ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΤΩΝ BACKROOMS ΚΑΙ OBSESSION ΕΞΗΓΟΥΝ ΣΤΟ NEWS 24/7 ΠΩΣ ΕΦΤΙΑΞΑΝ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ
Ανήμερα του Χάλογουιν, ο Κάρι Μπάρκερ της “Εμμονής” κι ο Κέιν Πάρσονς του “Backrooms” αποκαλύπτουν στο NEWS24/7 πώς γεννήθηκαν οι horror εφιάλτες που καθορίζουν όχι μόνο το 2026, αλλά και ολόκληρη τη δεκαετία.
Για ένα είδος που έτσι κι αλλιώς έχει πάρει κεντρικό ρόλο στο κινηματογραφικό industry, ο τρόμος φέτος –μια χρονιά μάλιστα μετά το Όσκαρ της Έιμι Μάντιγκαν για το Weapons – έχει παραδώσει δύο ταινίες-φαινόμενα που με διαφορετικό τρόπο, έχουν σημαδέψει την τρέχουσα κινηματογραφική δεκαετία.
Το Backrooms μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα ιντερνετικό φαινόμενο και στην πορεία δίνει εικόνα σε μια ολόκληρη αίσθηση ανοίκειου, για αυτό που νιώθεις όταν κάτι είναι γνώριμο αλλά και ξένο, μακρινό, αλλόκοτο, όλα την ίδια στιγμή. Η δε Εμμονή μετατράπηκε σε ένα αγνό μπλοκμπάστερ, αυξάνοντας για σερί εβδομάδων τις εισπράξεις και το κοινό της, σε ένα word of mouth φαινόμενο όμοιο του οποιου σπάνια έχουμε δει να συμβαίνει οργανικά μπροστά στα μάτια μας.
Κοινό στοιχείο και στα δύο; Οι δημιουργοί τους, νεότατοι, προερχόμενοι από το YouTube, και φαινομενικά έτοιμοι να ηγηθούν μιας νέας γενιάς τρόμο-και-όχι-μόνο-auteurs. Ο Κάρι Μπάρκερ της Εμμονής στα 27 κι ο Κέιν Πάρσονς μόλις στα 21(!), έχουν οπωσδήποτε πάρα πολλά να δώσουν στο μέλλον, κι έχουν ήδη δώσει κιόλας. Αποτυπώνοντας στη μεγάλη οθόνη ιδέες, αισθήσεις και εφιάλτες μιας αρκετά σύγχρονης σχέσης με τον κόσμο.
Το αποτέλεσμα ήταν δυο φιλμ καθοριστικά – για το ‘26, αλλά και για τα ‘20s γενικότερα. Τώρα, με αφορμή το Χάλογουιν, το NEWS24/7 συζητά με τους σκηνοθέτες πίσω από τα δύο φιλμ, για το πώς γεννήθηκαν αυτοί οι δύο αξέχαστοι κινηματογραφικοί εφιάλτες.
Κάρι Μπάρκερ: «Οι αγαπημένες μου ταινίες δεν σου υποδεικνύουν πώς πρέπει να αισθανθείς»
Σε μια διαδικτυακή συνέντευξη μαζί με μια ομάδα συναδέλφων, το NEWS24/7 μίλησε με τον ραγδαία ανερχόμενο σκηνοθέτη της Εμμονής, που αυτή τη στιγμή μέχρι και στα Όσκαρ εικάζεται πως μπορεί να φτάσει. Μια ταινία της οποίας οι εισπράξεις ανέβαιναν(!) στο πέρασμα των εβδομάδων, καθώς το word of mouth την μετέτρεψε στο φαινόμενο της χρονιάς. Εδώ, ο Μπάρκερ μιλά για το τολμηρό POV της αφήγησης, για τη σχέση τρόμου και κωμωδίας, και για το τι θα ήθελε (και δεν θα ήθελε) να κάνει στην επόμενη ταινία του – και σε ένα πιθανό σίκουελ της Εμμονής.
(Διαβάστε εδώ τη γνώμη μας για την Εμμονή.)
Στην ταινία, η ευχή εξαφανίζει στην αυτενέργεια της Νίκι. Τι θα ήθελες να αποκομίσει το κοινό από την Εμμονή σε ό,τι αφορά τη συζήτηση γύρω από τη συναίνεση και την προσωπική αυτονομία;
Όταν πρωτοσκέφτηκα την ιδέα, πίστευα ότι ο κόσμος θα μπορούσε πράγματι να ταυτιστεί με τον Μπερ. Αρχικά, νομίζω ότι όλοι μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει να έχεις ένα ερωτικό ενδιαφέρον για κάποιο άτομο και να μην ξέρεις αν νιώθει το ίδιο για σένα. Είναι κάτι με το οποίο μπορούμε όλοι να ταυτιστούμε. Έπειτα, όμως, έρχονται οι επιλογές που κάνει ο Μπερ στην πορεία του και μας κάνουν να πάψουμε να τον υποστηρίζουμε.
Κάτι που ήταν σημαντικό για μένα είναι ότι οι αγαπημένες μου ταινίες δεν σου υποδεικνύουν πώς πρέπει να αισθανθείς. Παρουσιάζουν κάτι και στη συνέχεια αφήνουν τον καθένα να νιώσει όπως θέλει. Σχεδόν σε αφήνουν να αποφασίσεις μόνος σου πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό που παρακολουθείς.
Όταν σκέφτομαι αυτή την ταινία, επιστρέφω διαρκώς στην εικόνα της Νίκι να στέκεται στον δρόμο μπροστά στην πόρτα. Ουσιαστικά βλέπουμε μόνο τη σιλουέτα της, χωρίς να διακρίνουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά της. Νομίζω ότι αυτή η εικόνα είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο η ταινία την παρουσιάζει: δεν είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτήν. Είναι ουσιαστικά μια προβολή του ίδιου του Μπερ. Είναι αρκετά ριψοκίνδυνη η προσέγγιση που επέλεξες, παρουσιάζοντας την ιστορία με αυτόν τον τρόπο, όπου η Νίκι δεν είναι ένας πλήρως διαμορφωμένος χαρακτήρας ως προς όσα βλέπουμε στην οθόνη. Ποια ήταν η ιδέα πίσω από αυτή την επιλογή;
Σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον, αντί να είναι η Νίκι εκείνη που έχει εμμονή με τον Μπερ, η ευχή να κάνει ό,τι μπορεί για να δημιουργήσει αυτή την εκδοχή της. Δεν είναι πραγματικά ερωτευμένη μαζί του ή, μάλλον, δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να τον ερωτευτεί. Έτσι, είναι σχεδόν σαν να υπάρχει μια ξεχωριστή οντότητα που έχει αναλάβει να κάνει αυτή τη δουλειά για λογαριασμό της. Έτσι λειτουργεί η μαγεία.
Θεώρησα ότι ήταν μια σκοτεινή, απόκοσμη επιλογή, αλλά ήθελα να δοκιμάσω τα όρια και να δω μέχρι πού μπορούσα να φτάσω. Νομίζω ότι το ωραίο με το να γυρίζεις μια ταινία με χαμηλό προϋπολογισμό είναι ότι μου επέτρεψαν να κάνω αυτό που ήθελα. Αν η παραγωγή ήταν πολύ πιο ελεγχόμενη, πιθανότατα δεν θα είχα καταφέρει να το κάνω.
Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι ευχές και οι επιθυμίες στην Εμμονή. Βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Μπερ διατυπώνει την ευχή του, η οποία είναι αρκετά γενική, ενώ η ευχή του φίλου του, του Ίαν, είναι πολύ συγκεκριμένη.
Εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική διάκριση: Όταν ο Μπερ και ο Ίαν κάνουν τις ευχές τους, κανένας από τους δύο δεν πιστεύει ότι η μαγεία είναι πραγματική. Δεν πιστεύουν ότι το One Wish Willow είναι αληθινό. Δεν πιστεύουν ότι οι μαγικές ευχές πρόκειται να πραγματοποιηθούν.
Η πρόκληση ήταν ουσιαστικά να βρω πώς θα μπορούσα να πάρω ένα παιχνίδι που κάποιος αγοράζει από ένα μικρό κατάστημα με κρυστάλλους και να το εντάξω με τόσο γειωμένο τρόπο στην πραγματικότητα, ώστε οι χαρακτήρες να έλεγαν πράγματι αυτές τις λέξεις.
Όταν ο Μπερ λέει «Εύχομαι να με αγαπάει η Νίκι», προσπαθώ να το κάνω να ακούγεται όσο το δυνατόν πιο φυσικό και αληθοφανές, ώστε να μη φαίνεται γελοίο. Αν έλεγε κάτι υπερβολικά συγκεκριμένο, θα σκεφτόσουν: «Εντάξει, αυτός ο τύπος πιστεύει πραγματικά ότι η ευχή του θα πραγματοποιηθεί». Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Νομίζει ότι είναι ένα παιχνίδι και δεν πιστεύει ότι θα λειτουργήσει.
Το ίδιο ισχύει και για τον Ίαν, όταν λέει «Εύχομαι να αποκτήσω ένα δισεκατομμύριο δολάρια». Δεν πιστεύει πραγματικά ότι πρόκειται να συμβεί. Η πρόκληση, λοιπόν, ήταν να διατηρήσω τις ευχές φυσικές και γειωμένες, αντί να μοιάζουν με κάποια σκηνοθετημένη στιγμή.
Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αντίδραση ή ερμηνεία που σε εξέπληξε ή σε έκανε να δεις τη δική σου ταινία διαφορετικά;
Νομίζω ότι όλες οι αντιδράσεις με έχουν κάνει να δω την ταινία διαφορετικά.
Όταν η ταινία βγήκε προς τα έξω και την είδε το κοινό, συνειδητοποίησα κάτι. Είναι πολύ περίεργο, γιατί πέρασα τέσσερα χρόνια από τη ζωή μου γράφοντας, κάνοντας το κάστινγκ, γυρίζοντας την ταινία και στη συνέχεια αναζητώντας μια εταιρεία που θα την αναλάμβανε, μέχρι να βρει τελικά στέγη στη Focus. Ήταν τέσσερα χρόνια από τη ζωή μου και αυτή η ταινία ήταν σαν το παιδί μου.
Και ξαφνικά, βγαίνει στον κόσμο και δεν μου ανήκει πια. Πάντα μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρον το πώς η ταινία γίνεται πλέον του κοινού. Οι απόψεις του για αυτήν σχεδόν αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις δικές μου. Το ίδιο και οι θεωρίες του. Δεν έχει καν σημασία ότι η ταινία ξεκίνησε από εμένα, γιατί τώρα ανήκει σε εκείνους.
Έχεις αναφέρει ότι τα όνειρά σου αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την ταινία. Με τι τρόπο συνέβη αυτό;
Νομίζω ότι και οι ονειροπολήσεις εξακολουθούν να θεωρούνται όνειρα. Αλλά, κυριολεκτικά, έχω αντλήσει έμπνευση από όνειρα και έχω σπεύσει να σημειώσω κάποιες ιδέες. Στην περίπτωση της Εμμονής, πολλές από τις πιο ανατριχιαστικές και παράξενες ιδέες μου έρχονται συνήθως όταν είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, γύρω στις δύο το πρωί.
Είναι κατά κάποιον τρόπο μια κατάρα, γιατί θα ήθελα αυτές οι ιδέες να μου έρχονται στη μέση της ημέρας, ώστε να μη χρειάζεται να χάνω τον ύπνο μου εξαιτίας τους. [γελάει] Αλλά, για κάποιον λόγο, μερικές από τις καλύτερες ιδέες μου έρχονται πάντα μέσα στη νύχτα. Έτσι συμβαίνει.
Ξεκίνησες κάνοντας κωμικά σκετς και η Εμμονή εξακολουθεί να συνδυάζει το σοκ με το γέλιο. Τι κοινό έχουν για σένα η κωμωδία και ο τρόμος; Τι σου έμαθαν τα χρόνια που ασχολήθηκες με την κωμωδία σχετικά με το πώς τρομάζεις τους ανθρώπους;
Νομίζω ότι η κωμωδία και ο τρόμος πάνε χέρι χέρι. Όταν το κανάλι μας, το Bad Idea, βρισκόταν στο απόγειό του, γυρίζαμε δύο ή τρία βίντεο την εβδομάδα. Αυτό σε αναγκάζει να έχεις διαρκώς ενεργοποιημένο το κωμικό σου ένστικτο. Σε αναγκάζει επίσης να μελετάς την ανθρώπινη φύση και τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε μεταξύ μας.
Νομίζω ότι αυτό λειτουργεί εξίσου καλά και στον τρόμο: να μελετάς τους ανθρώπους, τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε και τις αντιδράσεις μας απέναντι στα πράγματα.
Τώρα που η ταινία έχει γνωρίσει τόσο μεγάλη εμπορική επιτυχία, αισθάνεσαι ότι έχεις μεγαλύτερη ελευθερία να πάρεις δημιουργικά ρίσκα ή ότι υπάρχει πίεση να κάνεις κάτι ακόμη μεγαλύτερο;
Νομίζω ότι υπάρχει πίεση από διάφορες κατευθύνσεις και ένα μέρος αυτής της πίεσης μπορεί να αφορά την ανάγκη να κάνω κάτι μεγαλύτερο. Θέλω, όμως, κι εγώ να κάνω κάτι μεγαλύτερο, με την έννοια ότι θα ήθελα να μην περιορίζομαι από κάποιες από τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν δεν διαθέτεις αρκετούς πόρους. Αυτό μου φαίνεται συναρπαστικό.
Ταυτόχρονα, οι ιστορίες μου τείνουν να είναι γειωμένες και απλές. Οπότε είναι σχεδόν σαν να μην έχει σημασία πόσους πόρους θα έχω στη διάθεσή μου. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι ιστορίες μου θα έχουν στο επίκεντρο τους χαρακτήρες και θα παραμένουν βασισμένες στην απλότητα.
Εσύ και άλλοι δημιουργοί του YouTube αντιμετωπίζεστε ως δυνάμεις που ανατρέπουν τα δεδομένα αυτή τη στιγμή. Έχοντας γνωρίσει αυτή την επιτυχία, τι πιστεύεις ότι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια στο Χόλιγουντ;
Νομίζω ότι θα δοθούν ευκαιρίες σε περισσότερους ανθρώπους που δεν προέρχονται άμεσα από το παραδοσιακό σύστημα, ώστε να δείξουν τι μπορούν να κάνουν. Δεν πιστεύω ότι αυτό σημαίνει απαραίτητα πως όλοι τους θα γυρίσουν μια μεγάλη επιτυχία. Θα τους δοθεί, όμως, η ευκαιρία να το κάνουν, και περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ θα έχουν τέτοιες ευκαιρίες. Θα είναι πραγματικά πολύ ωραίο. Οι πόρτες αρχίζουν να ανοίγουν λίγο περισσότερο και αυτό είναι κάτι θετικό.
Έχουμε μιλήσει για την επιτυχία της ταινίας και για το γεγονός ότι κανείς δεν την περίμενε. Τι ήταν, όμως, αυτό που έκανε τη συγκεκριμένη ταινία τόσο μεγάλη επιτυχία; Μιλάμε για μια τεράστια διάρκειας επιτυχίας, σχεδόν κάτι σαν τον Τιτανικό που δεν έπεφταν ποτέ οι εισπράξεις. Έχεις σκεφτεί τι ήταν αυτό που έκανε την ταινία να συνδεθεί με τους θεατές σε τέτοιο βαθμό;
Δεν ξέρω. Υπάρχει λίγο και αυτό το συναίσθημα να αναρωτιέμαι: «Τι ακριβώς έκανα;»
Όταν σκέφτομαι τον αντίκτυπο που είχε αυτή η ταινία σε τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, το πιο τρομακτικό είναι να αναρωτιέμαι τι έκανα και προκάλεσα αυτή την αντίδραση και πώς θα μπορούσα να την επαναλάβω. Αλλά εκεί βρίσκεται η παγίδα.
Αν αρχίσω να αναρωτιέμαι υπερβολικά πώς θα μπορούσα να αναπαράγω την επιτυχία της Εμμονής, θα καταλήξω να γίνω ο χειρότερος εφιάλτης του εαυτού μου σε ό,τι αφορά τη δημιουργική διαδικασία της επόμενης ταινίας μου. Δεν μπορώ να σκέφτομαι υπερβολικά πώς θα επαναλάβω την επιτυχία της Εμμονής. Πρέπει να επικεντρωθώ στο ποια είναι η δική μου δημιουργική φωνή και ποια ιστορία προσπαθώ να αφηγηθώ αυτή τη φορά.
Η ταινία έχει δεχτεί θετικές αντιδράσεις, και ειδικά όσον αφορά την ερμηνεία της Ίντε Ναβαρέτε. Σχεδιάζεις να συνεργαστείς ξανά μαζί της;
Αν κάνω ποτέ μια Εμμονή 2, πιθανότατα θα επικεντρωθώ σε διαφορετικούς χαρακτήρες. Νομίζω ότι θα είχε ενδιαφέρον να υπάρχει ίσως μια σύντομη εμφάνισή της, ώστε να δούμε τι απέγινε ή πού κατέληξε η Νίκι.
Όσον αφορά, όμως, ένα σίκουελ, θα ήθελα πολύ περισσότερο να αφηγηθώ μια άλλη ιστορία με διαφορετικούς χαρακτήρες. Μια άλλη ευχή.
Κέιν Πάρσονς: «Στη ζωή δεν υπάρχει μια σύνοψη στο τέλος που να σου λέει τι κατάλαβες σωστά και τι λάθος»
Νωρίτερα φέτος, το NEWS24/7 βρέθηκε προσκεκλημένο σε μια διεθνή ψηφιακή συνέντευξη τύπου με τον Κέιν Πάρσονς, για τους ψηφοφόρους των Χρυσών Σφαιρών. Αυτά είναι τα highlights όσων είπε εκεί ο 21χρονος σκηνοθέτης, για την γέννηση του Backrooms και το πώς προσεγγίζει ο ίδιος το σινεμά του, προερχόμενος από τον χώρο του YouTube.
(Διαβάστε εδώ τη γνώμη μας για το Backrooms.)
Τα liminal spaces και η σημασία της αμφισημίας
Νομίζω ότι ανέκαθεν με έλκυε η ασάφεια. Μεγάλωσα κυρίως παρακολουθώντας κινηματογραφικά πρότζεκτ που κυκλοφορούσαν στο ίντερνετ και, όπως όλοι οι άλλοι, βλέπω πολλά από τα ίδια κινηματογραφικά έργα. Δεν βλέπω τόσα όσα κάποιοι άλλοι, αλλά μπήκα σε όλο αυτό μέσα από μια διαδρομή που καλλιεργεί πραγματικά την περιέργεια για τον κόσμο στον οποίο ζω.
Προσπαθώ πάντα να βρίσκω έναν έμμεσο τρόπο να επεξεργάζομαι αυτά τα πράγματα, έξω από οποιοδήποτε συγκεκριμένο, αυστηρά οριοθετημένο μέσο. Στη ζωή δεν υπάρχει μια σύνοψη στο τέλος που να σου λέει τι κατάλαβες σωστά και τι λάθος. Αυτή η ανοιχτότητα είναι απλώς μέρος του να είσαι ζωντανός, και νομίζω ότι γι’ αυτό η ασάφεια αποτελεί ένα διάχυτο θέμα σε ό,τι κάνω.
Όταν έχεις να κάνεις με μια τόσο αλλόκοτη sci-fi κατασκευή όπως τα Backrooms, μου φαίνεται περιοριστικό να πιστεύεις ότι θα καταλήξεις σε μια απολύτως συγκεκριμένη κατανόηση, πέρα από εκείνη που διαθέτουν οι ίδιοι οι χαρακτήρες. Αυτό που πραγματικά επιδιώκω, λοιπόν, είναι να διατυπώνω ισχυρές, καλά τεκμηριωμένες εικασίες, αντί να δίνω οριστικές απαντήσεις.
Μετάβαση από το YouTube στη μεγάλη οθόνη: Ευκαιρία ή περιορισμός;
Από ορισμένες απόψεις, ήταν ένας συμβιβασμός, αλλά δεν θα το αποκαλούσα περιορισμό. Σε κάποια πράγματα είχαμε λιγότερες δυνατότητες, ενώ σε άλλα αποκτήσαμε περισσότερες.
Έπρεπε να αντιμετωπίσω το Backrooms, όπως και ό,τι κάνω στο διαδίκτυο, σαν ένα δέντρο που μεγαλώνει: μπορεί να έχει κλαδιά που εκτείνονται σε διαφορετικούς κόσμους και διαφορετικά μέσα. Πολλοί άνθρωποι στο διαδίκτυο αγαπούν την αινιγματική λογική και τη σταδιακή οικοδόμηση του συστήματος στη σειρά του YouTube. Η κατανόηση του συστήματος ως συνόλου αποτελεί μέρος της απόλαυσης.
Το να μπορώ να εστιάσω σε ένα και μόνο συναισθηματικό νήμα, με μεμονωμένους ανθρώπους να έρχονται σε σύγκρουση με αυτό το δέντρο που έχουν αρχίσει να κατανοούν, και να το κάνω μέσα σε μια πιο συμβατική ταινία μεγάλου μήκους 90 λεπτών, εξηγούσε από μόνο του αρκετά καθαρά τι θέλαμε να πετύχουμε συναισθηματικά.
Συμφιλιωθήκαμε επίσης με την ιδέα ότι ο στόχος εδώ δεν είναι να συμπεριλάβουμε 25 λεπτά με έναν χαρακτήρα να περπατά σε έναν και μόνο διάδρομο απλώς και μόνο επειδή αυτό θα ήταν ρεαλιστικό. Αυτό μπορείς να το κάνεις στο YouTube, όπου οι θεατές προχωρούν το βίντεο μπροστά και το παρακολουθούν με τον δικό τους ρυθμό. Όταν όμως έχεις μια συμπυκνωμένη, ελεγχόμενη διάρκεια για κινηματογραφική προβολή, είναι προτιμότερο να διαχειρίζεσαι την προσοχή του κοινού πιο συνειδητά.
Το πιο σημαντικό μάθημα από τα χρόνια στο YouTube
Μου αρέσει πολύ να συνθέτω την αίσθηση της πραγματικότητας. Μερικές φορές, όταν παρακολουθείς κάτι που μοιάζει υπερβολικά αλλόκοτο ή υπερβολικά συγκεκριμένο, σου δίνει την εντύπωση ότι πρέπει να αντλεί από κάτι αληθινό. Είναι δύσκολο να το πετύχεις, αλλά έχεις την αίσθηση ότι αποτυπώνεις κάτι ζωντανό, αντί για κάτι που σχεδιάστηκε ξανά και ξανά βάσει συγκεκριμένων σχεδίων και προδιαγραφών.
Μου αρέσει να εντοπίζω αφανείς λεπτομέρειες που, με κάποιον τρόπο, είναι οικουμενικές για όλους και στη συνέχεια να τους δίνω μεγάλο βάρος. Το Backrooms είναι μια ταινία που έχει στο επίκεντρό της την αρχιτεκτονική, και νομίζω ότι συνδέθηκε με ανθρώπους που έχουν αναπτύξει βαθιές, συχνά ανείπωτες σχέσεις με τους χώρους όπου έχουν ζήσει. Με δωμάτια από την παιδική τους ηλικία, τα οποία μπορεί να μην είχαν σκεφτεί εδώ και 40 χρόνια.
Έχω δει πολλούς ανθρώπους να λένε ότι η ταινία τούς έκανε να επιστρέψουν νοερά σε κάποιον χώρο όπου περιπλανιούνταν παλιότερα. Η δουλειά μου στο YouTube, λοιπόν, ενίσχυσε αυτόν τον τρόπο σκέψης, και τώρα τον μεταφέρουμε σε μια ταινία μεγάλου μήκους, προσθέτοντας από πάνω ένα πιο ώριμο επίπεδο δουλειάς πάνω στους χαρακτήρες.
Αυτό που καταλαβαίνουν οι νεότεροι σκηνοθέτες για την Gen Z
Κάποια από αυτά μένει ακόμη να αποδειχθούν, και είναι δύσκολο, γιατί όλοι θέλουν να το κατακτήσουν και να το πουλήσουν ως μια συγκεκριμένη συνταγή. Μέχρι στιγμής, όποια ικανότητα κι αν έχω να επικοινωνώ με αυτές τις ευαισθησίες, προέρχεται κυρίως από τη διαίσθηση. Από ανεπαίσθητες προκαταλήψεις που έχουν προγραμματιστεί στον εγκέφαλό μου μεγαλώνοντας με το ίντερνετ.
Μερικές φορές μπορώ να τις διατυπώσω εκ των υστέρων, αλλά συχνά οι επιλογές στις οποίες ανταποκρίνονται άνθρωποι της ηλικίας μου, με παρόμοιο υπόβαθρο, είναι πράγματα που ούτε καν συνειδητοποιώ ότι κάνω.
Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η συνήθεια να ελέγχεις συστηματικά τα σχόλια κάτω από οτιδήποτε παρακολουθείς – κάτι που κάνω εγώ και κάνουν πολλοί άλλοι – πιθανότατα ενισχύει την ικανότητά σου να προβλέπεις τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει ένα έργο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καλώς ή κακώς. Επομένως, μπορεί οι νεότεροι να έχουν ένα πιο προγραμματισμένο ένστικτο δημοσίων σχέσεων, απλώς και μόνο επειδή έχουν μεγαλώσει μέσα σε αυτό το echo chamber.
Η αξία του να (μην) έχεις τεράστιους πόρους
Για να είμαι ειλικρινής, έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στο να αποδίδω τεράστιες, τεταμένες συνθήκες – την αίσθηση ότι συνδέεσαι με ολόκληρο τον κόσμο – μέσα από πολύ μικρούς, περιορισμένους χώρους, κρατώντας όσα βλέπουμε πραγματικά αυστηρά οριοθετημένα.
Δεν είμαι άνθρωπος που παθιάζεται με τον εξοπλισμό. Μπορώ να εκτιμήσω πολλά πράγματα στον τομέα των εφέ, αφού από εκεί ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο. Αλλά, τελικά, αυτό που μετράει είναι να έχεις μια ισχυρή ιδέα και να την παρουσιάζεις με τρόπο που να μοιάζει με κάτι που κανείς δεν έχει ξαναδεί. Αυτός είναι πάντα ο υπ’ αριθμόν ένα στόχος.
Μέχρι και σήμερα, ένα από τα αγαπημένα μου και πιο ξεχωριστά πράγματα που έχω δημιουργήσει βρίσκεται στο YouTube, φτιαγμένο με μηδενικό προϋπολογισμό. Επομένως, δεν θεωρώ ότι οι περισσότεροι πόροι θα κάνουν αυτομάτως κάτι καλύτερο. Θα ακολουθώ πάντα την ιδέα που είναι η πιο αλλόκοτη ή εκείνη που συνδέεται περισσότερο με τους ανθρώπους. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.
Πώς πέτυχε την αίσθηση αληθοφάνειας γύρω από την αισθητική της βιντεοκάμερας των ‘80s και ‘90s
Ολόκληρη η σειρά του YouTube που οδήγησε στο Backrooms προέκυψε από το γεγονός ότι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον κινηματογράφο μέσω των οπτικών εφέ. Ανέπτυξα υπερβολικά πολύ τις δεξιότητές μου στα εφέ, αλλά ήθελα να κάνω περισσότερα, και την περίοδο της πανδημίας δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου.
Η λύση που έδωσε απάντηση σε δύο προβλήματα ταυτόχρονα ήταν να δημιουργώ πράγματα μέσα σε ένα πλαίσιο οπτικών εφέ. Επειδή, όμως, οι άνθρωποι είναι τόσο δύσκολο να αποδοθούν με animation, τους τοποθετείς πίσω από την κάμερα. Και ξαφνικά έχεις μια λύση τύπου found footage, μέσα σε λογισμικό τρισδιάστατων γραφικών.
Για να πετύχω την επιθυμητή αίσθηση, περνούσα τα πάντα από ένα πραγματικό βίντεο, μέσω VCR. Έχω στο σπίτι μου έναν μετατροπέα της Sony που χρησιμοποιούσα πάντα, και τελικά χρησιμοποιήσαμε ακριβώς την ίδια διάταξη και για την ταινία. Στην ταινία μεγάλου μήκους γυρίσαμε με μια RED Komodo, σε πλήρη πιστότητα εικόνας. Ο υπεύθυνος των οπτικών εφέ θα είχε βάλει φωτιά στον εαυτό του αν επιχειρούσαμε να γράψουμε το υλικό απευθείας σε κασέτα και μετά να δουλέψουμε πάνω σε αυτό.
Σε ορισμένα σημεία συνδέσαμε διαφορετικά τμήματα. Για παράδειγμα, η μεγάλη σήραγγα που κατεβαίνει κατά μήκος της ράμπας ήταν εν μέρει πραγματική, στη συνέχεια επεκτεινόταν για μεγάλο διάστημα με γραφικά υπολογιστή και γινόταν ξανά πραγματική στο κάτω μέρος, ώστε να μπορούμε να περπατήσουμε μέσα της και να συνδυάσουμε ομαλά την κίνηση.
Έπειτα, αφού ολοκληρώσαμε ολόκληρη τη σεκάνς χωρίς την αισθητική VHS – τίποτα από αυτά δεν είναι εφέ –, την εγγράφουμε σε κασέτα, συνήθως σε πολλαπλά επίπεδα, με διαφορετικούς βαθμούς παραμόρφωσης. Όπου χρειάζεται, τα αναμειγνύουμε και μεταβάλλουμε τη μεταξύ τους ένταση, και στη συνέχεια κάνουμε μια ελαφριά χρωματική επεξεργασία.
Το Backrooms ως (όχι) ταινία τρόμου
Δεν σκέφτηκα ποτέ πραγματικά την ταινία μέσα στο πλαίσιο του τρόμου. Γνώριζα ότι έτσι θα την αντιλαμβάνονταν και θα την προωθούσαν εμπορικά, αλλά εγώ δεν τη βιώνω ως ταινία τρόμου, γιατί ο στόχος δεν είναι τόσο να τρομάξει ή να προκαλέσει φρίκη, όσο να γεννήσει ενδοσκόπηση. Να εξετάσει σε βάθος ορισμένες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και τον εξωτερικό κόσμο.
Ο καθένας παίρνει από αυτήν ό,τι έχει να πάρει, και αναμφίβολα υπάρχουν στιγμές που προκαλούν φόβο. Όμως οι βασικές αρχές υπήρχαν εξαρχής: η ταινία στηρίζεται σε μια αυστηρή λογική επιστημονικής φαντασίας, τυλιγμένη σε ένα άγνωστο, μυστηριώδες περίβλημα, με έναν πυρήνα νοσταλγίας.
Πράγματι, προσελκύει πολλούς νέους ανθρώπους που γνωρίζουν ήδη αυτό το σύμπαν. Αλλά, αν αποδομήσεις την ίδια την ιδέα, καταλήγεις σε έναν αρχιτεκτονικό χώρο σχεδόν διαχρονικό. Τίποτα σε αυτόν δεν κάνει την εμπειρία ενός νέου ανθρώπου εγγενώς πιο σχετική από εκείνη κάποιου μεγαλύτερου.
Αντίθετα, θα έλεγα ότι λειτουργεί σαν μια συσκευή ταξιδιού στον χρόνο: μια πόρτα που σε καλεί να επιστρέψεις σε μια πιο απλή, πιο απτή περίοδο της ζωής σου. Για κάποιον που έχει φτάσει σε αδιέξοδα, ανοίγει πολλές δυνατότητες να επιστρέψει πίσω ή να ξαναβρεί πράγματα που έχει χάσει εδώ και καιρό.