24 MEDIA CREATIVE TEAM

ΓΥΜΝΟΙ, “ΤΡΥΠΙΟΙ” ΚΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΗΣ

Ο Τομ Στερν γύρισε το ντοκιμαντέρ που όφειλε η ιστορία στους Butthole Surfers. Λίγο πριν την αθηναϊκή πρεμιέρα του, την Πέμπτη 12.11, μίλησε στον Παναγιώτη Μένεγο.

Γέμιζαν πλαστικά ρόπαλα με ούρα, χτυπούσαν με αυτά ο ένας τον άλλο κατά τη διάρκεια του λάιβ και τα εκσφενδόνιζαν στο κοινό. Είχαν μανία με τα πυροτεχνήματα και προκαλούσαν μόνιμα χάος, στα μέρη που έπαιζαν στη δεκαετία του ‘80, βάζοντας παντού φωτιά. 

Όταν ανέβαιναν στην σκηνή, ήταν θέμα χρόνου να μείνουν μερικώς ή τελείως γυμνοί, για το αν ήταν προσομοίωση ή στ’ αλήθεια οι σεξουαλικές πράξεις στις οποίες επιδίδονταν ο τραγουδιστής και η χορεύτρια του γκρουπ, σαράντα χρόνια μετά οι απόψεις ακόμα διίστανται. Συνδύαζαν στις εμφανίσεις τους εκτυφλωτικά στροβοσκοπικά φώτα, ταυτόχρονες προβολές ακραία ενοχλητικών φιλμ με λεπτομερείς σκηνές νεκροψίας ή εγχειρήσεων σε πέη, ενώ παράλληλα ξέσκιζαν λούτρινα ζώα προκαλώντας συχνά πανικό στο κοινό, καβγάδες ή ακόμα κι επιληπτικές κρίσεις.

Στο αποκορύφωμά τους: το 1986 μετά από το μυθικό πια λάιβ τους στο νεοϋορκέζικο κλαμπ Danceteria -αφού έπαιξαν μόνο πέντε κομμάτια δημιουργώντας συνθήκες απόλυτης κακοφωνίας, γιατί τους είχαν ακυρώσει τη δεύτερη εμφάνιση την επόμενη μέρα- έσκισαν την επιταγή με την αμοιβή τους και παραλίγο να μπουν σε μια τελείως άνιση μάχη με τους γιγαντόσωμους πορτιέρηδες. 

Και, βέβαια, λίγα χρόνια αργότερα, το 1991, συμμετέχοντας ως «βετεράνοι» πια στο παρθενικό line up του περιοδεύοντος «εναλλακτικού τσίρκου» Lollapalooza Festival, μετά από παρότρυνση του Χένρι Ρόλινς βγήκαν στην σκηνή να επιπλήξουν το κοινό στη Μινεσότα γιατί «δε ροκάρει αρκετά» και ο frontman Γκίμπι Χέινς το πήγε κάπως στα άκρα, βγάζοντας καραμπίνα κι αρχίζοντας να πυροβολεί στον αέρα προς την πλευρά του κοινού τα άσφαιρα που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των κυνηγόσκυλων. (Ο κιθαρίστας και συνιδρυτής του γκρουπ, Πολ Λίρι, έχει πει ότι στην ίδια περιοδεία είδε τον Gibby και, ναι, την Siouxsie να παλεύουν στο πάτωμα, διεκδικώντας την εν λόγω καραμπίνα.)

Αλλά, από την άλλη τι ακριβώς θα μπορούσαμε να περιμένουμε από ένα γκρουπ που γεννήθηκε και αγαπήθηκε στις ΗΠΑ του Ρόναλντ Ρίγκαν ακούγοντας σε ένα όνομα που δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για μεταφραστικό λάθος; Τι περισσότερο και τι λιγότερο από «το πιο επικίνδυνο γκρουπ της post-hardcore αμερικάνικης σκηνής» θα μπορούσαν άραγε να είναι οι Butthole Surfers;

Pat Blashil

Pat Blashil

Ο Τομ Στερν τους είδε ζωντανά για πρώτη φορά το 1984, ενώ σπούδαζε κινηματογράφο στο NYU. «Ακολουθούσα την underground μουσική σκηνή και σπουδαίες μπάντες όπως Minutemen, Meat Puppets, The Cramps – ξέρεις, όλα αυτά τα υπέροχα συγκροτήματα. Όταν είδα πρώτη φορά τους Butthole Surfers είχαν τέτοια ηλεκτρική επίδραση πάνω μου που με κέρδισαν αμέσως. Δεν έμοιαζαν με τίποτα άλλο: καταρχάς δυο ντράμερ, όρθιοι μάλιστα/ ένας τεράστιος, επιβλητικός και τρομακτικός τύπος για τραγουδιστής, ντυμένος με φόρεμα, μανταλάκια στα μαλλιά και μεγάφωνο στα χέρια/ ένας μπασίστας που έπαιζε και τούμπα (σ.σ. οι BS άλλαξαν εννιά, ο τυχερός ήταν ο #8 Τζεφ Πίνκους)/ κι ένας κορυφαίος κιθαρίστας να βγάζει αυτούς τους ήχους που διαπερνούσαν την ψυχή μου, ένιωθα σαν να παίζει με τα νεύρα στη σπονδυλική μου στήλη».

Ο Στερν έγινε αμέσως fan, τους έβλεπε κάθε φορά που επισκέπτονταν τη Νέα Υόρκη, μάλιστα τράβηξε με την κάμερά του και μια συναυλία στο CBGBs το 1986. Εκείνο το υλικό έγινε και φιλμ μικρού μήκους, με τον φίλο του Στερν να τρέχει γυμνός στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Νέας Υόρκης υπό τους ήχους του “Cherub”. Η μπάντα το είδε, φυσικά της άρεσε, ο Στερν μπήκε στον κύκλο τους. 

Τα θυμάται όλα αυτά, χαμογελαστός κι αγουροξυπνημένος, όταν μετά από λίγη περιπέτεια καταφέρνουμε να συνδεθούμε σε video call για να μιλήσουμε για το ντοκιμαντέρ The Hole Truth and Nothing Butt… που θα παιχτεί για πρώτη φορά στην Αθήνα την προσεχή Πέμπτη 12 Νοεμβρίου. Το χασμουρητό οφείλεται στο ότι είναι αρκετά πρωί για τη δυτική ακτή, στην οποία έχει μετοικήσει εδώ και χρόνια – το χαμόγελο έρχεται από τις πολιτικές εξελίξεις, είναι η επόμενη μέρα των ενδιάμεσων εκλογών κι ο Στερν δεν μετρά τα λόγια του: «Μισώ τον Τραμπ, είναι ότι χειρότερο έχει συμβεί για τις ΗΠΑ αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, και είναι μεγάλη μου χαρά να βλέπω την πολιτική του να αποδοκιμάζεται».

Πίσω στους Butthole Surfers. Το γκρουπ έχτισε τον μύθο του σε μια υπερσυνητηρητική Αμερική, στην οποία άλλωστε βρίσκονται κάποια από τα αφετηριακά στοιχεία και της Τραμπ συνθήκης. Μετά το σκάσιμο του punk και την μετεξέλιξη του σε hardcore, στα 80s διαμορφώθηκε μια εναλλακτική σκηνή που αναδείχθηκε μέσα από το κολεγιακό ραδιόφωνο και τα φανζίν, ένα παναμερικανικό υπόγειο δίκτυο στον πλήρη αντίποδα των αναβαπτισμένων τηλευαγγελιστών και του υπερκαταναλωτικού μοντέλου των γιάπικων Reaganomics. Εκεί άνθισαν συγκροτήματα που έγιναν θρύλοι του underground όπως οι Wipers, Hüsker Dü και Big Black αλλά και μπάντες που κάποια στιγμή τρύπησαν το mainstream και γνώρισαν εμπορική επιτυχία όπως Sonic Youth, Pixies και, φυσικά, R.E.M. 

Μέλη της και οι Butthole Surfers που επέκτειναν όλο και πιο πολύ τα σύνορα αυτής της γεωγραφίας, «έσπρωχναν όλο και πιο πολύ τον φάκελο» όπως λέει η χαρακτηριστική αμερικάνικη έκφραση. «Κάθε φορά ήταν και πιο ψυχεδελικοί, κάθε φορά και πιο ακραίοι, όλο και πιο σοκαριστικοί – οι συναυλίες τους δεν ήταν απλά ροκ εν ρολ σόου, είχαν εξελιχθεί σε μια εμπειρία ενηλικίωσης», θυμάται ο Στερν. Σημαντικό, επίσης, ότι σε μια ανδροκρατούμενη σκηνή που, ακόμα κι ακούσια, προωθούσε τη ματσίλα, αλλά και σε μια εποχή σεξουαλικής δαιμονοποίησης λόγω του AIDS, οι BS ήταν γκρουπ-καταφύγιο για την ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα (ο ντράμερ Κινγκ Κόφι ήταν ανοιχτά γκέι και η ντράμερ Τερέζα Νερβόσα lesbian icon). 

Τερέζα Νερβόσα (1962-2023)

Αυτό το μουσικό ρεύμα, που περιγράφεται εξονυχιστικά στο essential βιβλίο του δημοσιογράφου Μάικλ Άζεραντ, Our Band Could Be Your Life (2001), ουσιαστικά είναι που προετοίμασε το έδαφος για την έκρηξη του grunge και την εκτόξευση των Nirvana σε δημοφιλέστερη μπάντα στον κόσμο, μόλις το ημερολόγιο έδειξε 90s. Τελικά, έκλεψαν την παράσταση από τα γκρουπ που πάλευαν πριν ή τα βοήθησαν να βρουν την αναγνώριση που τους άξιζε; «Όχι, δε νομίζω ότι μπορούμε να “κατηγορήσουμε” για κάτι τους Nirvana. Έτσι κι αλλιώς, ήταν μέρος της σκηνής και για κάποια χρόνια πριν το Nevermind, όταν κι έγινε το μπαμ. Ήταν μια σπουδαία μπάντα που ακόμα αγαπώ, αν από κάτι μας απάλλαξαν ήταν το cheesy hair metal της προηγούμενης δεκαετίας κι, αν μη τι άλλο, άνοιξαν τον δρόμο για να κερδίσουν συγκροτήματα όπως οι Butthole Surfers, εκτός από αναγνώριση, και μερικά χρήματα». Κι όντως, το γράφει κι ο Άζεραντ, το δείχνει και το ντοκιμαντέρ του Στερν, οι συνθήκες που ζούσαν και περιόδευαν τα περισσότερα από τα παραπάνω γκρουπ στα 80s ήταν άθλιες. 

Με αυτό το αναπάντεχο γύρισμα της τύχης/φύσημα του ανέμου της μουσικής βιομηχανίας, οι Butthole Surfers στα 90s βρέθηκαν με συμβόλαιο σε πολυεθνική εταιρεία. Να ανήκουν στο ρόστερ της Capitol, να συνεργάζονται με τον, μπασίστα των Led Zeppelin, Τζον Πολ Τζόουνς ως παραγωγό, να τους ψιλοπαίζουν στο εμπορικό ραδιόφωνο και να έχουν και την πρώτη (και τελευταία) επιτυχία τους στο τσαρτ του Billboard με το “Pepper’ το 1996. Με ήχο κάπως εξευγενισμένο πια, συνολική αισθητική που παρέπεμπε στο pop punk που ερχόταν και κάποιες συνεργασίες που σήμερα, κυριολεκτικά, κάνουν πώς δε θυμούνται. «Νομίζω, οι καλύτερες μέρες τους ήταν στα late 80s. Μετά, χάθηκε η μαγεία σε κάποιο βαθμό. Ηχητικά έπαιξε ρόλο ότι αποχώρησε η Τερέζα και δεν είχαν πια το εφέ που προκαλούσαν οι δύο ντράμερ. Κι από την άλλη, τους φώναζαν σε όλο και πιο πολλά φεστιβάλ, αλλά δεν ήταν οι headliners. Και ήταν δύσκολο να αποδώσουν σε αυτόν τον ρόλο. Γιατί την κάθαρση που είχαν συνηθίσει να προκαλούν τα δικά τους σόου, δεν μπορούσε να την ακολουθήσει κανένα γκρουπ». 

Ο Στερν είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ήδη από τα 80s αλλά έπρεπε να φτάσουμε στης δεκαετία των 2010s για να τους πιτσάρει την ιδέα ενός ντοκιμαντέρ. Στον κιθαρίστα Πολ Λίρι μάλιστα, αρχικά δεν άρεσε καθόλου η ιδέα. Οι σχέσεις του με τον Γκίμπι Χέινς είχαν για πολλά χρόνια ψυχρανθεί. Οι δυο τους, παιδιά που μεγάλωσαν στο Τέξας (Όστιν και Νταλας, αντίστοιχα) και γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο Τρίνιτι του Σαν Αντόνιο σπουδάζοντας λογιστική, αντιπροσώπευαν δύο ξεχωριστά ανάγλυφα. Εσωστρεφής κι ενοχικός  ο ένας, εξωστρεφής κι αχαλίνωτος ο άλλος. Ο ροκ εν ρολ τρόπος ζωής και ειδικά η υπερβολή με τις ουσίες (ο Γκίμπι το κάψε εντελώς στα 90s, έχοντας μάλιστα και πολύ ενδιαφέρουσα παρέα στην κραιπάλη) έκαναν τα πράγματα χειρότερα. «Δεν είναι ότι δε μιλούσαν, αλλά σίγουρα υπήρχε ένταση. Και γρήγορα κατάλαβα ότι το ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να εξελιχθεί ή να ενταχθεί σε μια διαδικασία επούλωσης των πληγών τους» λέει ο Στερν. Κάτι που ισχύει ιδιαίτερα για τον αινιγματικό, ατσούμπαλο, ξερακιανό frontman. Το τραύμα του Γκίμπι Χέινς είναι μια υποπλοκή που δίνει κι έναν χαρακτήρα «αποκάλυψης» στο φιλμ. Ας μείνουμε στο λακωνικό «εξηγεί πολλά» του Στερν για να μη χαλάσουμε το σασπένς. 

Ο Στερν όπως όλοι οι σύγχρονοι ντοκιμαντερίστες δε θέλει να έχει απλά διαδοχικές ομιλούσες κεφαλές, κι έτσι χρησιμοποιεί, εκτός από εκτενείς συνεντεύξεις κι αρχειακό υλικό, αναπαραστάσεις με μαριονέτες και animation που ανοίγουν την αισθητική βεντάλια της αφήγησης. «Έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές κούκλες στην καριέρα μου και σκέφτηκα τι καλύτερο από το να κάνω ξανά, σε συνεργασία με τον εξαιρετικό μαριονετίστα Ντρου Μάσεϊ, για να εικονοποιήσω αυτούς τους τρελούς Τεξανούς που μοιάζουν, ούτως ή άλλως, με καρτούν; Στην πορεία του φιλμ, βέβαια, που μπαίνουμε λίγο πιο βαθιά στους χαρακτήρες, ο τόνος αλλάζει και πάμε περισσότερο σε ανθρώπους που μιλάνε μπροστά στην κάμερα. Δεν νομίζω, άλλωστε, ότι έχεις πει τίποτα αν κάνεις απλά μια ιστορική αναδρομή, χωρίς να προσθέσεις τη συναισθηματική πολυπλοκότητα των ηρώων». 

Πάντως και η λίστα των talking heads του ντοκιμαντέρ δεν απογοητεύει – το αντίθετο. Ανάμεσά τους οι Ντειβ Γκρολ (Nirvana, Foo Fighters), Λι Ρανάλντο και Θέρστον Μουρ (Sonic Youth), Ίαν Μακάι (Minor Threat, Fugazi), Flea (Red Hot Chilli Peppers), Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (υπεύθυνος για τις προβολές σε κάποιες από τις συναυλίες των πρώτων ημερών), Χένρι Ρόλινς, Ice T (Body Count), Τζον Πολ Τζόουνς (Led Zeppelin), Τζόνι Ντεπ και, βέβαια, Στιβ Αλμπίνι.

O θρυλικός παραγωγός, που έφυγε από τη ζωή το 2024, σχολιάζοντας τη διαμάχη των BS με την εμβληματική ανεξάρτητη δισκογραφική Touch & Go, χαρακτηρίζει τα μέλη του γκρουπ ως «τους χειρότερους ανθρώπους στον κόσμο». Και φυσικά εμμένει στην άποψή του, όταν τον προκαλεί on camera ο σκηνοθέτης. «Φυσικά, το κράτησα. Ποτέ δεν ήταν ο σκοπός να κάνω μια αγιογραφία, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με τους Butthole Surfers» λέει ο Στερν. Κι επίσης συμφωνεί, χαμογελώντας όταν του το επισημαίνω, ότι «αν κάποιος δικαιούται να είναι ο edgelord σε αυτήν την ιστορία, σε κάθε ιστορία ίσως, αυτός είναι ο Αλμπίνι». 

Σε λίγες μέρες, ένα φθινοπωρινό βράδυ, σε μια σκοτεινή αίθουσα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και τρεις-τέσσερις δεκαετίες μετά τις χρυσές τους μέρες, κάποιοι fans -μικροί και μεγάλοι, παλιοί και νέοι- θα δουν ένα φιλμ για τους BS. Τι σημαίνει αλήθεια αυτό για τον Τομ Στερν; «Για μένα, δείχνει πόσο σημαντικοί είναι και πόσο άντεξαν τελικά στο πέρασμα του χρόνου. Αντιπροσωπεύοντας αυτό το freak ήθος, από το οποίο οι fans εμπνέονταν και τότε και τώρα. Πάντα χρειαζόμαστε κάποιους να το πηγαίνουν πιο μακριά από όσο φαντάζεσαι, είναι κάτι πολύ απελευθερωτικό για τους ανθρώπους που δημιουργούν και, στο φινάλε, αυτή είναι και η κληρονομιά των Butthole Surfers. 

Κι αυτό είναι που κατάλαβα κι εγώ κάνοντας αυτήν την ταινία. Είναι μια μπάντα που με επηρέασε πολύ ως κινηματογραφιστή και που μου έδωσε να καταλάβω πόσο πολύ με τραβάνε αυτοί που το πηγαίνουν στα άκρα, ακόμα κι αν αυτή η συμπεριφορά καταλήγει αυτοκαταστροφική». 

Οι Butthole Surfers ξανά στο στούντιο μετά από 25 χρόνια

Αντί επιλόγου του ζητώ μια ιστορία, ένα περιστατικό που δεν τα κατάφερε στο τελικό μοντάζ.

«Είναι τόσες πολλές, πίστεψέ με. Αλλά, σου έχω μια αστεία. Η χορεύτριά τους, η Καθλίν Λιντς (που μπορεί ή μπορεί και όχι να έκανε λάιβ σεξ επί σκηνής με τον Γκίμπι) κάποια στιγμή κι ενώ βρίσκονταν σε πολύμηνη περιοδεία πήρε όρκο σιωπής και σταμάτησε να μιλά. Δε μιλούσε σε κανέναν. Είχε απλά ένα μικρό σημειωματάριο στο κολιέ της κι αν ήθελε να επικοινωνήσει κάτι, το έγραφε εκεί. Κάποια στιγμή, ο Γκίμπι απηυδισμένος την ρώτησε: “Μα, τι έχεις πάθει; γιατί δε μας μιλάς;”. Αυτή το σκέφτηκε για λίγο, έβγαλε το σημειωματάριο κι απλά έγραψε: “δεν μπορώ να σου πω…»

Info:

Butthole Surfers: The Hole Truth and Nothing Butt…
Πέμπτη 12 Νοεμβρίου, Newman Cinema (Σεβαστουπόλεως 117), 21:00.
Μια διοργάνωση του ΠΟΡΩΣΗ (co-curated by Lung mag), πρόλογος; Γιάννης Ραουζαίος

 

Ακολουθήστε στην Google το NEWS 24/7 και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο

 

Παίξτε τα Games του NEWS 24/7: Σταυρόλεξο, Sudoku, WordroW & Word Search!

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα