Εκλογές ΗΠΑ: Οι 5 λόγοι πίσω από τη σαρωτική ήττα του Τραμπ

Διαβάζεται σε 8'
Υποστηρικτές των Ρεπουμπλικάνων κοιτούν τα αποτελέσματα των εκλογών
Υποστηρικτές των Ρεπουμπλικάνων κοιτούν τα αποτελέσματα των εκλογών AP Photo/Rebecca Blackwell

Δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σαρωτική αποδοκιμασία. Πέντε λόγοι που διαμόρφωσαν το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών.

Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ και η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικάνους δεν συνιστούν απλώς μια εκλογική ήττα για τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά αποτυπώνουν και τη βαθιά δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στις πολιτικές του.

Παρότι το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου συνήθως υφίσταται απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές, η έκταση της ήττας των Ρεπουμπλικανών ερμηνεύεται ως ηχηρή αποδοκιμασία της διετούς διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Η ακρίβεια που πιέζει τα νοικοκυριά, ο αντιδημοφιλής πόλεμος με το Ιράν, η φθίνουσα δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου και η μεταστροφή κρίσιμων ομάδων ψηφοφόρων διαμόρφωσαν ένα δυσμενές εκλογικό περιβάλλον για τους Ρεπουμπλικάνους, την ώρα που οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια, επενδύοντας σε μια προεκλογική εκστρατεία επικεντρωμένη στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών.

Από την οργή των ψηφοφόρων μέχρι τη χαμηλή δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου, αυτοί είναι οι πέντε λόγοι που, σύμφωνα με το BBC, εξηγούν γιατί οι Ρεπουμπλικάνοι έχασαν τόσες πολλές έδρες.

1. Η εκτόξευση του κόστους ζωής

Από τη μία άκρη των ΗΠΑ μέχρι την άλλη, οι ψηφοφόροι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη συνεχή αύξηση του κόστους των βασικών αγαθών. Η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια ήταν ιδιαίτερα έντονη στις πολιτείες όπου διεξάγονταν κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.

«Οι τιμές της βενζίνης, οι τιμές στα τρόφιμα, τα πάντα ακριβαίνουν», δήλωσε στο BBC μία ψηφοφόρος από τη Βόρεια Καρολίνα πριν από τις εκλογές, προσθέτοντας ότι αυτή τη φορά αποφάσισε να ψηφίσει τους Δημοκρατικούς, ενώ προηγουμένως ψήφιζε Ρεπουμπλικανούς.

Οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 3,7% σε ετήσια βάση έως τον Σεπτέμβριο, με τις ανατιμήσεις στα καύσιμα και την ενέργεια να αποτελούν βασικούς παράγοντες της αύξησης.

Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, στις αρχές Οκτωβρίου η μέση τιμή λιανικής του πετρελαίου κίνησης στις ΗΠΑ βρισκόταν λίγο κάτω από το ιστορικό υψηλό των 6,52 δολαρίων ανά γαλόνι, που είχε καταγραφεί τον Σεπτέμβριο.

Σχεδόν οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους (79%) δήλωσαν ότι ο πληθωρισμός είχε προκαλέσει σοβαρές ή μέτριες οικονομικές δυσκολίες στους ίδιους και τις οικογένειές τους κατά τον τελευταίο χρόνο, σύμφωνα με στοιχεία εκλογικών δημοσκοπήσεων.

Παράλληλα, περισσότεροι από έξι στους δέκα ερωτηθέντες απέδωσαν την ευθύνη στον Ντόναλντ Τραμπ, εκτιμώντας ότι οι υψηλότερες από το συνηθισμένο τιμές οφείλονται στις πολιτικές του Αμερικανού προέδρου.

2. Ο αντιδημοφιλής πόλεμος με το Ιράν

Ένας από τους βασικούς παράγοντες πίσω από την εκτόξευση των τιμών είναι ο πόλεμος με το Ιράν, τον οποίο ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τον Φεβρουάριο.

Οι τιμές των καυσίμων αυξήθηκαν κατακόρυφα όταν η Τεχεράνη, σε αντίποινα, προχώρησε στον ουσιαστικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, περιορίζοντας δραστικά τη διέλευση από μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παγκοσμίως.

Έκτοτε, οι Αμερικανοί καταναλωτές πληρώνουν το τίμημα στις αντλίες των πρατηρίων καυσίμων.

Ο πόλεμος έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στην αμερικανική κοινωνία. Για τους Ρεπουμπλικανούς που υποστηρίζουν το κίνημα MAGA (Make America Great Again), μάλιστα, η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο εκλήφθηκε ως αθέτηση μιας βασικής προεκλογικής υπόσχεσης του Τραμπ. Στο πλαίσιο της πολιτικής του ατζέντας «Πρώτα η Αμερική» (America First), ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δεσμευτεί ότι η χώρα δεν θα εμπλεκόταν σε νέους πολέμους.

Σύμφωνα με εκλογική δημοσκόπηση, περίπου έξι στους δέκα ερωτηθέντες (63%) δήλωσαν ότι οι ΗΠΑ έκαναν λάθος που αποφάσισαν να αναλάβουν στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν.

Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους τέσσερις ψηφοφόρους (74%) δήλωσαν ότι ο πόλεμος αποτέλεσε καθοριστικό ή πολύ σημαντικό παράγοντα για την ψήφο τους στις εκλογές για το Κογκρέσο.

Το πρωί μετά τις εκλογές, ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε ότι ο πόλεμος συνέβαλε στην ήττα των Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, σε συνέντευξή του στο Fox, επέμεινε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να επέμβει στρατιωτικά, προκειμένου να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.

3. Η συνεπής προεκλογική στρατηγική των Δημοκρατικών

Η έκταση της νίκης των Δημοκρατικών, τόσο σε αριθμό εδρών όσο και σε γεωγραφική διασπορά, κατέστη δυνατή χάρη και σε ορισμένους ισχυρούς υποψηφίους, οι οποίοι κατάφεραν να πείσουν τους ψηφοφόρους για την αυθεντικότητά τους, ιδιαίτερα σε περιοχές που αποτελούν παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών.

Οι Δημοκρατικοί παρέμειναν προσηλωμένοι σε ένα σαφές και συνεκτικό προεκλογικό μήνυμα, δίνοντας έμφαση στο κόστος ζωής και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Ο πρώην εκπαιδευτικός Τζέιμς Ταλαρίκο και ο πάστορας Άνταμ Χάμιλτον αναφέρθηκαν επίσης στη θρησκευτική τους πίστη με τρόπο που βρήκε ανταπόκριση στους ψηφοφόρους του Τέξας και του Κάνσας, αντίστοιχα.

Στη Νότια Καρολίνα, η υποψήφια των Δημοκρατικών Άνι Άντριους πέτυχε μια απροσδόκητη εκλογική νίκη. Η πρώην παιδίατρος επικέντρωσε την εκστρατεία της στο υψηλό κόστος της υγειονομικής περίθαλψης, ένα ζήτημα που βρήκε μεγάλη ανταπόκριση σε μια χώρα όπου πολλοί θεωρούν ότι το σύστημα υγείας δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.

Ο πρώην αξιωματούχος δημόσιας υγείας Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, ο οποίος επικράτησε στο Μίσιγκαν διατηρώντας την έδρα στα χέρια των Δημοκρατικών, έκανε κεντρικό σύνθημα της εκστρατείας του τη φράση «Να βγάλουμε το χρήμα από την πολιτική και να βάλουμε χρήματα στις τσέπες σας».

Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζον Όσοφ, ο οποίος επανεξελέγη στην Τζόρτζια, έθεσε στο επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας το κόστος ζωής και τη διαφθορά. Η άνετη επικράτηση του 39χρονου σε μια πολιτεία όπου ο Τραμπ έχει κερδίσει δύο φορές αναμένεται να ενισχύσει τις φήμες περί ενδεχόμενης υποψηφιότητάς του για την προεδρία των ΗΠΑ το 2028.

Ακόμη και ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε την επιτυχία των Δημοκρατικών, δηλώνοντας στο Fox News ότι «έκαναν καλή δουλειά».

Αντίθετα, ορισμένοι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικανών, όπως ο Κεν Πάξτον στο Τέξας, δέχθηκαν επικρίσεις για τις αδύναμες προεκλογικές εκστρατείες τους, οι οποίες δεν επικεντρώθηκαν επαρκώς στα ζητήματα που απασχολούν τους ψηφοφόρους.

4. Η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ επιβάρυνε τους Ρεπουμπλικάνους

Δύο από τα ζητήματα που προκαλούσαν τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια στους ψηφοφόρους – η εκτόξευση των τιμών και ο πόλεμος με το Ιράν – συνδέονταν άμεσα με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Τα ποσοστά αποδοχής του είχαν υποχωρήσει ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων, γεγονός που κατέστησε ιδιαίτερα ευάλωτους τους υποψηφίους του κόμματος σε ορισμένες πολιτείες που είχαν στηρίξει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Ο ίδιος κάλεσε τους ψηφοφόρους να φανταστούν ότι ήταν υποψήφιος και σε αυτές τις εκλογές, επιχειρώντας με αυτόν τον τρόπο να κινητοποιήσει τους υποστηρικτές του.

Ωστόσο, έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία κατά την οποία κυριαρχεί στην αμερικανική πολιτική σκηνή, ορισμένοι εκτιμούν ότι τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν ένδειξη πως η προσωπική πολιτική γοητεία του Τραμπ αρχίζει να εξασθενεί.

Μέσα σε ένα κλίμα ολοένα αυξανόμενης δυσαρέσκειας, η επιλογή του να θέσει τον εαυτό του στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας των Ρεπουμπλικανών ήταν ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα που φαίνεται ότι τελικά γύρισε εναντίον του.

Τους μήνες που προηγήθηκαν της ψηφοφορίας, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι πολλοί Αμερικανοί ήθελαν από τον Τραμπ να ασχοληθεί περισσότερο με τις ανησυχίες τους για τη συνεχή αύξηση των τιμών.

Ωστόσο, στην τελευταία προεκλογική του ομιλία, τη Δευτέρα στην Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός πρόεδρος αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ομιλίας του στο αμφιλεγόμενο σχέδιο ανάπλασης της δεξαμενής Reflecting Pool, που βρισκόταν πίσω του.

5. Η μεταστροφή των ισπανόφωνων και των μαύρων ψηφοφόρων

Πριν από δύο χρόνια, η στροφή μέρους των ισπανόφωνων και των μαύρων ψηφοφόρων προς τους Ρεπουμπλικανούς είχε συμβάλει στην καθαρή εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ. Στις φετινές ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο, η τάση αυτή φαίνεται να έχει αντιστραφεί.

Οι Δημοκρατικοί επικράτησαν και στις τρεις εκλογικές περιφέρειες για τη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά μήκος των συνόρων Τέξας-Μεξικού, όπου η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού είναι ισπανόφωνοι.

Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, στις κομητείες όπου οι ισπανόφωνοι αποτελούν την πλειονότητα, καταγράφηκε μετατόπιση άνω των 22 ποσοστιαίων μονάδων εις βάρος των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων για τη Γερουσία, σε σύγκριση με τις προεδρικές εκλογές του 2024.

Όπως επισήμανε ο δημοσιογράφος δεδομένων Τζεφ Άντελσον, η μεταβολή αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη που καταγράφηκε σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη δημογραφική ομάδα της χώρας.

Η μεταστροφή αυτή σημειώνεται εν μέσω εκτεταμένης δυσαρέσκειας για την αυστηρή εφαρμογή της μεταναστευτικής νομοθεσίας, με την πλειονότητα των Αμερικανών (56%) να δηλώνει ότι έχει αρνητική άποψη για την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο Pew Research Center.

Σημαντική μετατόπιση προς τους Δημοκρατικούς υποψηφίους καταγράφηκε επίσης στις εκλογές για τη Γερουσία σε κομητείες όπου η πλειονότητα του πληθυσμού είναι μαύροι Αμερικανοί.

Στο Μισισίπι, η εκλογική αναμέτρηση για τη Γερουσία παραμένει εξαιρετικά αμφίρροπη. Πρόκειται για την πολιτεία με το υψηλότερο ποσοστό μαύρων ψηφοφόρων στις ΗΠΑ, το οποίο ανέρχεται περίπου στο 37%.

Εάν ο Σκοτ Κόλομ καταφέρει να επικρατήσει, θα γίνει ο πρώτος Δημοκρατικός που εκλέγεται στη Γερουσία από το Μισισίπι από το 1982.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα