίνας», αν και όταν φτάνεις εκεί η σύγκριση γρήγορα παύει να έχει ιδιαίτερη σημασία. Το τοπίο έχει τη δική του ταυτότητα: κανάλια με πράσινα νερά, μικρές ξύλινες βάρκες με σκεπαστή οροφή, πέτρινες γέφυρες, σπίτια με μαύρα κεραμίδια που σχεδόν ακουμπούν στο νερό, παλιά ξύλα, στενά περάσματα και μικρές αυλές που ξεπροβάλλουν πίσω από τις προσόψεις.
Η περιοχή υπήρξε ιστορικά πόλη του μεταξιού, με βαφεία, εργαστήρια και εμπορική δραστηριότητα που συνδεόταν με το πυκνό δίκτυο καναλιών της νότιας Κίνας. Σώζονται κτίσματα και χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής των περιόδων Song και Qing, ενώ τα σπίτια που προεξέχουν πάνω από το νερό, στηριγμένα σε ξύλινους ή πέτρινους πασσάλους, αποτελούν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της.
Αυτό που βλέπεις σήμερα, όμως, δεν είναι απλώς μια πόλη που «έμεινε ίδια» επί αιώνες. Η σύγχρονη Γουτζέν είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα μιας πολύ συστηματικής επιχείρησης διάσωσης, ανακατασκευής και τουριστικής επανεφεύρεσης που άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Η πόλη που ξαναφτιάχτηκε
Στη δεκαετία του 1990 η Γουτζέν απείχε πολύ από το ειδυλλιακό τοπίο που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης. Εργοστάσια είχαν κλείσει, αρκετοί νέοι είχαν φύγει προς τις μεγάλες πόλεις, πολλές υποδομές ήταν προβληματικές και μεγάλο μέρος του ιστορικού ιστού είχε παραμεληθεί. Το 1998 οι τοπικές αρχές ζήτησαν τη συνδρομή του διακεκριμένου ειδικού στην προστασία ιστορικών πόλεων Ruan Yisan και το 1999 άρχισε ουσιαστικά το μεγάλο σχέδιο αποκατάστασης και τουριστικής ανάπτυξης.
Η πρώτη ζώνη, η Dongzha ή East Gate, άνοιξε στους επισκέπτες το 2001. Ακολούθησε η Xizha, η West Gate, η οποία σχεδιάστηκε πολύ περισσότερο ως ολοκληρωμένος προορισμός διαμονής και εμπειρίας, με ξενοδοχεία, εστιατόρια, φωτισμένα κανάλια, πολιτιστικούς χώρους και πλήρως οργανωμένη τουριστική λειτουργία. Η μεταμόρφωση ήταν τεράστια: από λιγότερους από 800.000 επισκέπτες το 2001 η Γουτζέν ξεπέρασε τα έξι εκατομμύρια το 2012, πριν δηλαδή ακόμη αποκτήσει το διεθνές θεατρικό της φεστιβάλ.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της μεταμόρφωσης υπήρξε ο Chen Xianghong, ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την τουριστική και πολιτιστική αναγέννηση της Γουτζέν και αργότερα έγινε ένας από τους τέσσερις συνιδρυτές του Wuzhen Theatre Festival. Γεννημένος στην περιοχή και με βαθιά γνώση της παλιάς πόλης, πρωταγωνίστησε στο σχέδιο αποκατάστασης και επανασχεδιασμού της. Ο ίδιος έχει περιγράψει μια Γουτζέν που πριν από την τουριστική ανάπτυξη ήταν παλιά, άγνωστη και σε μεγάλο βαθμό παρακμασμένη, επιμένοντας ότι η σημερινή εικόνα της ούτε είναι απολύτως «παλιά» ούτε όμως αποτελεί ένα απλό σκηνικό που κατασκευάστηκε από το μηδέν. Οι γέφυρες, οι δρόμοι και βασικά στοιχεία της ιστορικής πόλης διατηρήθηκαν ή αποκαταστάθηκαν, αλλά γύρω τους δημιουργήθηκε μια πολύ μεγαλύτερη και εξαιρετικά προσεκτικά σχεδιασμένη τουριστική εμπειρία.
Την ιστορία αυτή μου την αφηγήθηκε και ο Stan Lai, ο σημαντικός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης από την Ταϊβάν, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής και ένας από τους τέσσερις ιδρυτές του Θεατρικού Φεστιβάλ της Γουτζέν. Ο Lai περιέγραψε τον Chen ως έναν άνθρωπο με σχεδόν φωτογραφική μνήμη για την πόλη όπου μεγάλωσε: θυμόταν πού βρίσκονταν σπίτια, πόρτες και γέφυρες που είχαν χαθεί ή αλλοιωθεί με τα χρόνια και, σε συνεργασία με αρχιτέκτονες, επιχείρησε να ξαναδώσει στη Γουτζέν την παλιά της μορφή. Η αποκατάσταση, σύμφωνα με τον Lai, έγινε με τέτοια ακρίβεια ώστε ακόμη και ο αρχιτέκτονας Kris Yao, ο οποίος αργότερα σχεδίασε το επιβλητικό Grand Theatre της πόλης, δυσκολευόταν να ξεχωρίσει τι ήταν αυθεντικό και τι είχε ανακατασκευαστεί.
Και εδώ βρίσκεται ήδη η πρώτη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίφαση της Γουτζέν: μοιάζει πανάρχαια, αλλά η εικόνα που αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα μιας πολύ σύγχρονης, συστηματικής και απολύτως ελεγχόμενης ανακατασκευής.
Από τον απόλυτο χαμό στο σχεδόν απόλυτο ζεν
Το ζεν του πράγματος ως επισκέπτης, το αισθάνεσαι πριν καν μάθεις την ιστορία της. Μετά τη Σαγκάη, η πρώτη εντύπωση είναι σχεδόν σωματική. Εκεί όπου πριν από λίγες ώρες τα πάντα λειτουργούσαν με ταχύτητα, αυτοματοποίηση, οθόνες, φώτα, μετρό και έναν σχεδόν ασταμάτητο ανθρώπινο όγκο, ξαφνικά βρίσκεσαι να περπατάς δίπλα στο νερό ακούγοντας μόνο το ξύλο μιας βάρκας να χτυπά απαλά στο κανάλι.
Βέβαια, η ησυχία δεν σημαίνει ότι είσαι μόνος.
Η Γουτζέν είναι γεμάτη κόσμο. Σε ώρες αιχμής γίνεται πραγματικός χαμός. Γκρουπ, ζευγάρια, οικογένειες, τουρίστες που περιμένουν στις γέφυρες για την τέλεια φωτογραφία, δεκάδες μικρές βάρκες να κινούνται στα κανάλια και παντού νεαρές Κινέζες ντυμένες με παραδοσιακές φορεσιές να στήνουν εξαιρετικά επιμελημένες φωτογραφίσεις. Μερικές πόζες είναι τόσο εντυπωσιακές και τόσο οργανωμένες ώστε αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν βλέπεις τουρίστριες ή επαγγελματική φωτογράφιση.
Κι όμως, αυτός ο υπερτουρισμός παραδόξως δεν καταφέρνει εύκολα να καταστρέψει την εικόνα. Ίσως επειδή η πόλη έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να τον απορροφά. Ίσως επειδή δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα στα ιστορικά της σοκάκια, επειδή τα κτίρια παραμένουν χαμηλά, επειδή οι επιγραφές, τα καταστήματα και τα ξενοδοχεία έχουν ενταχθεί σε μια αυστηρά ελεγχόμενη αισθητική. Το αποτέλεσμα είναι μια σχεδόν σκηνογραφημένη αρμονία: ακόμη και όταν γύρω σου βρίσκονται χιλιάδες άνθρωποι, η Γουτζέν καταφέρνει να διατηρεί την ψευδαίσθηση μιας ήρεμης παλιάς πόλης.
Πώς μπήκε το θέατρο στη Γουτζέν
Το επόμενο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας γράφτηκε το 2010, όταν ο ηθοποιός Huang Lei έφερε στη Γουτζέν τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Stan Lai και τον ρώτησε τι θα έλεγε αν δημιουργούσαν εκεί ένα φεστιβάλ θεάτρου. Ο Lai όταν αντίκρισε για πρώτη φορά την πόλη «την ερωτεύτηκε». Διέκρινε αμέσως, όπως θυμάται, μια ιδιαίτερη «χημεία» ανάμεσα στο τοπίο και το θέατρο.
Έλειπε όμως κάτι βασικό: τα θέατρα. Ο Lai τηλεφώνησε τότε στον φίλο του, τον αρχιτέκτονα Kris Yao, και του είπε ότι χρειάζονταν ένα μεγάλο θέατρο ικανό να υποδεχθεί διεθνείς παραγωγές. Παράλληλα, άρχισαν να ψάχνουν μέσα στην πόλη παλιές αποθήκες, εργοστάσια και εγκαταλελειμμένους χώρους που μπορούσαν να μετατραπούν σε σκηνές. Το 2013 το πρώτο Wuzhen Theatre Festival ξεκίνησε με πέντε θεατρικούς χώρους. Σήμερα είναι περίπου δώδεκα, μαζί με πλήθος υπαίθριων σημείων στα οποία γίνονται παραστάσεις.
Οι τέσσερις άνθρωποι πίσω από τη διοργάνωση ήταν ο Stan Lai, ο Meng Jinghui, ο Huang Lei και ο Chen Xianghong. Ο Lai μού είπε ότι θεωρεί πως η επιτυχία του φεστιβάλ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη φιλία αυτών των τεσσάρων ανθρώπων και στο κοινό όραμα που είχαν για τον τόπο. Σήμερα οι καλλιτέχνες θέλουν να έρθουν στη Γουτζέν, στην αρχή, όπως θυμάται, έπρεπε να τους εξηγούν πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η άγνωστη μικρή πόλη και να τους πείθουν ότι αξίζει το ταξίδι.
Το φεστιβάλ δεν περιορίστηκε ποτέ στις μεγάλες προσκεκλημένες παραγωγές. Από την αρχή στηρίχθηκε επίσης στον διαγωνισμό νέων δημιουργών, στις δημόσιες συζητήσεις και στα εργαστήρια, αλλά και σε ένα τεράστιο καρναβάλι θεάτρου δρόμου. Η βασική ιδέα του Lai ήταν να μετατρέψει τη Γουτζέν σε «ένα παράθυρο μέσα από το οποίο η Κίνα θα βλέπει τον κόσμο μέσω του θεάτρου και ο κόσμος την Κίνα μέσω του θεάτρου».
Και το θέατρο δεν άλλαξε μόνο το πολιτιστικό προφίλ της πόλης. Άλλαξε και την οικονομία της. Ο Lai θυμάται ότι λίγα χρόνια μετά την έναρξη του φεστιβάλ η Γουτζέν είχε ήδη εξελιχθεί σε έναν από τους τουριστικούς προορισμούς με ιδιαίτερα υψηλή κατά κεφαλήν τουριστική δαπάνη, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε μια απροσδόκητη απόδειξη της οικονομικής δύναμης της τέχνης.
Είναι όμως αυτή η «αληθινή» Γουτζέν;
Και κάπου εδώ αρχίζουν οι ενστάσεις.
Γιατί όσο περισσότερο μένεις στη Γουτζέν τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι δεν βρίσκεσαι απλώς σε μια ιστορική κινεζική πόλη. Βρίσκεσαι μέσα σε ένα εξαιρετικά οργανωμένο, περίκλειστο και ελεγχόμενο τουριστικό σύστημα.
Η ίδια η West Gate έχει περιγραφεί από μελέτες ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας «μουσειοποίησης» της ιστορικής πόλης, με μετακινήσεις κατοίκων και με τον καθημερινό, αυθόρμητο χαρακτήρα που περιέγραφαν επισκέπτες στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να έχει σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει μπροστά σε μια οργανωμένη τουριστική λειτουργία. Μάλιστα, σύγχρονες περιγραφές της Xizha αναφέρουν ότι τα ξενοδοχεία και τα καταλύματα λειτουργούν υπό ενιαία διαχείριση και ότι η περιοχή είναι οργανωμένη περισσότερο σαν ολοκληρωμένος τουριστικός προορισμός παρά σαν ένα συνηθισμένο τμήμα πόλης.
Το αισθάνθηκα και εγώ. Πριν ακόμη μπεις, περνάς από ελέγχους. Στο ξενοδοχείο φωτογραφίζεσαι και το πρόσωπό σου μετατρέπεται στην πράξη σε κλειδί: οι πόρτες μπορούν να ανοίγουν με την αναγνώριση του προσώπου σου. Η χρήση facial recognition σε τουριστικά καταλύματα στην Κίνα υπήρξε τόσο εκτεταμένη ώστε το 2024 ο πρόεδρος της China Tourism Academy ζήτησε δημοσίως τον περιορισμό της, επικαλούμενος ζητήματα ιδιωτικότητας και επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε σαφής εθνική νομοθεσία που να επιβάλλει τη χρήση της στα ξενοδοχεία. Στη Γουτζέν, πάντως, η τεχνολογία αυτή εξακολουθεί να περιγράφεται ως μέρος της εμπειρίας εισόδου και επανεισόδου στη West Gate.
Για έναν Ευρωπαίο επισκέπτη η εμπειρία μπορεί να γίνει βαθιά άβολη. Δεν μπορώ να πω ότι δεν με τρόμαξε. Η ιδέα ότι το πρόσωπό μου είχε καταγραφεί και ότι μπορούσα να χρησιμοποιώ το ίδιο μου το πρόσωπο για να ανοίγω μια πόρτα είχε κάτι απροσδόκητα οργουελικό, ακριβώς επειδή συνέβαινε μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο όμορφο, τόσο ήρεμο και τόσο φροντισμένο.
Η Γουτζέν που ζει ο τουρίστας είναι περίκλειστη. Μπαίνεις σε αυτήν σαν να μπαίνεις σε ένα τεράστιο πολυτελές resort που έχει πάρει τη μορφή μιας παλιάς κινεζικής πόλης. Λίγο πιο έξω υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα: η κανονική σύγχρονη Κίνα, με τους δρόμους, τις πολυκατοικίες, τα καταστήματα, τους ανθρώπους που πηγαίνουν στη δουλειά τους. Δεν σημαίνει ότι έξω από τις πύλες υπάρχει εξαθλίωση ή κάποια καρικατούρα φτώχειας – κάθε άλλο. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει μια σαφής διαφορά ανάμεσα στην καθημερινή πόλη και στον κόσμο που έχει κατασκευαστεί στο εσωτερικό της τουριστικής ζώνης.
Και τότε το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: τι ακριβώς βλέπουμε όταν επισκεπτόμαστε τη Γουτζέν;
Η πόλη της Γουτζέν είναι ταυτόχρονα παλιά και καινούργια, αυθεντική και σκηνοθετημένη, ήρεμη και ασφυκτικά τουριστική, βαθιά παραδοσιακή και ακραία τεχνολογική. Μια πόλη όπου περνάς με μια ξύλινη βάρκα κάτω από μια πέτρινη γέφυρα και λίγα λεπτά αργότερα ανοίγεις την πόρτα του δωματίου σου με το πρόσωπό σου.
Μια πόλη που μοιάζει να έχει σταματήσει τον χρόνο – έχοντας στην πραγματικότητα χρησιμοποιήσει ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει για να κατασκευάσει αυτή την αίσθηση. Και ίσως γι’ αυτό, φεύγοντας από τη Γουτζέν και επιστρέφοντας στον θόρυβο της Σαγκάης, δεν είσαι απολύτως βέβαιος τι ακριβώς άφησες πίσω σου: μια από τις ωραιότερες υδάτινες πόλεις της Κίνας ή ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα του πώς μια χώρα μπορεί να μετατρέψει την ιστορία της σε μια απολύτως ελεγχόμενη εμπειρία.
Και όμως, θα ήταν άδικο να τελειώσει η ιστορία της Γουτζέν μόνο στις ενστάσεις.
Γιατί, παρά τα ιδεολογικά ζητήματα, την αυστηρά ελεγχόμενη εικόνα της πόλης, την επιτήρηση και την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα σε ένα άψογα οργανωμένο πολιτιστικό και τουριστικό σύστημα, υπάρχει ένα δεδομένο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: για έντεκα ημέρες κάθε χρόνο αυτή η μικρή πόλη γεμίζει θέατρο από όλο τον κόσμο.
Και αυτό, ειδικά στην Κίνα, έχει τη δική του βαρύτητα. Οι παραστάσεις περνούν από ελέγχους, προσαρμόζονται και κάποιες φορές φτάνουν σε πιο «ήπιες» εκδοχές τους. Το είδαμε ακόμη και στον «Ιππόλυτο» που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Κι όμως, το κινεζικό κοινό μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να συναντήσει διαφορετικές θεατρικές γλώσσες, αισθητικές, τρόπους σκέψης και καλλιτέχνες από ολόκληρο τον κόσμο.
Μπορεί αυτό το παράθυρο να μην είναι ορθάνοιχτο. Μπορεί να έχει φίλτρα και όρια. Αλλά υπάρχει.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση της Γουτζέν: σε έναν τόπο όπου τόσα πράγματα είναι ελεγχόμενα, για έντεκα ημέρες το θέατρο εξακολουθεί να βρίσκει τρόπο να περνά.