Πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα: Μπορεί να φέρει φθηνότερο ρεύμα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις; 

Διαβάζεται σε 7'
Πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα: Μπορεί να φέρει φθηνότερο ρεύμα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις; 
istock

Μελέτη της Athlos Energy εκτιμά στα 0,87 λεπτά ανά kWh το κόστος προμήθειας και κατασκευής πυρηνικού καυσίμου για έναν σταθμό ισχύος 1.200 MW. Πώς μπορεί να επηρεαστεί το ενεργειακό κόστος, ποιες επενδύσεις απαιτούνται και γιατί η διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα ενός ελληνικού πυρηνικού προγράμματος.

Θα μπορούσε η πυρηνική ενέργεια να αποτελέσει έναν από τους παράγοντες που θα συμβάλουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις;

Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει καθοριστική για το κόστος διαβίωσης, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τη συνολική οικονομία.

Στο φόντο αυτό, μια νέα μελέτη της Athlos Energy, η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία NAC International, επιχειρεί να αποτυπώσει ορισμένες από τις οικονομικές και τεχνικές παραμέτρους ενός ενδεχόμενου ελληνικού προγράμματος πυρηνικής ενέργειας.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα αφορά το κόστος προμήθειας και κατασκευής του πυρηνικού καυσίμου, το οποίο εκτιμάται σε περίπου 0,87 λεπτά του ευρώ ανά παραγόμενη κιλοβατώρα, με βάση τις τιμές του 2026.

Πρόκειται για ένα μέγεθος που δημιουργεί περιθώρια συζήτησης σχετικά με τη δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με προβλέψιμο κόστος καυσίμου. Ωστόσο, η χαμηλή αυτή επιμέρους δαπάνη δεν σημαίνει αυτομάτως και φθηνότερους λογαριασμούς ρεύματος. Για να αξιολογηθεί το πραγματικό όφελος για τον καταναλωτή, θα πρέπει να συνυπολογιστεί το σύνολο των επενδύσεων και των λειτουργικών υποχρεώσεων που συνοδεύουν τη λειτουργία ενός πυρηνικού σταθμού.

Πόση ενέργεια μπορεί να παράγει ένας πυρηνικός σταθμός;

Σύμφωνα με τη μελέτη, ένας ενδεικτικός πυρηνικός σταθμός ισχύος 1.200 MW θα μπορούσε να παράγει περίπου 9,5 TWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, με συντελεστή λειτουργίας 90%.

Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο ένα έκτο της ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας το 2024, γεγονός που αναδεικνύει τη δυνατότητα ενός τέτοιου σταθμού να συνεισφέρει σημαντικά στο ενεργειακό μείγμα της χώρας.

Για την παραγωγή αυτής της ενέργειας θα απαιτούνταν ετήσιος ανεφοδιασμός με περίπου 19 τόνους εμπλουτισμένου ουρανίου. Το ετήσιο κόστος προμήθειας και κατασκευής του καυσίμου υπολογίζεται σε περίπου 82 εκατ. ευρώ.

Στο ποσό περιλαμβάνονται η προμήθεια του ουρανίου, η επεξεργασία, ο εμπλουτισμός και η κατασκευή των στοιχείων καυσίμου.

Σημειώνεται, ότι η υψηλή ενεργειακή πυκνότητα του πυρηνικού καυσίμου αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Συγκεκριμένα, σχετικά μικρές ποσότητες καυσίμου μπορούν να υποστηρίξουν την παραγωγή πολύ μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας.

Πώς μπορεί να ωφεληθεί ο καταναλωτής;

Το βασικό δυνητικό όφελος από την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας συνδέεται με τη δυνατότητα παραγωγής μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας με σταθερό και περισσότερο προβλέψιμο κόστος καυσίμου με μονάδες βάσης.

Σε αντίθεση, πάντως, με τις μονάδες που εξαρτώνται από την προμήθεια φυσικού αερίου, το πυρηνικό καύσιμο έχει διαφορετική δομή κόστους και απαιτεί σχετικά μικρές ποσότητες για την παραγωγή ενέργειας.

Παράλληλα, οι μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας και η δημιουργία αποθεμάτων μπορούν να περιορίσουν την έκθεση σε απότομες διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς.

Για τον τελικό καταναλωτή, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη σταθερότητα του ενεργειακού συστήματος και, υπό προϋποθέσεις, σε περιορισμό του κόστους ηλεκτροπαραγωγής.

Επιπλέον, η πυρηνική ενέργεια μπορεί να προσφέρει συνεχή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες, συμπληρώνοντας την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές. Αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην κάλυψη των αναγκών του συστήματος τις ώρες που η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά είναι χαμηλότερη.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική παράμετρος. Δηλαδή, το κόστος καυσίμου δεν ταυτίζεται με την τελική τιμή του ρεύματος. Η επίδραση στους λογαριασμούς θα εξαρτηθεί από το κόστος κατασκευής, τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τη συντήρηση, τις υποδομές και τον τρόπο με τον οποίο η παραγόμενη ενέργεια θα εντάσσεται στην αγορά ηλεκτρισμού.

Με άλλα λόγια, το χαμηλό κόστος καυσίμου αποτελεί ένα θετικό στοιχείο, όχι όμως από μόνο του εγγύηση για φθηνότερο ρεύμα.

Οι μεγάλες επενδύσεις που απαιτούνται

Το σημαντικότερο οικονομικό ερώτημα αφορά το αρχικό επενδυτικό κόστος. Η κατασκευή ενός πυρηνικού σταθμού αποτελεί ένα σύνθετο και κεφαλαιουχικά απαιτητικό έργο, το οποίο προϋποθέτει σημαντική χρηματοδότηση, εξειδικευμένες υποδομές, αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας και πολυετή προετοιμασία.

Στο συνολικό, δε, κόστος, πέρα από την πρόκληση της χωροθέτησης, θα πρέπει να περιληφθούν:

  • Η μελέτη, η αδειοδότηση και η κατασκευή του πυρηνικού σταθμού.
  • Οι υποδομές σύνδεσης με το ηλεκτρικό δίκτυο.
  • Η λειτουργία, η συντήρηση και η ασφάλεια της εγκατάστασης.
  • Η προμήθεια και η ανανέωση του πυρηνικού καυσίμου.
  • Η προσωρινή αποθήκευση και η τελική διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων.
  • Ο παροπλισμός του σταθμού μετά την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής του.

Ειδικά το χρηματοδοτικό σκέλος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η ανάκτηση του αρχικού κεφαλαίου εξαρτάται από τη διάρκεια κατασκευής, το κόστος δανεισμού, τη διάρκεια λειτουργίας και τους όρους με τους οποίους θα πωλείται η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια.

Επομένως, για να διαπιστωθεί εάν η πυρηνική ενέργεια μπορεί να προσφέρει ανταγωνιστικές τιμές στον τελικό καταναλωτή, απαιτείται μια ολοκληρωμένη οικονομική αξιολόγηση και όχι μόνο η σύγκριση του κόστους καυσίμου.

Ασφάλεια εφοδιασμού και μικρότερη εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές;

Ένα ακόμη στοιχείο που εξετάζει η μελέτη είναι η δυνατότητα εξασφάλισης της απαιτούμενης ποσότητας πυρηνικού καυσίμου.

Για ένα ενδεχόμενο ελληνικό πρόγραμμα συνολικής ισχύος 2.000-3.000 MW, οι ανάγκες σε πυρηνικό καύσιμο εκτιμάται ότι θα αντιστοιχούσαν περίπου στο 1% της παγκόσμιας ζήτησης.

Σύμφωνα με την Athlos Energy, η ποσότητα αυτή θα μπορούσε να καλυφθεί από τη διεθνή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε έγκαιρος σχεδιασμός, διαφοροποίηση των προμηθευτών και μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δημιουργία αποθεμάτων καυσίμου για αρκετά χρόνια λειτουργίας. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να περιοριστεί ο κίνδυνος διακοπής της ηλεκτροπαραγωγής εξαιτίας γεωπολιτικών εντάσεων ή προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Η επιλογή τεχνολογίας με ήδη ανεπτυγμένη διεθνή αλυσίδα εφοδιασμού θα μπορούσε επίσης να μειώσει τους σχετικούς κινδύνους.

Το δύσκολο στοίχημα των πυρηνικών αποβλήτων

Εάν το χαμηλό κόστος καυσίμου αποτελεί ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της πυρηνικής ενέργειας, η διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μακροχρόνιες προκλήσεις.

Το χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο, πάντως, δεν παύει να απαιτεί ειδική διαχείριση μετά την ολοκλήρωση της χρήσης του στον αντιδραστήρα. Χρειάζονται κατάλληλες εγκαταστάσεις αποθήκευσης, τεχνική υποστήριξη, θεσμικό πλαίσιο και εξασφαλισμένοι χρηματοδοτικοί πόροι για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η μελέτη προτείνει την πρόβλεψη δυνατότητας αρχικής αποθήκευσης του χρησιμοποιημένου καυσίμου σε ειδικές δεξαμενές ψύξης και στη συνέχεια σε θωρακισμένα δοχεία ξηρής αποθήκευσης. Εξετάζει επίσης επιλογές επανεπεξεργασίας και οριστικής διάθεσης σε κατάλληλους γεωλογικούς σχηματισμούς.

Το οικονομικό βάρος αυτών των διαδικασιών δεν μπορεί να παραμείνει εκτός του αρχικού επενδυτικού σχεδιασμού. Αντίθετα, η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη δημιουργίας ειδικών ταμείων, στα οποία θα καταβάλλονται εισφορές κατά τη διάρκεια λειτουργίας των σταθμών, προκειμένου να καλυφθούν οι μελλοντικές υποχρεώσεις διαχείρισης των αποβλήτων και παροπλισμού.

Ένα επιπλέον ζήτημα αφορά το γεγονός ότι οι υποδομές τελικής διάθεσης έχουν υψηλό σταθερό κόστος. Αυτό σημαίνει ότι ένα μικρότερο πυρηνικό πρόγραμμα ενδέχεται να επιβαρύνεται με υψηλότερο κόστος ανά μονάδα αποβλήτων.

Η διεθνής συνεργασία θα μπορούσε να προσφέρει οικονομίες κλίμακας, χωρίς ωστόσο να καταργεί την ευθύνη κάθε χώρας για τη διαχείριση των δικών της πυρηνικών αποβλήτων.

Η ελληνική προετοιμασία και το επόμενο βήμα

Στο μεταξύ, η μελέτη της Athlos Energy εξετάζει σενάρια εγκατεστημένης πυρηνικής ισχύος από 300 MW έως 4.800 MW και φιλοδοξεί να αποτελέσει μέρος της τεχνικής και οικονομικής προετοιμασίας για τον δημόσιο διάλογο γύρω από την πιθανή αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα.

Ο συνιδρυτής της εταιρείας, Δρ. Διονύσης Χιώνης, υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη μιας αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής για τη διαχείριση του χρησιμοποιημένου καυσίμου και των πυρηνικών αποβλήτων πρέπει να ξεκινήσει από τα πρώτα στάδια προετοιμασίας ενός τέτοιου προγράμματος.

Ως παραδείγματα χωρών από τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να αντλήσει τεχνογνωσία αναφέρονται η Φινλανδία, η Σουηδία, η Γαλλία και η Ελβετία.

Η Athlos Energy, η οποία ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από τους διδάκτορες Στάθη Βλασσόπουλο και Διονύση Χιώνη, δραστηριοποιείται στον τομέα της πυρηνικής βιομηχανίας και επιδιώκει να συμβάλει στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την πιθανή ανάπτυξη του πρώτου πυρηνικού ενεργειακού έργου στην Ελλάδα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα