“ΑΚΟΜΑ ΠΕΝΘΩ, ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ ΔΙΑΡΚΩΣ” – Η ΣΙΡΙ ΧΟΥΣΤΒΕΝΤ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΟΛ ΟΣΤΕΡ
Όταν πέθανε ο Πολ Όστερ η Σίρι Χούστβεντ έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Σήμερα μιλά στο NEWS 24/7 για τις «Ιστορίες φαντασμάτων», το συνταρακτικό βιβλίο που έγραψε για να τον αναστήσει. Ή, τουλάχιστον, για να μην καταρρεύσει.
Δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο του, επί 43 χρόνια συζύγου της, Πολ Όστερ στις 30 Απριλίου 2024, η 71χρονη σήμερα Σίρι Χούστβεντ, διεθνώς αναγνωρισμένη πεζογράφος και η ίδια, χαρακτηρισμένη μάλιστα ως «η Βιρτζίνια Γουλφ του 21ου αιώνα», συνειδητοποίησε ότι για να ανταπεξέλθει στον τρόμο του υπαρξιακού κενού εξαιτίας του αφόρητου πένθους που βίωνε, έπρεπε με τον μόνο τρόπο που είχε στη διάθεση της να προσπαθήσει να τον «αναστήσει».
«Χρειαζόμουν να φέρω πίσω ένα κομμάτι του άντρα μου που πέθανε. Μου ήταν ανυπόφορο να τον αφήσω να φύγει τόσο μακριά μου» λέει σήμερα στο NEWS 24/7. «Δεν μου αρέσει να ακούγομαι μελοδραματική αλλά ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα».
Εννοεί το να γράψει τις «Ιστορίες φαντασμάτων» (μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο), συνδυάζοντας τις αναμνήσεις της συναισθηματικής και δημιουργικής συνύπαρξής τους, τις ερωτικές και όχι μόνο επιστολές που αντάλλαξαν σε καίριας σημασίας συγκυρίες, τα email που η ίδια έστελνε για να ενημερώσει τον στενό κύκλο των οικείων τους σχετικά με την πορεία της υγείας και των θεραπειών του Πολ Όστερ μετά τη διάγνωσή του με καρκίνο, τον ημιτελή κύκλο των γραμμάτων προς τον εγγονό τους που ο σπουδαίος λογοτέχνης οραματιζόταν ότι θα διάβαζε στην εφηβεία του, όλα αυτά σε ένα συνταρακτικό βιβλίο -απότοκο ανάγκης, όχι επιλογής- που λειτούργησε για τη δημιουργό του ως παυσίλυπο, τουλάχιστον στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι εφικτό όταν χάνεις, όπως τονίζει η Σίρι Χούστβεντ, το άλλο σου μισό.
Γιατί, όπως είπε ο εκλιπών σε μια από τις τελευταίες δημόσιες τοποθετήσεις του, «όταν πεθαίνει κάποιος που κατέχει κεντρική θέση στη ζωή σου, πεθαίνει και ένα κομμάτι του εαυτού σου. Δεν είναι απλό, δεν το ξεπερνάς ποτέ. Μαθαίνεις να ζεις με αυτό. Αλλά κάτι έχει ξεριζωθεί οριστικά από μέσα σου».
Γι’ αυτό ακριβώς η σύζυγος του θα συνεχίσει να θρηνεί. Κι ας μπορεί πια ξανά να χαμογελάει.
Η συγγραφή του νέου βιβλίου υπήρξε επίπονη μεν, λυτρωτική δε για εσάς. Πώς νιώθετε τώρα που αναπόφευκτα καλείστε να επιστρέψετε σε αυτό ξανά και ξανά για τις ανάγκες της προώθησής του; Υπάρχει κάποια δυσάρεστη διάσταση -υπό την έννοια της επιστροφής στο τραύμα- σε όλη αυτή τη διαδικασία;
Θεωρώ ότι, κατά μία έννοια, η συγγραφή αυτού του βιβλίου λειτούργησε για μένα ως γέφυρα. Κοιτάζοντας πίσω, νομίζω πως ήταν σοφή η επιλογή μου να το ξεκινήσω. Γράφοντας κατάφερα να ξεπεράσω εκείνη την πολύ σκοτεινή περίοδο του έντονου πένθους. Όχι ότι δεν πενθώ ακόμα. Εννοείται ότι πενθώ. Μου λείπει ο Πολ διαρκώς. Μου λείπει κάθε μέρα και, αν μπορούσα να τον φέρω πίσω, θα το έκανα.
Η ζωή δεν είναι τόσο καλή και ενδιαφέρουσα τώρα πια όσο ήταν μαζί του και δεν περιμένω να ξαναγίνει. Όμως, η ένταση του πόνου -αυτό που αποκαλώ «κάψιμο»- έχει ελαττωθεί. Όχι επειδή δεν μου λείπει ή δεν τον πενθώ. Αυτό που συμβαίνει είναι κάτι ταυτόχρονα πιο απλό και λιγότερο συνειδητό: απλώς με τον καιρό, συνηθίζεις τη μοναξιά, συνηθίζεις να ζεις χωρίς τον άνθρωπό σου. Αναπόφευκτα δημιουργείς μια νέα ρουτίνα. Εσύ την καθορίζεις.
Νιώθω όμως τυχερή γιατί συνεχίζω να ζω στο σπίτι που μοιραστήκαμε τόσα χρόνια, σας μιλάω από το γραφείο μου, στην άλλη άκρη του διαδρόμου είναι το γραφείο του Πολ. Και πλέον έχω συνηθίσει περισσότερο να κινούμαι σε αυτό το σπίτι μόνη μου. Όπως το θέτει ο Μερλώ-Ποντύ, το σώμα μου έχει προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα κατάσταση ζωής, καθιστώντας την λιγότερο επώδυνη από ό,τι ήταν. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν το να μιλάω για αυτό το βιβλίο δεν επιβαρύνει τη ζωή μου. Ίσως, μάλιστα, το αντίθετο.
Δεν σας κρύβω ότι ξεκινώντας να διαβάζω τις «Ιστορίες φαντασμάτων» είχα κατά νου αν θα σχολιάζατε το γεγονός ότι, παρά την αδιαμφισβήτητη αξία σας ως συγγραφέας -έχετε, μάλιστα, χαρακτηριστεί από την κριτική ως η Βιρτζίνια Γουλφ του 21ου αιώνα- για μια μεγάλη μερίδα του κόσμου ήσασταν επί δεκαετίες γνωστή πρωτίστως ως η σύζυγος του Πολ Όστερ.
Έτσι είναι, όπως τα λέτε.
Και τώρα πια ως η χήρα του Πολ Όστερ. Είναι πράγματι ένα ζήτημα που θίγετε στο βιβλίο – καίρια και κομψά κατά τη γνώμη μου. Αναρωτιέστε σε ποιο βαθμό το συγκεκριμένο σας πόνημα ίσως καθορίσει τελικά τη λογοτεχνική σας υστεροφημία;
Προφανώς και τα σκέφτομαι αυτά τα ζητήματα, δεν θα μπορούσα να μην τα θίξω, όπως λέτε, και στο βιβλίο. Προσπαθώ να κάνω έναν διαχωρισμό μεταξύ της απόλυτης αλήθειας της σχέσης μας -δηλαδή ο Πολ κι εγώ λειτουργούσαμε ως ισότιμοι συνοδοιπόροι και όχι ως ανταγωνιστές- και της ιεραρχίας που μας επιβαλλόταν απ’ έξω. Ομολογώ ότι δεν ήταν πάντα εύκολο για μένα, κι ας μπορώ εδώ και πολλά χρόνια να γελάσω με όλο αυτό. Μερικές φορές ήταν πολύ ενοχλητικό.
Κάποια στιγμή όμως συνειδητοποίησα ότι δεν έπρεπε να το παίρνω προσωπικά. Επρόκειτο για κάτι που αφορά αυτό που αποκαλούμε «πολιτισμικές ιεραρχίες»: εκνεύριζα πολύ κόσμο επειδή δεν ήμουν αυτό που «έπρεπε» να είμαι. Αυτή η συνειδητοποίηση με βοήθησε να το αντιμετωπίσω με χιούμορ. Είναι ένα ζήτημα που αφορά τις γυναίκες συγγραφείς γενικότερα και το πόσο συχνά υποτιμώνται, ειδικά αν βρίσκονται κοντά σε έναν διάσημο σύζυγο ή πατέρα, ο οποίος χρησιμοποιείται συχνά ως όπλο εναντίον τους. Έτσι και ο Πολ χρησιμοποιήθηκε ως ρόπαλο για να με χτυπήσουν κατακέφαλα στην προσπάθεια τους να πείσουν ακόμη και μένα την ίδια ότι δεν είμαι δα και τόσο καλή σε αυτό που κάνω.
Στην ψυχολογία υπάρχει η έννοια της «προσαρμοστικής μεγαλομανίας», η οποία δεν είναι εξ ορισμού κάτι καλό, αλλά οι καλλιτέχνες κατά κάποιο τρόπο τη χρειάζονται για να επιβιώσουν. Έχουν δηλαδή ανάγκη την πεποίθηση ότι ο εσωτερικός τους κόσμος με κάποιο τρόπο αξίζει να δοθεί σε άλλους ανθρώπους. Αυτό απαιτεί μια δόση αλαζονείας. Δεν αρκεί δηλαδή μόνο το ταλέντο. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τεράστιο ταλέντο οι οποίοι είτε δεν νοιάζονται αρκετά είτε δεν είναι αρκετά φιλόδοξοι, και απλά το αφήνουν στην άκρη.
Νομίζω ότι είχα αρκετή από αυτή την «μεγαλομανία» για να αντέξω τις κακοήθειες. Τις προσπερνούσα, πήγαινα σπίτι και έγραφα ένα νέο βιβλίο. Στην ψυχιατρική αυτό χαρακτηρίζεται και ως υψηλή ανθεκτικότητα, κάτι επίσης πολύ σημαντικό για τους καλλιτέχνες γιατί κανείς δεν ουρλιάζει από την ανυπομονησία του για ένα ακόμη μυθιστόρημα, ένα ακόμη ποίημα, ένα ακόμη τραγούδι, σωστά; Εμείς που τα δημιουργούμε όλα αυτά ουρλιάζουμε από μέσα μας με τον δικό μας τρόπο.
Και ο Πολ το είχε αυτό το χαρακτηριστικό. Είχε αποφασίσει από νωρίς ότι θα έγραφε όπως ακριβώς ήθελε, ανεξάρτητα από τη γνώμη του κόσμου, και δεν έκανε ποτέ πίσω. Τον γνώρισα και τον ερωτεύτηκα πολύ πριν γίνει διάσημος και ξέρω ότι άπαξ και έπαιρνε μια απόφαση, δεν υποχωρούσε. Ήταν σαν τον Μπάρτλμπι σε όλη του τη ζωή.
ΦΩΤΟ 1
Δεδομένου ότι συνηθίζατε να διαβάζετε ο ένας τα κείμενα του άλλου και να ανταλλάζετε απόλυτα ειλικρινείς απόψεις, πόσες φορές αναρωτηθήκατε από την αρχή της συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου τι θα πίστευε γι’ αυτό ο μακαρίτης σύζυγός σας;
Το σκέφτηκα αρκετές φορές γιατί πολλοί μου έλεγαν -και λένε ακόμη- ότι είναι ένα δύσκολο και επώδυνο βιβλίο. Από την αρχή της σχέσης μας όμως με τον Πολ συνειδητοποίησα ότι όταν η κριτική που ασκεί κάποιος -ειδικά αν είναι ο άνθρωπος σου- βασίζεται στον σεβασμό, είναι πολύ πιο εύκολο να την αποδεχτείς. Ήξερα ότι ο Πολ ήταν με το μέρος των βιβλίων μου, όπως εγώ ήμουν με το μέρος των δικών του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την περίπτωση του μυθιστορήματός μου What I loved (2003). Το δούλευα πέντε ολόκληρα χρόνια και ζήτησα από τον Πολ να το διαβάσει μου είπε ότι δεν είχα φτάσει ακόμη εκεί που έπρεπε να φτάσω. Το ξανάγραψα από την αρχή, μου πήρε άλλους οκτώ μήνες. Και είναι πράγματι ένα καλό βιβλίο. Αν είχα παραδώσει εκείνη την προηγούμενη εκδοχή, δεν νομίζω ότι θα ήταν. Κάτι ανάλογο συνέβη με το Oracle Night του Πολ (2004). Ανταλλάζαμε απόψεις που μας βοηθούσαν ουσιαστικά.
Καθώς έγραφα αυτό το βιβλίο, τον ένιωθα δίπλα μου, σαν να τον άκουγα να ψιθυρίζει στο αυτί μου. Προφανώς αυτό δεν είναι το ίδιο με το να τον έχεις κυριολεκτικά δίπλα σου να λέει τη γνώμη του. Απλά δεν είναι το ίδιο. Πιστεύω όμως ότι θα λάτρευε τη δομή και τον ρυθμό του βιβλίου. Θα το θαύμαζε, ακόμα και τα σημεία όπου επικρίνω μερικές πτυχές της προσωπικότητάς του. Διότι είμαι εξίσου επικριτική και με τον εαυτό μου.
Θα συμφωνούσε με καθετί που αποφασίσατε να συμπεριλάβετε στο βιβλίο;
Δεν συμφωνούσαμε πάντα με τον Πολ, αλλά επειδή το βιβλίο είναι βαθιά και απόλυτα ειλικρινές πιστεύω ότι θα χαιρόταν και θα το εκτιμούσε που αποφάσισα να συμπεριλάβω και τις ιστορίες για τον Ντάνιελ και τη Ρούμπι (σ.σ. ο γιος του Πολ Όστερ από τον πρώτο του γάμο κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια μετά τον θάνατο της 10 μηνών κόρης του, Ρούμπι. Συνελήφθη, αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός, με τον θάνατό του να αποδίδεται σε υπερβολική δόση). Ο Πολ ήταν ένας εξαιρετικά ειλικρινής και αληθινός άνθρωπος – στο βαθμό δηλαδή που μπορεί ένας άνθρωπος να είναι αληθινός, να νιώθει ότι λέει όλη την αλήθεια. Γιατί η απόλυτη αλήθεια ίσως να μην είναι διαθέσιμη στα ανθρώπινα όντα.
Γράφοντας κατάφερα να ξεπεράσω την πολύ σκοτεινή περίοδο του έντονου πένθους. Όχι ότι δεν πενθώ ακόμα. Εννοείται ότι πενθώ. Μου λείπει ο Πολ διαρκώς. Η ζωή δεν είναι τόσο καλή και ενδιαφέρουσα τώρα πια όσο ήταν μαζί του και δεν περιμένω να ξαναγίνει.
Ξεκινήσατε να γράφετε μόλις δύο εβδομάδες μετά τον θάνατό του.
Ναι, ειλικρινά δεν είχα ιδέα ότι θα έγραφα το βιβλίο παρά μόνο αφού πέθανε. Συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να επιστρέψω στο μυθιστόρημα που έγραφα τότε και ότι έπρεπε να γράψω για εκείνον και για όσα ζήσαμε μαζί. Αυτό που κατάλαβα από την αρχή ήταν ότι ήθελα να συμπεριλάβω τα γράμματα του στον εγγονό του, Μάιλς, για να υπάρχει και η δική του φωνή στο βιβλίο.
Εξαρχής γνωρίζατε ότι θα συμπεριλάβετε και τα email που στέλνατε στον στενό φιλικό σας κύκλο με τις ενημερώσεις για την πορεία της υγείας του;
Επιστρέφοντας σε αυτά κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσα να συνοψίσω την εμπειρία καλύτερα από εκείνα τα 12 γράμματα, διότι αποπνέουν την αμεσότητα της στιγμής – αν και δεν ξέρεις διαβάζοντάς τα ότι τελικά θα πεθάνει, επειδή τότε δεν ήταν ξεκάθαρο.
Άρα λοιπόν ξεκινήσατε έχοντας μια λίγο πολύ ολοκληρωμένη ιδέα για τη δομή του βιβλίου;
Θα έλεγα ότι η ιδέα συγκροτήθηκε αρκετά γρήγορα. Τελικά αφαίρεσα αρκετές επιστημονικές αναφορές στη νευροβιολογία και τη φυσιολογία του πένθους, επειδή κατάλαβα ότι δεν ήθελα να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο, έπρεπε να χαλιναγωγήσω την κάπως ιδιόρρυθμη, ακαδημαϊκή πλευρά του εαυτού μου. Ήθελα όμως να εστιάσω σε δύο πράγματα που συχνά λείπουν από τα απομνημονεύματα που σχετίζονται με το πένθος και στοχάζονται πάνω σε αυτό: αφενός την παρουσία του ίδιου του νεκρού μέσα στο βιβλίο -πολλά τέτοια βιβλία είναι απλώς ανατομίες του πένθους αλλά ο νεκρός απουσιάζει-, αφετέρου την πραγματική φυσιολογία του πένθους. Για παράδειγμα, βίωσα τρομερούς μεσοπλεύριους πόνους, ένα σύμπτωμα που, όπως ανακάλυψα, είναι κάτι που παρατηρείται πολύ συχνά σε ανθρώπους που πενθούν. Και δεν έχει να κάνει με το ότι είμαι λιγάκι υποχόνδρια και τα κόκαλα μου γέρικα πια. Παρεμπιπτόντως ο Πολ ήταν το εντελώς αντίθετο. Θα γίνω καλά, έλεγε τον πρώτο καιρό. Εγώ ήμουν αυτή που ένιωθε ότι πεθαίνει λίγο λίγο από την πρώτη μέρα. Ώσπου αυτός τελικά να πεθάνει πρώτος και να μείνω μόνη.
ΦΩΤΟ 2
Πόσο παρηγορητικό υπήρξε για εσάς καθώς γράφατε και πόσο λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο σήμερα η επίγνωση ότι στο τέλος της ημέρας το γράψιμο και το διάβασμα υπογραμμίζουν τη σημασία της ανθρώπινης σύνδεσης, όπως έχει πει ο Τζορτζ Σόντερς; Ότι μέσω αυτής της διαδικασίας επιτυγχάνεται η επικοινωνία μεταξύ αγνώστων που προσπαθούν κάθε μέρα να τα βγάλουν πέρα με τη ζωή;
Έτσι είναι. Με απασχολεί καιρό η φιλοσοφική ιδέα ότι διαμορφωνόμαστε, ότι γινόμαστε ο εαυτός μας μέσα από τα μάτια των άλλων. Αυτό ξεκινά από τη βρεφική ηλικία, αλλά ας μην πάμε τόσο πίσω. Η έννοια του «μεταξύ» δύο ανθρώπων αποτελεί μια οντολογική πραγματικότητα. Κάτι υπάρχει δηλαδή εκεί, για να το πω απλά, αν και δεν είμαι πολύ της οντολογίας.
Εν τέλει η επαφή με ένα έργο τέχνης είναι οπωσδήποτε μια διυποκειμενική σχέση, είναι σαν ένας «οιονεί άλλος». Δεν αντιμετωπίζουμε τα έργα τέχνης ως απλά αντικείμενα. Δεν είναι απλά αντικείμενα. Είναι φορείς μιας άλλης συνείδησης. Γι’ αυτό και στον χώρο μεταξύ του αναγνώστη και του κειμένου γεννιέται κάτι νέο. Ένα βιβλίο είναι πάντα ένα δώρο προς τον άγνωστο αναγνώστη, και το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να νιώσεις ότι αυτό το δώρο γίνεται κατανοητό. Ο τρόπος που εσείς διαβάζετε μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικός από τον δικό μου. Αυτή η ανάγκη να γίνω κατανοητή είναι στον πυρήνα του βιβλίου. Και πάνω απ’ όλα για μένα το γράψιμο του βιβλίου ήταν και η πυροδότηση μιας «ανάστασης». Χρειαζόμουν να φέρω πίσω ένα κομμάτι του άντρα μου που πέθανε. Μου ήταν ανυπόφορο να τον αφήσω να φύγει τόσο μακριά μου.
Τούτο το βιβλίο είναι μια ανάγκη, όχι μια επιλογή, γράφετε.
Ανέκαθεν το γράψιμο ήταν ανάγκη για μένα. Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο τροφοδοτήθηκε από μια βαθύτερη από ποτέ ανάγκη. Δεν μου αρέσει να ακούγομαι μελοδραματική αλλά ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα. Ένιωθα ότι το βιβλίο ήταν πιο συγκροτημένο από ό,τι ήμουν εγώ εκείνη την περίοδο. Εγώ κατέρρεα, αλλά δημιουργούσα ένα συνεκτικό έργο τέχνης, και αυτή η διαδικασία λειτούργησε θεραπευτικά.
Έχοντας διδάξει δημιουργική γραφή σε δομές ψυχικής υγείας, γνωρίζω ότι η απόσταση που προσφέρει η γραφή στον ασθενή από τον ίδιο του τον εαυτό -η μετατροπή, αν προτιμάτε, του εαυτού σε σύμβολο πάνω στο χαρτί- έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Σε ένα άρθρο που έγραψα αργότερα, ξεκίνησα με τη φράση: «Το πένθος είναι μια συνηθισμένη τρέλα». Ο Φρόιντ έλεγε πως όταν οι άνθρωποι πενθούν, δεν συμπεριφέρονται φυσιολογικά, είναι σαν να έχουν τρελαθεί σε κάποιο βαθμό, αλλά δεν τους στέλνουμε στον γιατρό, γιατί ξέρουμε ότι αν η διαδικασία κυλήσει ομαλά, τελικά θα καλυτερεύσουν. Και στη δική μου περίπτωση, έχει όντως υπάρξει βελτίωση.
Ένας άνθρωπος που πεθαίνει, θρηνεί για όσα δεν έχουν συμβεί ακόμα, για όσα δεν θα ζήσει, μου είπε πρόσφατα ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, ενώ όσοι μένουν πίσω θρηνούν για όσα έχουν ήδη συμβεί, για όσα έχουν ήδη βιώσει μαζί. Σήμερα, περισσότερα από δύο χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου σας, εσείς πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα και ουσιαστική παρατήρηση. Ο Πολ σίγουρα θρηνούσε για όσα θα έχανε, για όσα δεν θα προλάβαινε να κάνει: που δεν θα ήταν δίπλα μου στα βαθιά μας γεράματα, δίπλα στην κόρη μας τη Σόφι, και δεν θα προλάβαινε να δει τον μικρό Μάιλς να μεγαλώνει. Εγώ θα έλεγα ότι θρηνώ για την χαμένη μας συνύπαρξη κι αυτό έχει να κάνει τόσο με ό,τι δεν θα έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε μαζί όσο και με το παρελθόν, μια καθημερινότητα με την οποία ήμουν τόσο βαθιά συνδεδεμένη. Μπορείς να θυμάσαι τις υπέροχες στιγμές, μπορείς να θυμάσαι ακόμη και τις δυσάρεστες αλλά ποτέ δεν θα μπορέσεις να αναπαραγάγεις την κάθε μικρή, ανεπαίσθητη έκπληξη που προσφέρει η συμβίωση με τον άνθρωπο της ζωής σου, με το άλλο σου μισό. Αυτό για μένα χάθηκε οριστικά.
Το βιβλίο «Ιστορίες φαντασμάτων» της Σίρι Χούστβεντ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Ιωάννας Ηλιάδη.