Μήπως έχουν και δίκιο που μας λένε μίζερους;
Διαβάζεται σε 4'
Κάθε εθνικός διχασμός είχε πάντα πρόσημο ταξικό. Τώρα όμως εν μέσω πολιτικής απαξίωσης, έχει πρόσημο και ταξικό και τοξικό. Ή αλλιώς “μίζεροι” vs “δικοί μας”.
- 02 Νοεμβρίου 2026 15:19
Κατά την κυβέρνηση, αυτός που την αντιπολιτεύεται είναι “μίζερος μηδενιστής”, μέρος της “συμμορίας της μιζέριας” όπως διατυπώθηκε με κάθε επισημότητα τη Δευτέρα 1η Νοεμβρίου δια στόματος Κυριάκου Μητσοτάκη αποκτώντας πλέον ως όρος, θέση επίσημη στην προεκλογική ρητορική.
Κατά την κυβέρνηση λοιπόν, αυτός που δεν αρκείται στα ψίχουλα και στα αλληλοσυγχαρίκια εσωτερικής κατανάλωσης περί δήθεν προόδου, αυτός δηλαδή που δεν μπορεί να βγάλει τον μήνα, αυτός που έχει τον δικό του άνθρωπο σε ράντζο σε νοσοκομείο και αγοράζει ο ίδιος τις γάζες του, εκείνος που δεν έχει να αγοράσει τα βασικά για τα παιδιά του ή να πληρώσει το νοίκι, είναι μέλος αυτής της “συμμορίας”.
Αντιθέτως, “αισιόδοξος” είναι αυτός που είτε μασάει τα αποφάγια της ολιγαρχίας, είτε παραμυθιάζεται περιμένοντας πως θα μασήσει κάτι περισσότερο από τα πεταμένα δρώντας ως παραδοσιακό απόθεμα της πελατείας.
Μη γελιέστε. Όλα γίνονται με σχέδιο προσεγμένο και ξεδιπλωμένο προσεκτικά.
Η εν λόγω ρητορική άρχισε από τον τηλεπλασιέ της πωλητικής (η λέξη πωλητική αποδίδεται στον εκλιπόντα καθηγητή Μανώλη Χαιρετάκη) Άδωνι Γεωργιάδη και πλέον κανονικοποιείται συστηματικά και διαχωριστικά.
Από τη μια οι “δικοί μας” οι “φωτεινοί”, από την άλλη οι σύγχρονοι “άθλιοι”, οι μηδενιστές που απαξιώνουν τα πάντα και ονειρεύονται το χάος.
Ο διχαστικός λόγος δεν είναι τυχαίο γεγονός. Βαθαίνει σε κάθε προσπάθεια του Μαξίμου να ορίσει την ατζέντα. Το διακύβευμα άλλωστε όπως τίθεται προεκλογικά, είναι “Μητσοτάκης ή καταστροφή”.
Άπαξ και το κυβερνητικό επιτελείο δεν μπορεί να αρνηθεί τα σκάνδαλα με τα οποία βαρύνεται έναντι της κοινωνικής συνείδησης, και βλέποντας τα δημοσκοπικά του νούμερα να φθίνουν, επιστρατεύει τον λαϊκισμό και το διαχρονικό λεχθέν του μη χείρον βέλτιστον.
Να αναφέρουμε εδώ πως η λέξη μίζερος είναι άμεσο δάνειο από την ιταλική γλώσσα, από το λατινικό επίθετο miser που σήμαινε “άθλιος, δυστυχισμένος, αξιολύπητος”. Στη γλώσσα μας, που φέρει τη δική της νοηματική χροιά και σημασιοδότηση, αποδίδεται και ως “κακόμοιρος”, ή “γκρινιάρης”.
Δεν είναι λοιπόν απλώς ο φτωχός και ο ταλαίπωρος, αλλά αυτός που έχοντας περάσει ένα κάρο δεινά στη ζωή του, έχει φτάσει στην απαξίωση και ακολούθως στην “κακομοιριά” – που πρακτικά δεν σημαίνει a priori μικροπρέπεια και φθόνο, αλλά κακή τύχη. Και ως γνωστόν, η κακή τύχη δύσκολα συνάδει με την “αισιοδοξία”.
Συνάδει όμως με τον θυμό και ο θυμός από τη δική του μεριά, δεν είναι καλός σύμβουλος. Είθισται δε να ευνοεί τον έχοντα την εξουσία. Ειδικά εν μέσω ενός κατακερματισμένου κοινωνικού πλαισίου που προωθεί όλο και περισσότερο τον ατομικισμό και την υποβάθμιση του άλλου προς ίδιον όφελος μέσω των διχοτομήσεων.
Τέλος, το να βαφτίζει κανείς τον φτωχό ή τον αντιφρονούντα ως μίζερο είναι μια πρακτική που μετατοπίζει την ευθύνη σε εκείνον: Δεν φταίει το Κράτος που πεινάς, φταίει η γκρίνια σου και ο αρνητισμός σου. Μέθοδος πολιτικού gaslighting είναι αυτό, απονομιμοποίησης των κοινωνικών αιτημάτων σαν να φταίει η ψυχολογία του πολίτη και όχι οι δημόσιες πολιτικές. Σαν να σου λένε “σε προσβάλλουμε κατά πρόσωπο και έχουμε και δίκιο”.
Θα πει κανείς, απέναντι σε αυτά εμείς οι “μίζεροι”, τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν;
Δεν ξέρω. Σκέφτομαι πως το μόνο όπλο που έχουμε στα χέρια μας, είναι να επιλέξουμε μετρημένα. Να διαλέξουμε πλευρά. Αν θα συσπειρωθούμε συλλογικά στις διεκδικήσεις από κάτω προς τα πάνω για να αποδυναμωθεί όσο γίνεται η πραγματική συμμορία – αυτή της προωθούμενης φτωχοποίησης – ή αν θα ακολουθήσουμε το ψευτοαφήγημα του “μη χείρον βέλτιστον”.
Για το πρώτο υπάρχουν παραδείγματα, βλέπε Βραζιλία, Σερβία, Ισπανία για το στεγαστικό (η Γαλλία αποτελεί ένα καθόλα ξεχωριστό παράδειγμα πάντα). Στο δεύτερο σκέλος όμως, δεν προσμετρώνται μόνο οι ψήφοι υπέρ της ΝΔ, αλλά και η αποχή.
Ας το έχουμε αυτό καλά κατά νου μας. Διαφορετικά, τους επιτρέπουμε να μας κουνάνε το δάχτυλο, δίνοντας συγχωροχάρτι στη μιζέρια.
Να θυμίσουμε βέβαια πως ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε επειδή κούνησε κι αυτός το δάχτυλο, με άλλο τρόπο βέβαια – βάζοντας όμως τον μικρομεσαίο απέναντι. Και διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη.