ΜΠΕΤΤΥ ΒΑΚΑΛΙΔΟΥ ΣΤΟ NEWS 24/7: “ΕΧΩ ΜΙΑ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ. Μ’ ΑΥΤΗ ΠΟΡΕΥΤΗΚΑ, Μ’ ΑΥΤΗ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΩ”
Η πρωταγωνίστρια της “Μάχης” μιλάει στο Magazine για την πορεία και για τη ζωή της. Η μέρα που βγήκαν στους δρόμους τα τανκς, η επιστροφή του Καραμανλή, η Συγγρού, η Στρέλλα, η επιστροφή στο Βερολίνο.
«Η πορεία της ζωής μου εμπεριέχει, ρε παιδί μου, κάτι το ακτιβιστικό», λέει με ένα μοναδικό ύφος απόλυτης ευθύτητας η Μπέττυ Βακαλίδου.
Είναι μια συναρπαστική κουβέντα, στη διάρκεια της οποίας η ηθοποιός δε διστάζει ποτέ να ξεφύγει σε συναρπαστικές παρενθέσεις, σε συνειρμικές αφηγήσεις, σε μια διαδρομή που ξεκινάει από το σήμερα και φτάνει ως το Τότε.
Αφορμή για την συζήτηση αυτή είναι η Μάχη, η νέα ταινία του Ηλία Γιαννακάκη, στην οποία η Βακαλίδου παίζει μια γυναίκα που επιστρέφει στη ζωή της κόρης της (στο ρόλο η Έλενα Τοπαλίδου), δεκαετίες αφότου η οικογένειά της την είχε απορρίψει μετά τη μετάβαση φύλου της.
Η Βακαλίδου έχει υπάρξει στη διάρκεια των χρόνων μια εμβληματική μορφή, εντός και εκτός της οθόνης. Συμμετείχε στην ίδρυση του ΑΚΟΕ, δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της ταράζοντας τα νερά (στην εποχή εκείνη, το βιβλίο τάραξε τα δημόσια ήθη), πέρασε από το αναμορφωτήριο, βίωσε την περίοδο της δικτατορίας, έζησε για χρόνια ως σεξεργάτρια, ταξίδεψε και έζησε από Νέα Υόρκη μέχρι Βερολίνο, πρωταγωνίστησε στο ιστορικής σημασίας ντοκιμαντέρ Μπέττυ του Δημήτρη Σταύρακα το ‘79, και προχώρησε τελικά σε εγχείρηση αλλαγής φύλου το ‘84.
Θα λέγαμε πως η ζωή της θα έπρεπε να γίνει ντοκιμαντέρ ή βιβλίο, αλλά έχει γίνει και τα δύο.
Σήμερα, καθώς πίνουμε έναν καφέ λίγες μέρες πριν η Μάχη κυκλοφορήσει στα σινεμά, η Βακαλίδου θυμάται. Σχεδόν κάθε τι που συζητάμε της φέρνει και μια ανάμνηση, συνειρμικά, και κάθε διήγηση την ολοκληρώνει με ένα χαμόγελο, λέγοντας «Αυτά! Τι άλλο;». Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες. Αυτές είναι μερικές από τις ιστορίες της – σε πρώτο πρόσωπο.
«Με ανακουφίζει αυτό. Λειαίνει τις πληγές και τα τραύματά μου»: Περί «εντιμότητας» και βιωμάτων
Για την Μάχη, το μόνο κοινό που μπορώ να πω ότι έχω με την ηρωίδα είναι ότι υπήρξα άντρας. Μόνο αυτό. Μόνο αυτό.
Βέβαια, αντιλαμβάνομαι πολύ καλά το σενάριο και με απασχόλησε αμέσως. Γι’ αυτό και ο Ηλίας ήταν πάντα δίπλα μου. Δύο χρόνια παιδευόμασταν, καθώς τον ρωτούσα πολλά πράγματα, γιατί άρχισα να βρίσκω κοινά σημεία. Κι όταν λέω κοινά, δεν εννοώ μόνο με εμένα, αλλά και με ανθρώπους της ευρύτερης τρανς κοινότητας. Την ταλαιπωρία, την απαξίωση, το γεγονός ότι η οικογένειά της διέγραψε την ηρωίδα. Κι εμένα με έχουν διαγράψει συγγενείς. Δεν έχω δει κανέναν από το 1965, όταν έφυγα από το χωριό μου. Οπότε έβρισκα παράλληλα κοινά σημεία.
Είναι, όμως, μια ταινία καθαρά μυθοπλασίας. Δεν προσπαθεί να κάνει ακτιβισμό, έτσι, για το θεαθήναι. Έχει, όμως, μια αγωνία, μια περιπλάνηση στη ζωή της ηρωίδας, που ναι, με αγγίζει σε πολλά σημεία. Κυρίως, όμως, κοινό σημείο είναι η δύναμή της να σταθεί, να παλέψει και να είναι αποφασισμένη να επιστρέψει κάποια στιγμή ως αυτό που είναι, επιδιώκοντας να την αποδεχτούν, θέλοντας δηλαδή να την αποδεχτούν ως αυτό που είναι, παρόλο που έχει ταλαιπωρηθεί προηγουμένως.
Να, λοιπόν, άλλο ένα σημείο. Κι εγώ προχώρησα στη ζωή μου. Δεν άφησα να με καταπιεί ο υπόκοσμος, το περιθώριο, όλα αυτά, γιατί κάποια στιγμή ζητούσα την ευρύτερη αποδοχή.
***
Έχω παίξει και στο θέατρο σε έργο με το οποίο δεν συνδέθηκα βιωματικά, όπως, για παράδειγμα, όταν έκανα την τοκογλύφο στο Έγκλημα και Τιμωρία με τον Μπισμπίκη. Δεν είχα κάτι κοινό, εκτός από τη βωμολοχία [γελάει], που μου ήταν αρκετά εύκολο να την κάνω. Έχω παίξει και στον Οιδίποδα. Ναι, μπορώ να παίξω και σε έναν ρόλο που δεν έχει τέτοια στοιχεία. Σημασία έχει αν αυτό θα γίνει αποδεκτό από το ευρύτερο κοινό. Αυτό είναι ένα ζήτημα.
Καθόλου δεν με απασχολεί, όμως. Γιατί πιστεύω ότι με έχει χαρακτηρίσει αυτή η πρώτη ακτιβιστική μου πράξη και γενικά το παρελθόν μου. Δεν μου κακοφαίνεται καθόλου αυτό. Ίσα ίσα, αισθάνομαι ότι προσφέρω και κάτι. Νομίζω ότι οτιδήποτε κάνουμε έχει μια πολιτική χροιά, οτιδήποτε. Ακόμα κι εγώ πιστεύω ότι και η πορεία της ζωής μου εμπεριέχει, ρε παιδί μου, κάτι το ακτιβιστικό.
Πάντα μιλάω για τον δικό μου κόσμο και τη δική μου κοινότητα, και εξακολουθώ να τη λέω δική μου κοινότητα. Οπότε είμαι πολύ περήφανη για όλα αυτά. Τα έχω καλά με τον εαυτό μου, βέβαια, και είμαι πολύ περήφανη γιατί δεν πάτησα ποτέ επί πτωμάτων. Έκανα μια πολύ έντιμη ζωή. Το «έντιμη» ακούγεται περίεργο για μια γυναίκα που έχει κάνει την πουτάνα τόσα χρόνια, που έχει αναλώσει ένα τέταρτο του αιώνα κάνοντάς την πουτάνα.
Ξέρετε, σε κάποια μέρη της Ελλάδας, όταν ρωτάει κάποιος σε μια ομήγυρη, σε μια παρέα: «Καλέ, δικιά μας είναι αυτή; Πουτάνα είναι;» «Όχι, καλέ. Τίμια είναι». Με τη λέξη «τίμια» χαρακτηρίζουν τις μη πουτάνες σε αρκετά μέρη της Ελλάδας. Στην Κρήτη το έχω ζήσει αυτό. «Όχι, καλέ, τίμια είναι αυτή». [χαμογελάει]
Περιφερόμενη σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας άκουγα διάφορα πράγματα για το πώς χαρακτηρίζουν τις γυναίκες. Ας πούμε, έμαθα ότι στα Χανιά, επειδή τα μπουρδέλα βρίσκονται σε ένα στενό, σε έναν συγκεκριμένο δρόμο, τα έλεγαν «τα σπίτια». Όταν λένε «στα σπίτια», εννοούν εκείνον τον δρόμο. «Πίσω από τα σπίτια είναι το περίπτερο» ή «στα σπίτια, από πίσω, μένει η γιαγιά τάδε». Έτσι τα έλεγαν στη γειτονιά, εννοώντας τον δρόμο με τα μπουρδέλα.
***
Τι σημαίνει το να βάζετε προσωπικά πράγματα σε μια αφήγηση και να γίνονται κομμάτι μιας, ας πούμε, συλλογικής εμπειρίας;
Με ανακουφίζει αυτό. Λειαίνει τις πληγές και τα τραύματά μου. Γι’ αυτό και δεν έχω χρειαστεί ποτέ να καταφύγω σε ιατρική βοήθεια.
Όταν μαζεύει κανείς πράγματα, καταλαβαίνεις ότι τα κρατάει μέσα του. Αρχίζουν οι πληγές να πυορροούν, τα τραύματα να πονάνε. Εγώ τα έχω φτιάξει όλα αυτά, τα έχω διορθώσει, και πιστεύω ότι η απάντηση είναι αυτή: να συζητάω αυτά τα πράγματα. Και βέβαια, όταν τα συζητάω όχι κατ’ ιδίαν, αλλά μέσα από κάποια έργα, μέσω συνεντεύξεων, μέσω θεατρικών έργων, ντοκιμαντέρ ή οτιδήποτε άλλο, αυτό αποβλέπει και στο να βοηθήσει άλλους ανθρώπους.
Η αποδοχή, η Αριστερά και οι άνθρωποι που της στάθηκαν
[Ο χαρακτήρας του Μανώλη Μαυροματάκη στην ταινία] το αποδέχεται όλο αυτό και ζητάει κάποια στιγμή να του εξηγήσω κάποια πράγματα. Μπορεί να συμβαίνει λόγω του έρωτά του προς την κόρη μου, αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι το αποδέχεται. Η πρώτη αποδοχή είναι από τον σύντροφο της κόρης, από έναν αριστερό. Που είναι η εξαίρεση, βέβαια, γιατί η Αριστερά δεν είναι τόσο… [σκέφτεται]
Να σου πω κάτι που δεν το έχω πει πουθενά. Όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, το 1980, από τις εκδόσεις Εξάντας, υπέγραψα μερικά βιβλία για να τα στείλουν, όπου χρειαζόταν. Έστειλαν και στον Λεωνίδα Κύρκο, τον οποίο δεν είχα γνωρίσει ποτέ προσωπικά, αλλά ψήφιζα αυτό το κόμμα.
Και έμαθα αργότερα ότι ένας άνθρωπος πολύ έμπιστός μου, που τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του, κοιτάζοντας κάποια στιγμή γύρω, παρατήρησε κάτι στο γραφείο. Βλέπει το βιβλίο, το τραβάει και βλέπει ότι είχε σκίσει… είχε κόψει τη σελίδα με την αφιέρωση. Ήταν μάλιστα η λευκή σελίδα όπου είχα υπογράψει: «Στον Λεωνίδα Κύρκο, με εκτίμηση». Ή τι είχα γράψει, δεν θυμάμαι. Την είχε κόψει λοιπόν, και μάλιστα λίγο άτεχνα. Την είχε τραβήξει με το χέρι.
Μου το είπαν αυτό μετά από δεκαετίες, ύστερα από πολλά χρόνια. Το βιβλίο το κράτησε μεν, το διάβασε προφανώς, αλλά δεν ήθελε την υπογραφή. Και αυτό με εξέπληξε.
***
Θέλω να καταλήξω κάπου. Το αναφέρω αυτό για να σου πω πόσο η Αριστερά μπορεί να υποκριθεί πολλές φορές, ακόμα και σε περιπτώσεις ανθρώπων που θεωρούμε πολύ προοδευτικούς. Από ανθρώπους της Αριστεράς που έχω γνωρίσει, ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν ο πιο αγαπημένος μου φίλος. Και άλλος ένας, εξίσου αγαπημένος μου, που με έχει σώσει και από καταστάσεις, είναι ο Νίκος Κωνσταντόπουλος. Αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν πάρα πολύ κοντά μου σε όλη μου εκείνη τη ζωή.
Γιατί ξέρεις, από τότε που κάναμε εκείνη τη συγκέντρωση και ιδρύθηκε το ΑΚΟΕ, είχα πάντα τα τηλέφωνά τους στην ατζέντα μου. Δεν είχαμε κινητά τότε. Τους έπαιρνα κάθε φορά, όπως έπαιρνα και τον Δημήτρη Σταύρακα, ο οποίος ήταν πάντα δίπλα μου. Ερχόταν σε όλα τα αυτόφωρα για να πει μια καλή κουβέντα για μένα. Μας μάζευαν δύο και τρεις φορές την εβδομάδα. Υπήρχαν περίοδοι που κοιμόμασταν περισσότερο στα κρατητήρια της Ασφάλειας παρά στα σπίτια μας. Μας κυνηγούσαν ανελέητα.
Τον Βασίλη Ραφαηλίδη τον γνώρισα γιατί ήταν στο περιοδικό Αντί, εκεί όπου στεγαζόταν και ο Εξάντας. Τον Νίκο Κωνσταντόπουλο τον γνώρισα επίσης αμέσως, γιατί μας έκαναν μήνυση, σε εμένα και στον Εξάντα, για το πρώτο βιβλίο. Το θεώρησαν άσεμνο και περάσαμε από δικαστήρια. Και τον Σταύρακα τον γνώρισα από το 1979, όταν κάναμε το ντοκιμαντέρ.
Αυτούς τους τρεις ανθρώπους καλούσα κάθε στιγμή που βρίσκομαι στα δύσκολα. Ήταν πάντα δίπλα μου. Ήταν οι φάροι μου, η παρηγοριά μου, η καταφυγή μου. Κατέφευγα πάντα σ’ αυτούς τους τρεις ανθρώπους.
Κρατική βία, ορατότητα και καθημερινή βαρβαρότητα
Η ζωή μας τότε ήταν τρομακτική. Δεν είχες πού να ακουμπήσεις και πού να κρυφτείς. Και πιο πολύ μας κυνηγούσαν… Φοβόμασταν την κρατική βία, δηλαδή το κυνηγητό της αστυνομίας. Πίστευαν οι άθλιοι και ανόητοι ότι έτσι θα εξαλείψουν την πορνεία.
Είναι κάτι που, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα κοινωνικά ζητήματα, αν το κράτος, αντί να κυνηγάει, προσπαθούσε να βρει και να εφαρμόσει μεθόδους ώστε να μην υπάρχει αυτό το φαινόμενο… Τρόπους εξάλειψης αυτού του φαινομένου: να δίνει δουλειά. Όπως κι αν είναι ντυμένος ο άλλος. Με τα παρδαλά του; Θέλει να είναι πούστης; Θέλει να είναι αδερφή; Θέλει να είναι ουδέτερο; Οτιδήποτε. Αν του χορηγούν δουλειά, δεν θα φτάσει στο πεζοδρόμιο.
Ήταν άγρια εποχή. Σίγουρα, όμως, έχουν αλλάξει τα πράγματα αρκετά, έως πολύ. Είμαι πάρα πολύ αισιόδοξη, ακόμα και με τα λάθη που γίνονται, ακόμα και με τον τρόπο που διεκδικούν πράγματα οι κοινότητες.
Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω στην ορατότητα. Γι’ αυτό έχω γράψει ότι, ακόμα και τη δεκαετία που αυτές οι εκπομπές μάζευαν κακόμοιρες τρανς – τη δεκαετία του ’80 και του ’90, κυρίως πια με την ιδιωτική τηλεόραση – εγώ έλεγα: «Δεν πειράζει».
Με έθλιβε, βέβαια, το γεγονός να βλέπω τρανς να παρακαλάνε, να κλαίνε στην κάμερα, στην εκπομπή, και να παίρνει η Δρούτσα, για παράδειγμα, τηλέφωνο τη μάνα και η μάνα να μη δέχεται να συναντήσει, να μιλήσει στο παιδί της, και όλα αυτά. Αυτή η εξαθλίωση. Αλλά πάντα έβρισκα ένα θετικό στοιχείο: την ορατότητα. Άρχισε ο κόσμος να συνηθίζει. Τα οπτικά νεύρα των ανθρώπων άρχισαν να συνηθίζουν στην εικόνα. Όταν συνηθίζεις κάτι, δεν αποβαίνει πάντα σε καλό. Αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα. Εκεί συνηθίζεις την ορατότητα, δηλαδή. Άρχιζε μια μικρή εξοικείωση με τα πρόσωπα, με τις φωνές που έβγαιναν αντρικές, με τα παρδαλά ντυσίματα.
Έτσι πιστεύω και τώρα. Εντάξει, άνθρωποι και κοινότητες διεκδικούν πράγματα, και πολύ καλά κάνουν. Δεν είμαι εγώ που θα το κατακρίνω αυτό, ποτέ. Το επισημαίνω, βέβαια, καμιά φορά, ακόμη και σε κάποιες από τις αναρτήσεις μου. Αν χρειαστεί κάποια βοήθεια που εγώ θα μπορούσα να προσφέρω, θα μπορούσα να το κάνω. Ίσως με άλλους τρόπους, αλλά δεν έχει σημασία.
***
Παραδέχομαι ότι υπάρχει μεγάλη εξέλιξη. Ακόμα και το γεγονός ότι έχουν δικαίωμα στην ταυτότητα φύλου, ενώ δεν είναι ανάγκη να πάνε στο χειρουργείο για να έχουν μια γυναικεία ταυτότητα. Ακόμη και αυτό ξενίζει κάποιους.
Γιατί ήταν πάρα πολύ βάρβαρο να πηγαίνεις στην τράπεζα, ας πούμε, και την ώρα που ήθελες να βάλεις χρήματα ή να βγάλεις, έδινες την ταυτότητά σου και… [κάνει το άτομο που εξυπηρετούσε πίσω από τον γκισέ, με ένα ύποπτο βλέμμα] «…μισό λεπτό». Σε κοίταζε πάνω κάτω, κοίταζε την ταυτότητα, κοίταζε εσένα. Δεν σου απαντούσε καν. Περίμενε. Περίμενε. «…μάλιστα». Αν ήταν και κανένας μάγκας, το γύριζε στον ενικό: «Για περίμενε λίγο».
Και πηγαίνοντας προς τον διευθυντή ή τον υποδιευθυντή, το έλεγε σε όλα τα τραπέζια, σε όλα τα γραφειάκια, και έβλεπες ένα, δύο, τρία, πέντε, δέκα μάτια να γυρίζουν καταπάνω σου. Ερχόταν μετά πολλές φορές και ο διευθυντής μαζί. «Και τώρα τι είναι αυτό;» Και έπρεπε να τους εξηγείς. Μα τέτοια γεγονότα συνέβαιναν πάντα.
Πάρα πολύ βάρος. Ψυχοφθόρο πολύ. Περνούσαμε πάρα πολλά δικαστήρια και φωνάζανε: «Περικλής Τσακαλίδης». «Παρών». «Τι είσαι εσύ;» Ήταν βάρβαρο… και οι αντιδράσεις μας δεν ήταν πάντα ευγενικές. Οι δικές μου τουλάχιστον. [γελάει]
Πριν και μετά τη δικτατορία
Ήρθα στην Αθήνα τον Ιούλιο του ’65. Τον Φεβρουάριο του ’66 με έκλεισαν στο αναμορφωτήριο, όπου έμεινα τρεισήμισι χρόνια. Το ’67, λοιπόν, ένα πρωί στο αναμορφωτήριο μάς ξυπνούσαν τα μεγάφωνα. Ο χουντικός διευθυντής που είχαν φέρει ήταν Κρητικός. Από τα μεγάφωνα κάθε πρωί έπαιζε κρητική μουσική. Εκείνο όμως το πρωί μάς ξύπνησαν με παιάνες, με πατριωτικά τραγούδια και τέτοια. Αναρωτήθηκα: κάτι συμβαίνει.
Ξυπνήσαμε και έπρεπε να πάω στο σχολείο, γιατί από μέσα μού επέτρεπαν να συνεχίσω το σχολείο μου. Ζήτησα να με αφήσουν να πάω. Μου λένε: «Όχι, απαγορεύεται. Δεν μπορείς να πας σήμερα. Ξέχασέ το». Άλλωστε ήταν Παρασκευή, νομίζω η τελευταία μέρα πριν από τις διακοπές του Πάσχα. «Από βδομάδα», λέω, «εγώ θέλω να πάω». Δεν με άφηναν.
Αλλά παρ’ όλα αυτά έφυγα. Βγήκα γιατί είχα ένα ελεύθερο, λόγω του ότι πήγαινα σχολείο και ήμουν καλό παιδί. Τους έκανα και δουλειές γραφείου. Με έστελναν έξω, ψώνιζα για τα γραφεία και τέτοια.
Έφυγα και πήγα στην Πέτρου Ράλλη. Θυμάμαι ακόμη το όνομα του γυμνασιάρχη. Ένας κύριος με γυαλιά, με γκρίζα μαλλιά. Παπανικολάου, νομίζω. Ήμασταν πολύ λίγα παιδιά. Βγήκε και λέει: «Παιδιά, δεν θα γίνουν μαθήματα, μετά το Πάσχα πια. Άντε στο καλό».
Κι εγώ, άντε να γυρίσω στο αναμορφωτήριο. Πήρα το λεωφορείο που είχε αφετηρία και τέρμα στην οδό Ζήνωνος. Βγαίνω στην Πειραιώς και βλέπω τανκς. Κάνω αριστερά προς Ομόνοια. Στρατιώτες, τανκς σε κάθε σημείο, στις γωνίες. Δεν μπήκα στην Ομόνοια. Γύρισα πίσω, γιατί ήταν στρατοκρατούμενη.
Θέλω να πω ότι έζησα τη δικτατορία, αλλά κατάλαβα πάρα πολύ καλά από την πρώτη χρονιά, από την πρώτη στιγμή, ότι το σημαντικότερο είναι η στέρηση της ελευθερίας των ανθρώπων. Γιατί τη ζούσα κιόλας. Ήμουν μέσα – μέσα, σε ένα πλαίσιο φυλάκισης.
***
Όταν γύρισε ο Καραμανλής, εγώ ήδη ήμουν τρανς. Έμενα σε ένα σπίτι που ήταν στον πρώτο όροφο, στην οδό Αθανασίου Διάκου, χαμηλά, λίγα μέτρα πριν από την Καλλιρρόης και τη Βουλιαγμένης. Απέναντί μου η στήλη του Ολυμπίου Διός.
Ο Καραμανλής γύρισε… [δακρύζει, σταματάει για μια στιγμή] Από την κατηφόρα της Βουλιαγμένης, συνοδεία. Συγκινούμαι γιατί μου θυμίζουν… Ήδη είχα κάνει την πρώτη μου απόπειρα – που ήταν εξαιρετικά δύσκολη – να βγω στη Συγγρού για πολύ λίγο καιρό. Μετά ξανά έφυγα με τα καράβια.
Και άκου τώρα: στην ταινία Μάχη, αυτόν τον ήρωα τον απελευθέρωσαν όταν γύρισε ο Καραμανλής. [βουρκώνει, σταματά] Καταλαβαίνεις τους συνειρμούς.
Εγώ είχα βγει στη δουλειά τότε, περνούσα ένα άλλο δράμα. Του ήρωα ίσως του τελείωνε το δράμα, έφευγε από τη φυλακή. Εμένα ήταν στα πρώτα βήματα το δράμα της λεωφόρου Συγγρού, το δράμα της πορνείας. Αυτά. Τι άλλο; [χαμογελά]
Η Στρέλλα, η επιστροφή στο Βερολίνο και το ένστικτο που την οδηγεί
Η Στρέλλα έγραψε τη δική της πορεία, όπως και ο Πάνος ο Κούτρας. Αλλά εγώ έχω μισήσει το σινεμά του Λάνθιμου! Έχω προσπαθήσει, έχω δει μία, δυο, τρεις ταινίες του και λέω: «Στοπ, δεν μου αρέσει ο Λάνθιμος». Και κατάλαβα γιατί δεν μου αρέσει: γιατί πήρε το βραβείο μέσα από τα χέρια της Στρέλλας.
Εντάξει. Καλό είναι και για τη χώρα μας και για αυτόν. Αλλά εγώ όλο και βρίσκω κάτι που δεν μου αρέσει.
Δεν περίμενα ότι ο ρόλος μου στη Στρέλλα θα μείνει έτσι τόσο πολύ. Έχει γίνει ένας ρόλος… [διστάζει, χαμογελάει] θα χρησιμοποιήσω τη λέξη, που είναι πολύ συνηθισμένη: «εμβληματικός ρόλος».
Μου έδωσε την ευκαιρία να επισκεφθώ το Βερολίνο, γιατί εγώ είχα ζήσει στο Βερολίνο. Είχα πάει πολλές φορές και εκεί, στη διάρκεια του φεστιβάλ, γύρισα τα μέρη όπου έμενα, όπου βγαίναμε για δουλειά.
Και μάλιστα στο φεστιβάλ ήταν ο Μισέλ Δημόπουλος, τον οποίο είχα γνωρίσει μέσω του Σταύρακα, ο οποίος με αγκάλιασε με αγάπη και μου λέει: «Μπράβο, ρε Μπέττυ». Λέω: «Κύριε Δημόπουλε, σε αυτή την πόλη ερχόμουν ως γκασταρμπάιτερ πουτάνα και τώρα ήρθα ως διαγωνιζόμενη σε μια εξαιρετική ταινία». [γελάει] «Καλά», λέει, «είσαι απίστευτη». Γελούσε.
Πέρασα πάρα πολύ ωραία. Μακάρι να με ξαναπάρει ο Πάνος κάποια στιγμή. Θα είμαι πολύ ευτυχής. Και τελικά μ’ αρέσει πιο πολύ να κάνω σινεμά.
***
Ναι, το θέατρο τελευταία με έχει κουράσει. Εντάξει, έχω κάνει αυτές τις τέσσερις-πέντε δουλειές που ήταν εξαιρετικές, πολύ καλές, με πολύ καλές κριτικές. Τελευταία, όμως, έχω διακόψει δύο δουλειές. Είναι πιο κουραστικό το θέατρο κάθε βράδυ. Όλα αυτά, και να μη σου αποφέρει και κάτι; Εντάξει.
Πολλοί μου λένε: «Έλα μωρέ, έχεις ανάγκη εσύ;» Δεν έχει σημασία αυτό, αν έχω ανάγκη. Όχι. Σημασία έχει ότι, συγγνώμη, η επιχείρηση, το έργο θα βγάλει κάποια χρήματα. Θα πρέπει να πληρωθώ κι εγώ. Είναι και αθέμιτος ανταγωνισμός να αρχίσω να παίζω δεξιά κι αριστερά χωρίς να πληρώνομαι.
Και λίγο δυσκολεύομαι. Υπάρχουν σχέδια, υπάρχουν κάποιες προτάσεις, αλλά δεν… Δεν πετάω τη σκούφια μου, όπως λέει ο λαός. Κι άλλωστε όλοι οι άνθρωποι δεν είναι για όλα τα πράγματα, δεν κάνουν για όλα τα πράγματα.
Ξέρω πολύ καλά, χωρίς να έχω μάνατζερ, έχω ένα ένστικτο που με οδηγεί. Σε όποιον εκφράσει κάποια αντίρρηση, τον προλαβαίνω και λέω ότι 76,5 χρόνια πορεύομαι με το ένστικτό μου και μάλιστα μια χαρά τα έχω βγάλει πέρα. Οπότε μη μου λέτε εμένα ότι δεν έχω δίκιο εδώ, δεν έχω δίκιο εκεί.
***
Δεν είμαι καθόλου πικραμένη. Από τον χώρο της τέχνης, ας πούμε, είμαι εξαιρετικά ευχαριστημένη, γιατί όλοι μου δείχνουν την εκτίμησή τους, τη φροντίδα τους, την αγάπη τους. Ίσως δεν θα μπορούσα να κάνω κι αλλιώς, γιατί έτσι είμαι εγώ, γιατί δεν εκπέμπω κάτι αρνητικό.
Οπότε μόνο οπαδοί του Κασιδιάρη, της ακροδεξιάς, θα μπορούσαν να μου φερθούν περίεργα. Κατά τα άλλα, με έχουν αποδεχτεί οι άνθρωποι. Δεν έχω ακούσει ποτέ κανείς να μου πει ότι ο τάδε δεν σε ήθελε εκεί.
Από τη Μπέττυ μέχρι το σήμερα: «Η ειλικρίνειά μου κρατάει μέχρι τώρα»
Το πρώτο πράγμα που συζητήσαμε με την Βακαλίδου εκείνο το πρωί, ήταν για ένα πρότζεκτ μελλοντικό, πάλι με τον Ηλία Γιαννακάκη της Μάχης, που ελπίζει να το δει να γίνεται πραγματικότητα. Και το τελευταίο που συζητήσαμε, ήταν για την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση, στη Μπέττυ του Δημήτρη Σταύρακα. Ένας συνειρμός σε αντίστροφο χρόνο ή, αλλιώς, μια ζωή γεμάτη που επεκτείνεται προς κάθε χρονική κατεύθυνση.
«Ετοιμάζουμε ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για όλη μου τη ζωή», λέει, για το πρότζεκτ με τον Γιαννακάκη. «Μιλάμε καιρό τώρα, μιλάω για τα πάντα. Λέω: “Μα είναι δυνατόν; Με ρωτάς τέτοια πράγματα; Θα μπουν αυτά;!”», συνεχίζει γελώντας εμφατικά. «Κάτι σοκαριστικά πράγματα που μου ζητάει! Ακόμα και… για το τι να σου πω τώρα, για τον οργασμό μετά την αλλαγή φύλου, ας πούμε. Τα πάντα! Λεπτομέρειες! Εντάξει, με πιάνουν τα γέλια πολλές φορές», συνεχίζει ευφορικά.
Αρκετή ώρα κουβέντας μετά, έχουμε φτάσει πια δεκαετίες πίσω, στην αξεπέραστη Μπέττυ του Σταύρακα, ένα πρωτοποριακό ντοκιμαντέρ που βασίστηκε στην αυτοβιογραφία της – μια από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών.
«Πώς αισθάνομαι; Μωρέ, είχα μια… αθωότητα; Όχι, άγνοια», λέει. «Τότε είχα μια άγνοια, αλλά χαίρομαι που τη βλέπω. Πρώτα απ’ όλα χαίρομαι για την πορεία της ταινίας, αλλά χαίρομαι και που από τότε ήμουν ειλικρινής. Η ειλικρίνειά μου κρατάει μέχρι τώρα», τονίζει.
«Μπορεί να έχω αλλάξει σε πολλά πράγματα, αλλά έχω μια ειλικρίνεια. Αυτό είναι ένα βασικό μου στοιχείο, το οποίο δεν είναι πάντα καλό», καταλήγει.
«Αλλά εντάξει, μ’ αυτό πορεύτηκα, μ’ αυτό θα τελειώσω».
Η ταινία Μάχη κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.