Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Το “διπλό” αποτύπωμα του πληθωρισμού – Κερδισμένοι και… χαμένοι
Διαβάζεται σε 8'
Η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο κόστος στέγασης συντηρούν τις ανατιμήσεις, ενώ οι πραγματικές αποδοχές αυξάνονται μόλις 0,1%.
- 04 Νοεμβρίου 2026 17:32
Η ακρίβεια του 2026 δημιουργεί δύο διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά, η άνοδος των τιμών ενισχύει τις ονομαστικές φορολογικές εισπράξεις, με τον ΦΠΑ να καταγράφει σημαντική αύξηση, ενώ ευνοεί και την ταχύτερη αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Από την άλλη, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής, με τις πραγματικές αποδοχές να παραμένουν σχεδόν στάσιμες και την ιδιωτική κατανάλωση να χάνει ταχύτητα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στη Φθινοπωρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η οποία καταγράφει την επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, την απόκλιση των προβλέψεων προς τα πάνω και τις περιορισμένες δυνατότητες για πρόσθετα μέτρα στήριξης. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι, παρά τη δημοσιονομική υπεραπόδοση, η ακρίβεια εξακολουθεί να διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα και να αποτελεί βασικό κίνδυνο για την πορεία της οικονομίας.
Ενέργεια και στέγαση συντηρούν την ακρίβεια
Ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με την ενέργεια να επανέρχεται στο προσκήνιο ως βασικός παράγοντας ανατιμήσεων. Ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,6% στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου, έναντι 3,2% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Αφού κορυφώθηκε στο 4,9% τον Μάιο, υποχώρησε στο 3,7% τον Αύγουστο, ενώ σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat διαμορφώθηκε στο 5,6% τον Οκτώβριο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται πλέον στις ευμετάβλητες κατηγορίες της ενέργειας και των τροφίμων. Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια, τα τρόφιμα, τα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό, διαμορφώθηκε στο 3,2%, υποδηλώνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν ευρύτερη βάση.
Η ενεργειακή συνιστώσα, πάντως, παραμένει καθοριστική. Μετά την κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 10,6% στο οκτάμηνο, έναντι 6,6% στην ευρωζώνη. Η ετήσια αύξηση έφτασε το 21,6% τον Απρίλιο και παρέμεινε στο 15,4% τον Αύγουστο.
Οι επιπτώσεις μεταφέρονται και σε άλλες βασικές δαπάνες των νοικοκυριών. Τον Αύγουστο, η κατηγορία «Στέγαση, νερό, ηλεκτρισμός, αέριο και άλλα καύσιμα» κατέγραψε αύξηση 9,5%, ενώ οι υπηρεσίες εστίασης και καταλύματος ακρίβυναν κατά 8,1%, εξέλιξη που το ΕΔΣ συνδέει εν μέρει με την ισχυρή τουριστική δραστηριότητα. Συνολικά, οι υπηρεσίες ανατιμήθηκαν κατά 4,5%.
Η εικόνα αυτή εξηγεί και τις διαδοχικές αναθεωρήσεις των προβλέψεων για τον πληθωρισμό. Το υπουργείο Οικονομικών αύξησε τον Οκτώβριο την εκτίμησή του για το 2026 από 3,2% σε 3,6%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει 3,7%, η Τράπεζα της Ελλάδος 3,8%, ενώ ΟΟΣΑ και ΔΝΤ ανεβάζουν την εκτίμησή τους στο 4,2%.
Για το 2027, το ΔΝΤ εξακολουθεί να βλέπει πληθωρισμό 3,6%, αισθητά υψηλότερο από το 2,4% που προβλέπει το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού. Οι αποκλίσεις αυτές αποτυπώνουν την αβεβαιότητα για τη διάρκεια των ενεργειακών πιέσεων και τον κίνδυνο να μετακυλιστούν περαιτέρω στο κόστος παραγωγής, στις υπηρεσίες και τελικά στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Ο πληθωρισμός ενισχύει τις εισπράξεις από ΦΠΑ
Η άνοδος των τιμών έχει και μια διαφορετική επίπτωση: ενισχύει τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι εισπράξεις από ΦΠΑ ανήλθαν σε 14,58 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 1,69 δισ. ευρώ ή 13,1% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, ξεπέρασαν τον στόχο του προϋπολογισμού κατά 879 εκατ. ευρώ.
Ο ΦΠΑ αποτέλεσε τη σημαντικότερη πηγή της υπεραπόδοσης των φορολογικών εσόδων, τα οποία συνολικά κινήθηκαν κατά 1,03 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο. Η αύξηση των τιμών διευρύνει την ονομαστική φορολογική βάση, καθώς οι καταναλωτές καταβάλλουν υψηλότερο φόρο για αγαθά και υπηρεσίες που αγοράζουν σε ακριβότερες τιμές.
Ωστόσο, η υπεραπόδοση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον πληθωρισμό. Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι σημαντικό ρόλο έχουν η οικονομική ανάπτυξη και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, με ιδιαίτερη αναφορά στη μείωση της φοροδιαφυγής στους φόρους κατανάλωσης.
Επιπλέον, στα συνολικά μεγέθη περιλαμβάνονται έκτακτες εισπράξεις. Περίπου 300 εκατ. ευρώ ΦΠΑ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού συνοδεύτηκαν από ισόποση επιστροφή φόρου, ενώ έχουν καταγραφεί και 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση για την παραχώρηση του Καζίνο στο Ελληνικό. Μετά την αφαίρεση αυτών των ποσών, η υπέρβαση των φορολογικών εσόδων έναντι του στόχου περιορίζεται στα 580 εκατ. ευρώ.
Περιορισμένα περιθώρια για νέα μέτρα στήριξης
Παρά την αυξημένη δημοσιονομική απόδοση, οι δυνατότητες για πρόσθετες παρεμβάσεις προκειμένου να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος παραμένουν περιορισμένες.
Τα έκτακτα ενεργειακά μέτρα του 2026 ανέρχονται σε περίπου 670 εκατ. ευρώ. Σε αυτά περιλαμβάνονται η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης, ύψους 216 εκατ. ευρώ, η έκτακτη ενίσχυση οικογενειών με παιδιά, ύψους 232 εκατ. ευρώ, και το Fuel Pass, ύψους 113 εκατ. ευρώ. Πρόκειται, πάντως, για μέρος των συνολικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων του έτους, οι οποίες φτάνουν τα 4,1 δισ. ευρώ.
Για το 2027 προβλέπονται μέτρα ενεργειακής προσαρμογής ύψους 0,2% του ΑΕΠ μέσω της διευρυμένης εθνικής ρήτρας διαφυγής, καθώς και πρόσθετη πίστωση 200 εκατ. ευρώ για ενδεχόμενες ανάγκες επιδότησης του ενεργειακού κόστους στους πρώτους μήνες του έτους.
Το πρόβλημα είναι ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος έχει ήδη περιοριστεί. Οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αυξάνονται το 2026 κατά 8%, έναντι συνιστώμενου ορίου 3,6%, ενώ σωρευτικά για την περίοδο 2024-2026 η αύξηση φτάνει το 10,8%, έναντι ορίου 10,3%. Ακόμη και μετά την αξιοποίηση της ευελιξίας που παρέχεται για τις αμυντικές και ενεργειακές δαπάνες, το περιθώριο στον ενισχυμένο λογαριασμό ελέγχου περιορίζεται σχεδόν στο μηδέν.
Πραγματικοί μισθοί χωρίς ουσιαστική αύξηση, επιβράδυνση στην κατανάλωση
Το μεγαλύτερο βάρος του πληθωρισμού, με βάση την έκθεση, αποτυπώνεται στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Παρά την αύξηση των ονομαστικών αποδοχών, η άνοδος των τιμών απορροφά σχεδόν το σύνολο των εισοδηματικών κερδών.
Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η πραγματική αμοιβή των εργαζομένων στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025, έναντι 1,8% στην ευρωζώνη. Για το 2026 προβλέπεται αντίστοιχη αύξηση 0,1%, όταν στην ευρωζώνη η εκτίμηση φτάνει το 0,2%.
Η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη αν συγκριθεί με το 2024, όταν οι πραγματικές αμοιβές στην Ελλάδα είχαν αυξηθεί κατά 3,6%, έναντι 2,1% στην ευρωζώνη. Για το 2027, η Κομισιόν προβλέπει ανάκαμψη της πραγματικής αμοιβής στο 1,8%, έναντι 0,8% στην ευρωζώνη.
Όπως αναφέρεται, η περιορισμένη αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων αντανακλάται ήδη στην κατανάλωση. Η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αντιστοιχεί περίπου στα δύο τρίτα του ΑΕΠ, αυξήθηκε μόλις κατά 0,9% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 1,5% την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και 1,7% στο σύνολο του προηγούμενου έτους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει ευθέως την επιβράδυνση με την αύξηση των τιμών της ενέργειας, η οποία περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και ανακόπτει την καταναλωτική δαπάνη, παρά τα μέτρα στήριξης. Ο ΟΟΣΑ διατηρεί πιο αισιόδοξη προσέγγιση, εκτιμώντας ότι η απασχόληση, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι παρεμβάσεις ενίσχυσης του εισοδήματος θα λειτουργήσουν υποστηρικτικά.
Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027. Για να επιτευχθεί ο φετινός στόχος, ωστόσο, θα πρέπει η κατανάλωση να επιταχυνθεί στο δεύτερο εξάμηνο, προσεγγίζοντας ρυθμό αύξησης 2%.
Η ακρίβεια και η άλλη όψη της αποκλιμάκωσης του χρέους
Το ΕΔΣ χαρακτηρίζει «ενάρετο» τον συνδυασμό δημοσιονομικής σταθερότητας και μέτρων στήριξης, αποδίδοντας τη βελτίωση κυρίως στην οικονομική ανάπτυξη, στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.
Τα πρωτογενή πλεονάσματα εκτιμώνται στο 3,6% του ΑΕΠ για το 2026 και στο 3,3% για το 2027. Παράλληλα, η αναλογία του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ συνεχίζει να αποκλιμακώνεται.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια λιγότερο ευνοϊκή πλευρά αυτής της εξέλιξης. Ο υψηλότερος πληθωρισμός αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και συμβάλλει, μέσω του παρονομαστή, στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, ένα μέρος της δημοσιονομικής βελτίωσης συνδέεται και με την άνοδο των τιμών, η οποία την ίδια στιγμή περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Η βασική προειδοποίηση του Συμβουλίου αφορά τον κίνδυνο μονιμοποίησης των πληθωριστικών πιέσεων. Εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές, υπάρχει το ενδεχόμενο το αυξημένο κόστος να μετακυλιστεί ευρύτερα στην οικονομία, ενσωματώνοντας νέες ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες και διατηρώντας τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπως αναφέρεται, η κατανάλωση θα δεχθεί πρόσθετες πιέσεις, ενώ το κόστος δανεισμού θα παραμείνει ένας ακόμη παράγοντας επιβάρυνσης. Η ΕΚΤ, άλλωστε, αύξησε δύο φορές τα επιτόκια, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,50%.